«Παναγίτσα μου, κάνε τον νά δοξάζει τ’ ὄνομά σου!», εἶχε πεῖ κάποτε ὁ Ἅγιος Πορφύριος σέ μία ἔτσι δύσκολη στιγμή. Τό περιστατικό, πού διηγεῖται ὁ Ἅγιος, ἔχει σχέση μέ τούς λογισμούς καί μέ τό πῶς ἄθελά του μπορεῖ κάποιος νά βλάψει. «Ἀκοῦστε κάτι δικό μου πού θά σᾶς πῶ», λέει ὁ Ὅσιος Πορφύριος. «Μιά φορά πήγαινα στό χωριό μου μέσῳ Χαλκίδος. Πρός τόν σταθμό τοῦ τρένου στήν Χαλκίδα βλέπω ἕνα παιδί πού ἦταν ἀνεβασμένο σ’ ἕνα ἁμάξι καί προσπαθοῦσε νά περάσει τίς γραμμές τοῦ τραίνου. Δέν τόν ὑπάκουε τό ἄλογό του κι ἄρχισε νά βλασφημάει τήν Παναγία. Λυπήθηκα πολύ ἐκείνη τή στιγμή καί αὐθόρμητα εἶπα: «Παναγίτσα μου, κάνε τον νά δοξάζει τ’ ὄνομά σου, σέ παρακαλῶ!». Σέ πέντε λεπτά τό ἁμάξι τοῦ παιδιοῦ ἀναποδογυρίστηκε καί τόν πλάκωσε. Ἄνοιξε τό βαρέλι πού ἦταν στή σούστα κι ὁ μοῦστος πού εἶχε μέσα τόν περιέλουσε. Τό παιδί, πιάνοντας τό κεφάλι του καί τρέμοντας, ἄρχιζε νά φωνάζει: «Παναγίτσα μου, Παναγίτσα μου, Παναγίτσα μου!!!». Ἐγώ πιό πάνω, βλέποντάς τον ἔκλαιγα κι ἔλεγα στήν Παναγία μας: «Παναγίτσα μου, γιατί τό ἔκανες ἔτσι; Ἐγώ εἶπα νά δοξάζει τ’ ὄνομά σου, ἀλλά ὄχι μ’ αὐτόν τόν τρόπο». Λυπήθηκα γιά τό παιδί. Μετάνιωσα πού ἔγινα αἰτία νά πάθει ὅ,τι ἔπαθε. Νόμιζα ὅτι μέ ἀγαθότητα εἶχα πεῖ ἐκείνη τήν εὐχή στήν Παναγία, ὅταν τον ἄκουσα νά βλασφημάει τ’ ὄνομά της, ὅμως μέσα στήν ψυχή μου ἴσως εἶχε δημιουργηθεῖ μυστικά κάποια ἀγανάκτηση»[1]. Θέλει νά πεῖ ὁ Ἅγιος, ὅτι δέν πρέπει νά ἀγανακτοῦμε ποτέ, ἀλλά πάντοτε νά ἔχουμε ἀγαθούς λογισμούς γιά τόν ἄλλον.
 
«Θά σᾶς διηγηθῶ», λέει ὁ Ἅγιος, «ἕνα ἀκόμη περιστατικό καί θά θαυμάσετε. Δέν εἶναι τίποτα τῆς φαντασίας μου. Ὅ,τι σᾶς λέγω, εἶναι ἀληθινό. Ἀκοῦστε. Κάποτε κάποια κυρία ἐπισκέφτηκε ἕνα ἀπόγευμα μία φίλη της. Στό σαλόνι διέκρινε ἕνα πολύ ὡραῖο βάζο γιαπωνέζικο ἀξίας, γεμάτο λουλούδια. – Τί ὡραῖο βάζο! Πότε τό ἀγόρασες; – Μοῦ τό ἔφερε ὁ ἄνδρας μου, εἶπε ἐκείνη. Τήν ἄλλη μέρα, τό πρωί στίς ὀχτώ, ἐνῶ ἔπινε καφέ μέ τόν ἄνδρα της, θυμήθηκε τό βάζο. Τῆς εἶχε κάνει πολύ ἐντύπωση. Λέει λοιπόν στόν ἄντρα της μέ θαυμασμό: – Τί νά σοῦ πῶ γιά τή φίλη μου! Τῆς ἔφερε ὁ ἄνδρας της ἕνα πολύ ὡραῖο βάζο γιαπωνέζικο, πολύχρωμο, μέ ὡραῖες παραστάσεις καί στόλιζε ὅλο τό σαλόνι. Τήν ἴδια μέρα ξαναπῆγε στήν φίλη της γιά κάποια δουλειά. Κοιτάζει, τό βάζο ἔλειπε. Τῆς λέει: – Τί τό ἔκανες τό βάζο; – Τί νά σοῦ πῶ, τῆς ἀπάντησε.Σήμερα πρωί-πρωί, στίς ὀχτώ ἡ ὥρα, ὅπως ἤμουν στό δωμάτιο ἥσυχα, ἀκούω ἕνα δυνατό «κράκ!» καί τό ἀνθοδοχεῖο ἔγινε κομμάτια. Ἔτσι μόνο του, χωρίς νά τό πειράξει κανείς, χωρίς νά φυσήξει ἀέρας, χωρίς κανείς νά τό κουνήσει! Ἐκείνη δέν μίλησε καθόλου στήν ἀρχή. Μετά τῆς λέει: – Τί νά σοῦ πῶ… Στίς ὀχτώ πίναμε μέ τόν ἄνδρα μου καφέ καί μέ θαυμασμό καί χαρά τοῦ περιέγραψα τό βάζο σου. Μέ πολλή λαχτάρα ἔκανα τήν περιγραφή. Τί νά πῶ, λές καμιά κακή δύναμη νά ἐνήργησε; Αὐτό θά συνέβαινε, μόνο ἄν δέν σ’ ἀγαποῦσα. Κι ὅμως, αὐτό ἦταν. Δέν κατάλαβε ὅτι μέσα της εἶχε κακία. Αὐτό ἦταν φθόνος, ζήλεια, βασκανία. Ἡ κακή δύναμη μεταδίδεται, ὅσο μακριά κι ἄν βρισκόμαστε. Αὐτό εἶναι μυστήριο. Δέν ὑπάρχει ἀπόσταση. Γι’ αὐτό ἔσπασε τό ἀνθοδοχεῖο»[2]. Δηλαδή τό πονηρό πνεῦμα ἐνεργεῖ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του φθόνο, ζήλια ἤ ἀγανάκτηση. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως πού εἶναι καθαρά ἐξομολογημένοι, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, κανένας δέν μπορεῖ νά τούς βλάψει, νά τούς ματιάσει ὅπως λέει ὁ λαός, νά τούς βλάψει μέ τό φθόνο του καί τήν ζήλια του.

 
«Ἡ ζήλια ὅταν ἔχει κακότητα», λέει πάλι ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «μπορεῖ νά κάνει ζημιά. Αὐτή εἶναι ἡ βασκανία καί εἶναι μία δαιμονική ἐνέργεια. Ἰδίως οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν ζήλια καί κακότητα, λίγοι εἶναι τέτοιοι, αὐτοί εἶναι πού ματιάζουν. Μιά γυναίκα λ.χ. βλέπει ἕνα παιδάκι χαριτωμένο μέ τήν μάνα του καί λέει μέ κακότητα, γιατί νά μήν τό εἶχα ἐγώ αὐτό τό παιδί; Γιατί νά τό δώσει ὁ Θεός σέ αὐτή; Τότε τό παιδάκι ἐκεῖνο μπορεῖ νά πάθει ζημιά, νά μήν κοιμᾶται, νά κλαίει, νά ταλαιπωρεῖται, γιατί ἐκείνη τό εἶπε μέ μιά κακότητα. Κι ἄν ἀρρώσταινε καί πέθαινε τό παιδί, θά ἔνιωθε χαρά μέσα της. Ἄλλος βλέπει ἕνα μοσχαράκι, τό λαχτάρα κι ἀμέσως ἐκεῖνο ψοφάει.
 
Πολλές φορές ὅμως, μπορεῖ νά ταλαιπωρεῖται τό παιδί καί νά φταίει ἡ ἴδια ἡ μάνα. Μπορεῖ δηλαδή ἡ μάνα νά εἶδε καμιά φορά κανένα ἀδύνατο παιδάκι κι νά εἶπε «Τί εἶναι αὐτό; Τί σκελετωμένο παιδί;», νά καμάρωσε τό δικό της καί νά κατηγόρησε τό ξένο. Κι αὐτό πού εἶπε μέ κακία γιά τό ξένο παιδί, πιάνει στό παιδί της. Καί μετά τό παιδί ταλαιπωρεῖται ἐξαιτίας τῆς μάνας χωρίς νά φταίει. Λιώνει, λιώνει τό καημένο γιά νά τιμωρηθεῖ ἡ μάνα καί νά καταλάβει τό σφάλμα της. Τότε φυσικά τό παιδί θά πάει μάρτυρας. Τά κρίματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄβυσσος». Πολλοί ἄνθρωποι γιά νά προστατευτοῦν τάχα ἀπό τήν βασκανία, φοροῦν κάποια ματάκια», λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος. «Δέν κάνει οἱ μητέρες νά φοροῦν ματάκια στά μωρά τους γιά νά μήν τά ματιάζουν. Νά λέτε στίς μητέρες σταυρό νά φοροῦν στά παιδιά»[3]. Τό ἴδιο βέβαια κι ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Εἶναι ἀπαράδεκτο νά φοροῦν τέτοια πράγματα τά ὁποῖα εἶναι οὐσιαστικά σύνεργα τῆς μαγείας.
 
«Ἡ βασκανία εἶναι πολύ ἄσχημο πράγμα», ἔλεγε κι ὁ Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης. «Εἶναι ἡ κακή ἐπίδραση πού γίνεται ὅταν κανείς ζηλέψει καί ὀρεχτεῖ κάτι, ἤ κάποιον. Θέλει μεγάλη προσοχή. Ἡ ζήλεια κάνει πολύ κακό στόν ἄλλον. Αὐτός πού βασκαίνει, δέν τό βάζει κἄν στόν νοῦ του ὅτι κάνει κακό. Εἴδατε τί λέει καί ἡ Παλαιά Διαθήκη; «Βασκανία γάρ φαυλότητος ἀμαυροῖ τά καλά»[4]. Ὅταν ὅμως ὁ ἄλλος εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ κι ἐξομολογεῖται καί μεταλαμβάνει κι ἔχει πάνω του τόν σταυρό, δέν τόν πιάνει τίποτα. Ὅλοι οἱ δαίμονες νά πέσουν πάνω του, δέν καταφέρνουν τίποτα»[5].
 
Τό μάτιασμα, εἶναι μιά δαιμονική ἐνέργεια, ἐξηγεῖ κι ὁ ἅγιος Μέγας Βασίλειος, ἡ ὁποία γίνεται μέσῳ τῶν φθονερῶν ἀνθρώπων.
 
«Δέν ὑπάρχει τίποτε περισσότερο βδελυρό καί πονηρό ἀπό μία ψυχή πού βασκαίνει», παρατηρεῖ κι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, «διότι ἀπό αὐτό ἀνατράπηκαν Ἐκκλησίες, γεννήθηκαν αἱρέσεις, κι αὐτό ὅπλισε τό χέρι τοῦ ἀδελφοῦ»[6]. Ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ πρῶτος φόνος τοῦ Ἄβελ ἀπό τόν Κάιν ἔγινε διά φθόνου, ὅπως κι ὁ φόνος τοῦ Κυρίου ἀπό τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους.
 
Λέγει ἡ Ἁγία Γραφή: «διά φθόνον παρέδωκαν αὐτόν»[7]. «Ὁ βάσκανος ἔχει πονηρό μάτι πού ματιάζει τά ἀγαθά. Ἡ πονηρή ἐνέργεια βγαίνει ἀπό τήν φθονερή ψυχή του. Ὁ ἄνθρωπος ἐάν εἶναι φθονερός, δέν νοιάζεται γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του∙ ἕνα μόνο τόν νοιάζει ἡ καταστροφή τοῦ ἄλλου. Τόν βάσκανο, ἀκόμα κι ἄν τόν καλέσεις δαίμονα καί θηρίο, δέν ἁμαρτάνεις. Οἱ βάσκανοι εἶναι χειρότεροι ἀπό τά θηρία, γιατί ἐκεῖνα μᾶς ἐπιτίθενται εἴτε γιά νά βροῦν τροφή, εἴτε γιατί τά ἀγριέψαμε καί φοβήθηκαν. Αὐτοί δέ, ἀκόμα κι ὅταν πολλές φορές εὐεργετήθηκαν», οἱ βάσκανοι δηλαδή, «ἀδίκησαν τούς εὐεργέτες τους καί τούς κυνήγησαν. Ὁ βάσκανος ἕνα μόνο κοιτάει, νά ἐκπληρώσει τήν ὅποια ἐπιθυμία του, εἴτε αὐτή μένει νά τόν κολάσει εἴτε πρόκειται νά τόν καταστρέψει. Τό μάτι τοῦ βάσκανου λιώνει ἀπό λύπη στό διηνεκές, συγκατοικεῖ μέ τόν θάνατο. Πιστεύει ὅτι ὅλοι εἶναι ἐχθροί του, ἀκόμα καί αὐτοί πού σέ τίποτα δέν τόν ἀδίκησαν. Τό νά βασκαίνεις εἶναι χειρότερο ἀπό τό νά πολεμᾶς, γιατί αὐτός πού πολεμάει, ὅταν λυθεῖ ἡ αἰτία πού πολεμάει, διαλύεται καί ἡ ἔχθρα, ἐνῶ ὁ βάσκανος δέν ἔχει καμία ἄλλη αἰτία πέρα ἀπό τήν δική του μανία καί τήν σατανική του θέληση. Πάντοτε βασκαίνει»[8].
 
«Γεννιέται ἕνα παιδί», παρατηρεῖ καί ὁ Ἱερός Χρυσόστομος «καί παρατηροῦμε τήν ἀνοησία πολλῶν νά κρεμᾶνε στό χέρι καί στά ροῦχα τοῦ παιδιοῦ «φυλαχτά» γιά νά μήν τό ματιάξουν. Τί ποιό γελοῖο ὑπάρχει ἀπό αὐτό, ἀπό τό νά ἐμπιστεύονται τήν ἀσφάλεια τοῦ παιδιοῦ σέ κλωστές καί σέ νήματα καί σέ ἄλλα παρόμοια φυλαχτά κι ὄχι στόν Κύριο; Δέν θά ἔπρεπε νά κρεμᾶνε φυλαχτά παρά μόνο τόν σταυρό πού κατακεραυνώνει τόν διάβολο»[9].
 
«Ὁ ἄνθρωπος πού τόν «πιάνει» τό μάτι καί ματιάζεται εἶναι ἄοπλος, γιατί δέν ἔχει Χριστό ἐπάνω του», παρατηρεῖ καί ὁ μακαριστός Ἱεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος. «Δέν ζεῖ τήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτός πού ματιάζεται. Μοιάζει μέ ἕναν ἀδύναμο ὀργανισμό πού μέ τήν παραμικρή ἀφορμή ἀρρωσταίνει, γιατί δέν ἔχει τά ἀνάλογα ἀντισώματα.
 
Ἡ Ἐκκλησία λύνει τα μάγια κατά τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἐνῶ οἱ μάγοι κι οἱ μάγισσες λύνουν τά μάγια τοῦ σώματος, ὄχι ὅμως τῆς ψυχῆς κι ἔτσι παραμένει σκλαβωμένη ἡ ψυχή στό πονηρό πνεῦμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι τό μάτιασμα, ἡ βασκανία, πού ἡ Ἐκκλησία τήν παραδέχεται κι ἔχει εὐχές γιά νά λύσει τό μάτιασμα. Ὅταν ὅμως οἱ ἄνθρωποι δέν καταφεύγουν στήν Ἐκκλησία διά τῶν ἱερέων της, ἀλλά πᾶνε στήν κ. Κατίνα πού ξεματιάζει καί πού εἶναι ὄργανο τοῦ σατανᾶ, ὁ σατανᾶς ἀποσύρεται. Ἔτσι ἡ κ. Κατίνα γίνεται «ἁγία» στά μάτια τοῦ κόσμου, κι αὐτός πού θεραπεύτηκε ἀπό αὐτήν τήν βλέπει σάν σωτῆρα του. Εἶναι τέχνασμα τοῦ σατανᾶ. Ὁ σατανᾶς εἶναι αὐτός πού προκάλεσε τό ὅλο ζήτημα τοῦ ματιάσματος κι αὐτός εἶναι πάλι πού ἀποσύρεται. Κι οἱ ἄνθρωποι πηγαίνοντας στόν διάβολο -στήν κ. Κατίνα- κι ὄχι στήν Ἐκκλησία χαίρεται, διότι συλλαμβάνει τήν ψυχή κάνοντας καλά τό σῶμα», κι αὐτό βέβαια προσωρινά, καί πάλι τά ἴδια.
 
«Βλέπουμε πολλές κατεξοχήν γυναῖκες νά ξεματιάζουν καί νά ὑποκαθιστοῦν ἔτσι τήν Ἐκκλησία πού ἔχει εἰδική εὐχή γιά τήν βασκανία». Παίρνουν, δηλαδή, τήν θέση τοῦ ἱερέα, ὅσοι κι ὅσες ξεματιάζουν, πράγμα κατεξοχήν ὑπερήφανο καί ἀπαράδεκτο. «Πίσω ἀπό αὐτή τήν ἐνέργεια τοῦ ξεματιάσματος», λέει ὁ μακαριστός Παναγόπουλος, «κρύβεται ὁ διάβολος. Μά τό «Πάτερ ἡμῶν» λέει ἡ κ. Κατίνα καί ξεματιάζει.. ποῦ εἶναι τό κακό; λένε πολλοί. Κανένα ἀγκίστρι δέν πιάνει ψάρι χωρίς δόλωμα. «Πάτερ ἡμῶν» θέλει ὁ διάβολος νά τοῦ βάλεις, μά εἶναι δικό του τό ἀγκίστρι. Καί φεύγει ὁ διάβολος ἀπ’ τόν ματιασμένο ἀπό σκοποῦ γιά νά φανεῖ στόν ἄλλον ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει δύναμη. Νά, ἡ κ. Κατίνα τήν ἔχει τήν δύναμη! Ἀλλά καί ἡ κ. Κατίνα, πού εἶναι ὄργανο τοῦ σατανᾶ χωρίς νά τό καταλαβαίνει, νά πιστέψει ὅτι εἶναι κάποια». Καί γι’ αὐτό τόν λόγο ἐπίσης ἐνεργεῖ ὁ διάβολος, γιά νά σπείρει τήν ὑπερηφάνεια σέ αὐτούς πού ξεματιάζουν. «Μέ αὐτό τόν πονηρό τρόπο ὁ διάβολος λύνει τα μάγια τοῦ σώματος ἐκείνου πού ματιάστηκε, ἀλλά παράλληλα σκλαβώνει τήν ψυχή του»[10].
 
«Ἀκοῦστε κι ἄλλο ἕνα περιστατικό», λέει ὁ Ὅσιος Πορφύριος, «πού συνέβη ἐπίσης, ἀπό ζήλεια. Μιά πεθερά ζήλευε πολύ τήν νύφη της. Δέν ἤθελε νά βλέπει κανένα καλό πάνω της. Μιά μέρα ἡ νύφη ἀγόρασε ἕνα ὡραῖο ἐμπριμέ ὕφασμα γιά φόρεμα. Τό εἶδε ἡ πεθερά, τό ζήλεψε. Ἡ νύφη κλείδωσε τό ὕφασμα σ’ ἕνα σεντούκι, στό κάτω μέρος, κάτω ἀπ’ ὅλα τά ροῦχα, μέχρι νά ἔλθει νά τῆς τό ράψει ἡ μοδίστρα. Ἦλθε ἡ μέρα τῆς μοδίστρας. Πάει ἡ νύφη νά βγάλει τό ὕφασμα, τί νά δεῖ! Ὅλο τό ὕφασμα ἦταν κοντά-κοντά ψαλιδισμένο, ἄχρηστο! Κι ὅμως, ἦταν κλειδωμένο στό σεντούκι. Ἡ κακή δύναμη δέν ἔχει φραγμούς. Δέν ἐμποδίζεται οὔτε ἀπό κλειδαριές, οὔτε ἀπό ἀποστάσεις. Ἡ κακή δύναμη μπορεῖ καί τό αὐτοκίνητο νά τό γκρεμίσει, χωρίς νά ὑπάρχει βλάβη»[11].
 
Ἄς φροντίζουμε λοιπόν νά εἴμαστε πάντοτε ἐξομολογημένοι, μετανοημένοι, νά μετέχουμε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων συχνά καί νά ἔχουμε γενικότερα πνευματικό ἀγῶνα, πνευματική ζωή, ὀρθόδοξη ἀγωνιστική πορεία, ὁπότε δέν ἔχουμε νά φοβηθοῦμε τίποτε ἀπό τά πονηρά πνεύματα, τά κακά πνεύματα, τά ὁποῖα παίρνουν ἀφορμή καί ἐνεργοῦν ὅταν οἱ ἄνθρωποι γίνονται κατοικητήριά τους καί ἐνεργούμενά τους, ὅταν οἱ ἄνθρωποι καταλαμβάνονται ἀπό τή ζήλεια καί τόν φθόνο.
 
Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
 
[1] Βίος καί Λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Β΄ ἔκδοση, Ἱ.Μ. Χρυσοπηγῆς, (στό ἑξῆς: Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου).
 
[2] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.
 
[3] Μέ πόνο καί ἀγάπη γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, Ἁγίου Παϊσίου Ἀγιορείτου, Λόγοι Α΄, Ἱ. Ἡ. “Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος”, Σουρωτή Θεσ/νικης 1998, (στό ἑξῆς: Μέ πόνο καί ἀγάπη γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου).
[4] Σοφ.Σολ. 4, 12.
[5] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.
 
[6] Τό γνῶθι σαὐτόν, Κείμενα αὐτογνωσίας Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, ἐκδ. Ἄθως, 2011.
[7] Ματθ. 27, 18.
 
[8] Τό γνῶθι σαὐτόν, Κείμενα αὐτογνωσίας Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, ἐκδ. Ἄθως, 2011.
 
 
[10] Ὅ.π.
 
[11] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.