Ἡ μεγάλη κρίση ποὺ ἀναστάτωσε τὴ μαρτυρικὴ Κύπρο καὶ δημιούργησε ἁλυσίδα προβλημάτων, ἔφερε στὴν ἐπιφάνεια καὶ τὰ αἰσθήματα ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ στοργῆς τοῦ κυπριακοῦ λαοῦ. Ἀναφέρουμε στὴ συνέχεια δύο ἀπὸ τὰ πολλά, ποὺ φανερώνουν τὰ πλούσια χριστιανικὰ αἰσθή­ματα ποὺ διαθέτει ὁ ἀγαθὸς καὶ ταπεινὸς Ἑλληνοκύπριος.

Τὸ ἕνα συνέβη σὲ μηχάνημα αὐτομάτου ἀναλήψεως χρημάτων τῆς Λαϊκῆς Τράπεζας στὴ Λευκωσία, ὅταν ἦλθε ἡ σειρὰ μιᾶς ἡλικιωμένης γυναίκας νὰ ἀνασύρει χρήματα.

«Χωρὶς ἴχνος πονηρότητας, ἔδωσε τὸ πορτοφόλι της στὸν ἑπόμενο λέγοντάς του:
‘‘Γυιέ μου, δὲν ἔχω ξαναβγάλει ἔτσι χρήματα. Ἂν μπορεῖς, βγάλε γιὰ μένα’’. Μὰ ἐκεῖνος δὲν βρῆκε μέσα κάρ­τα – μονάχα τὸ δευτεράκι τῆς γιαγιᾶς καὶ λίγα κέρματα. Συσκέφθηκε τότε γιὰ λίγο μὲ τοὺς ἑπόμενους στὴν οὐρά, κι ἔβγαλαν ὅλοι ἀπὸ λίγα χρήματα μὲ τὴν κάρτα τους καὶ τὰ ἔδωσαν στὴ γιαγιά. Κι ἐκείνη, ἀξιοπρεπέστατη μὲς στὴν πενία της, ὅταν κατάλαβε πὼς τὰ χρήματα ποὺ τῆς ἔδωσαν δὲν ἦταν δικά της, πρῶτα ἀρνήθηκε κι ὕστερα ζήτησε νὰ τῆς γράψουν τὰ τηλέφωνά τους γιὰ νὰ τοὺς ἐπιστρέψει τὰ χρήματα ὅταν θὰ ἀνοίξουν οἱ τράπεζες».

Τὸ ἄλλο συνέβη στὸ Παραλίμνι τῆς Ἀμμοχώστου. Διη­γεῖται αὐτὸς ποὺ ἀναφέρει τὸ περιστατικό:
«Παραλίμνι 5.45΄ π.μ. Κάνω βόλτα μὲ τὸ ποδήλατό μου. Ἕνας παπποὺς σὲ βενζινάδικο στέκει ἔξω ἀπὸ ἕνα παλιὸ αὐτοκίνητο.

Μοῦ λέει ‘‘καλημέρα’’ καὶ τὸν καλημερίζω.

Καταλαβαίνω ὅτι θέλει κάτι. Σταματάω, τὸν ρωτάω ἂν χρειάζεται κάτι. Μοῦ λέει: ‘‘Ὄχι, ἁπλῶς περιμένω νὰ ἀνοί­ξει τὸ βενζινάδικο’’. Τοῦ ἐξηγῶ ὅτι στὶς 7 ἀνοίγει καὶ ἂν θέλει νὰ τὸν βοηθήσω. Πάω στὸ αὐτοκίνητο καὶ μοῦ δείχνει τὸ βιβλιάριο τῆς Συνεργατικῆς μὲ ὑπόλοιπο 700 εὐρώ. Παραξενεύομαι, καὶ μοῦ ἐξηγεῖ ὅτι δὲν ἔχει κάρτα γιὰ νὰ βγάλει τὰ λεφτά του ἀπὸ τὴν τράπεζα καὶ περιμένει νὰ ἀνοίξει τὸ βενζινάδικο νὰ τοὺς ἀφήσει τὸ βιβλιάριο γιὰ νὰ τοῦ βάλουν 5 εὐρὼ βενζίνα ὥστε νὰ πάει στὴν κόρη του.

Πάγωσα! Εἶχα μαζί μου 10 εὐρώ· τὰ βάζω στὴ μηχανή, ἐνῶ ὁ παπποὺς διαμαρτύρεται… Πάει στὸ αὐτοκίνητο καὶ ἐπιμένει νὰ μοῦ δώσει 2 πορτοκάλια ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ γείτονάς του. ‘‘Τὴν εὐχή σου’’, τοῦ λέω, ‘‘παππού’’… Βουρ­κώ­νουν τὰ μάτια του καὶ γυρίζει ἀπὸ τὴν ἄλλη… Φεύγω ἐπίσης βουρκωμένος».

Αὐτὴ εἶναι ἡ γνήσια χριστιανικὴ καὶ ἑλληνικὴ ψυχὴ τοῦ νησιοῦ τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα. Ἁπλή, ἀπονήρευτη, φιλότιμη, γεμάτη ἀγάπη. Ἕτοιμη νὰ συμπαρασταθεῖ στὸν συνάνθρωπο· καὶ ἕτοιμη νὰ ἐκδηλώσει τὴν εὐγνωμοσύνη της στὸν εὐεργέτη της.

Πηγή: http://www.osotir.org 
 http://kataskinosi-agkyra.blogspot.gr/2013/04/blog-post_4422.html