Θέλω πρωτίστως νά εὐχαριστήσω τόν Πανάγιο Τριαδικό Θεό πού μέ ἀξιώνει γιά μία ἀκόμη φορά νά εἶμαι σ’ αὐτόν τόν ἱερό χῶρο τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου (τόν ναό) καί νά προσκυνῶ τό Ἅγιο Λείψανό του, καί τῶν ἄλλων ἁγίων, τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ, πού ἔχετε ἐδῶ∙ νά εὐχαριστήσω τόν Μακαριότατο Ἀρχιεπίσκοπο καί τόν Ἐπίσκοπο Ἐδέσσης γιά τίς εὐλογίες τους γιά νά γίνει αὐτή ἡ ὁμιλία, νά εὐχαριστήσω τόν σεβαστό π. Ματθαῖο καί ὅλους τούς σεβαστούς ἱερεῖς τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ ναοῦ γιά τήν πρόσκληση καί τήν τιμή πού μοῦ κάνουν, καί ὅλους ἐσᾶς πού παρευρίσκεστε καί ὅσους μᾶς ἀκοῦνε, καί παρακαλῶ ὅλους νά εὐχηθεῖτε, ἔτσι ὥστε ὁ λόγος μας νά μήν εἶναι λόγος δικός μας∙ νά εἶναι λόγος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἐμεῖς ταπεινά θά ἐκφέρουμε, θά διακονήσουμε.
Ἡ ὑπέρβαση τοῦ φόβου.
– Τί εἶναι ὁ φόβος;
Ζοῦμε καταστάσεις φόβου τελευταῖα στήν πατρίδα μας. Θά ἔλεγα, τρομοκρατίας. «Οὐθέν γάρ ἐστι φόβος εἰ μή προδοσία τῶν ἀπό λογισμοῦ βοηθημάτων»[1]. Τίποτε ἄλλο δέν εἶναι ὁ φόβος, μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Σοφία Σολομῶντος, τό Ἅγιο Πνεῦμα δηλαδή, παρά μία κατάσταση, κατά τήν ὁποία μᾶς ἐγκαταλείπει καί αὐτή ἡ βοήθεια τῆς διανοίας μας. Δηλαδή τό μυαλό μας, ὁ νοῦς μας, δέν μᾶς βοηθάει. Ὅταν φοβᾶσαι, δέν δουλεύει τό μυαλό σου σωστά, κάνεις παράλογα πράγματα. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή προδίδεται ἀπό τόν λογισμό του. Χάνει τήν ψυχραιμία του καί μπορεῖ νά φτάσει καί σ’ αὐτή τήν κατάσταση, πού τήν λένε σήμερα κάποιοι «κρίση πανικοῦ».
Ὁ Μέγας Βασίλειος ὀνομάζει τόν φόβο «ἑτέραν μέθην». Δηλαδή μεθύσι! Ἀλλά ἄλλου εἴδους μεθύσι. Ὁ φοβισμένος μοιάζει μέ τόν μεθυσμένο. Ποιό εἶναι τό χαρακτηριστικό τοῦ μεθυσμένου; Ὅτι ἔχει χάσει τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ του, δέν ξέρει τί κάνει, ἔχει χάσει τήν αἰδώ, τήν ντροπή, καί κάθε ἀναστολή. Καί πολύ εὔκολα ὑποκύπτει σέ κάθε πάθος παραλογιζόμενος καί αὐτοταλαιπωρούμενος καί, θά λέγαμε, καί αὐτορεζιλευόμενος (ἄν μποροῦμε νά τήν χρησιμοποιήσουμε αὐτή τή λέξη).

Καί λέει στή συνέχεια ἡ Σοφία Σολομῶντος: «ἔνδοθεν δέ οὖσα ἥττων ἡ προσδοκία, πλείονα λογίζεται τήν ἄγνοιαν τῆς παρεχούσης τήν βάσανον αἰτίας»[2]. Δυστυχῶς, ἔχουμε χάσει τήν γλώσσα μας καί θέλει μετάφραση.. Καί ἐπειδή δέν διαβάζουμε καί πολύ τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀκόμα περισσότερο δυσκολευόμαστε… Ἁπλά: ὅταν μειωθεῖ μέσα μας ἡ ἐλπίδα, τότε ὁ φόβος ἐξαιτίας τῆς ἀγνοίας μας, μᾶς κάνει νά θεωροῦμε χειρότερα τά κακά, παρ’ ὅσον στήν πραγματικότητα εἶναι. Ἐνῶ δηλαδή στήν πραγματικότητα εἶναι κάτι τίποτα ἤ σχεδόν τίποτα, ἐπειδή φοβᾶσαι, τό βλέπεις σάν κάτι πολύ τρομερό, πολύ φοβερό.
Φοβόμαστε καί ταλαιπωρούμαστε περισσότερο ἀπό τόν ἀνόητο φόβο -τήν νηπιακή αὐτή κατάσταση τῆς ψυχῆς- παρά ἀπό τά ἴδια τά γεγονότα. Λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «ἐκεῖνο πού φοβᾶται κανείς ὅτι θά πάθει, αὐτό καί παθαίνει∙ κι ἄν δέν τό πάθει, ὅμως τιμωρεῖται περισσότερο ἀπό τόν ἑαυτό του», δηλαδή ἀπό τόν φόβο του «παρά ἀπό τούς δρᾶστες»[3], πού ὑποψιάζεται, πού τρέμει ὅτι θά τόν πειράξουν, θά τόν βασανίσουν κλπ.
Καί ὁ Ἱερός Χρυσόστομος λέει, ὅτι «ὁ φόβος εἶναι ἡ μεγαλοποίηση ἀναμενόμενων συμφορῶν, πού συνδέονται μέ ἔνοχη συνείδηση»[4]. Περιμένεις κάτι κακό, μιά συμφορά, ἀλλά τήν κάνεις πολύ μεγάλη, πολύ τραγική. Καί αὐτό λέει, συνδέεται μέ ἔνοχη συνείδηση. Γιατί τό παθαίνουμε αὐτό; Γιατί δέν ἔχουμε τακτοποιημένη, εἰρηνική τήν συνείδησή μας.
Ἄρα, ὁ φόβος συνδέεται καί μέ τήν ἁμαρτία, μέ τήν ἀτακτοποίητη συνείδηση καί μέ τίς ἐνοχές πού ἔχουμε μέσα μας. Γι’ αὐτό βλέπετε οἱ Ἅγιοι ἦταν ἄφοβοι, γιατί ἤτανε πάντοτε μέ τακτοποιημένη τήν συνείδησή τους, ἐξομολογημένοι, μετανοημένοι, προσευχόμενοι, γεμάτοι μέ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει, «φόβος ἐστί προμελετώμενος κίνδυνος», δηλαδή ἕνας κίνδυνος πού τόν προμελετᾶς ἀπό πρίν, «ἤ πάλιν φόβος ἐστί σύντρομος αἴσθησις καρδίας». Τρέμει τό φυλλοκάρδι σου, νά τό ποῦμε ἁπλά. «Κλονουμένη καί ἀσχάλλουσα περί ἀδήλων συμφορῶν»[5]. Ἁπλά: ὁ φόβος εἶναι κίνδυνος πού προμελετᾶται.. λές, τώρα θά γίνει αὐτό, καί τί θά γίνει, καί τί θά κάνουμε καί σκέφτεσαι καί ἔχεις λογισμούς καί ταράζεσαι. Ἤ διαφορετικά, ὁ φόβος, λέει, εἶναι μία ἔντρομη αἴσθησις τῆς καρδίας, τρέμει ἡ καρδιά σου, συγκλονίζεσαι ὁλόκληρος καί ἀγωνιᾶς, καί ἀγωνιᾶ ἡ καρδιά σου ἀπό ἀναμονή ἀπρόβλεπτων συμφορῶν. Καί πολλές φορές τίποτα δέν γίνεται, καί λές, τί ἤθελα πού φοβόμουνα;
– Ποιά εἶναι τά εἴδη τοῦ φόβου;
Θά μᾶς πεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ μέγας δογματολόγος: Ὁ φόβος διαιρεῖται σέ ἕξι εἴδη. Εἶναι καί μαθηματικός στόν λόγο του ὁ Ἅγιος. Πρῶτο εἶδος, ὁ δισταγμός. Εἶδος φόβου ὁ δισταγμός. Δεύτερον, ἡ ντροπή. Τρίτον, ἡ αἰσχύνη. Θά τά ἐξηγήσει μετά. Τέταρτον, ἡ κατάπληξη.. ἔμεινα κατάπληκτος, λέμε. Ἄλλο κατάπληξη ἄλλο ἔκπληξη. Καί ἕκτον, ἡ ἀγωνία, τό ἄγχος, αὐτό τό πνίξιμο.
Δισταγμός εἶναι ὁ φόβος πού ἔχουμε γιά κάτι πού πρόκειται νά κάνουμε. Νά τό κάνω ἤ νά μήν τό κάνω, διστάζω.. Ντροπή εἶναι ὁ φόβος στήν περίπτωση πού ἀναμένουμε κάποια κατηγορία. Ὤχ, τώρα θά μοῦ τήν ποῦνε, θά μέ κατηγορήσουνε, ντρεπόμαστε. Αἰσχύνη εἶναι ὁ φόβος γιά κάποιο κακό πού ἔχουμε πράξει. Τό ἔχουμε κάνει τό κακό, ἔχουμε ἔνοχη συνείδηση καί ἔρχεται ἡ αἰσχύνη. Ὅπως οἱ Πρωτόπλαστοι, αἰσχυνόμαστε, λέει, ντρεπόμαστε… Μήπως ἁμαρτήσατε; τούς λέει ὁ Θεός. Ἐνῶ ἤξερε πολύ καλά! Κατάπληξη εἶναι ὁ φόβος πού προκαλεῖται ἀπό μεγάλη φανταστική ἐντύπωση. Φαντάζεσαι κάτι φοβερό καί τρομερό καί μένεις κατάπληκτος. Ἔκπληξη εἶναι ὁ φόβος πού προκαλεῖται ἀπό ἀσυνήθιστη φανταστική ἐντύπωση. Κάτι τό ἀσυνήθιστο, τό παράξενο καί σοῦ φέρνει ἔκπληξη, τί εἶναι αὐτό τώρα;.. πῶς μᾶς προέκυψε;.. καί ἀγωνία εἶναι ὁ φόβος ἀποτυχίας πού αἰσθανόμαστε σέ κάποια ἐνέργεια. Θά τό κάνω, θά πετύχει; Ἀγωνιῶ, ἄγχος.
– Ποιός εἶναι ὅμως ὁ κύριος φόβος πού μᾶς ταλαιπωρεῖ;
Αὐτό εἶναι πολύ σημαντικό νά τό καταλάβουμε. Στό βάθος ὅλων τῶν φόβων ἕνας εἶναι ὁ κύριος φόβος πού φοβόμαστε.. στό βάθος ὅλοι.. ὁ φόβος τοῦ θανάτου, πού θεωρεῖται, δυστυχῶς καί ἀπό μᾶς τούς Χριστιανούς, πού ὑποτίθεται εἴμαστε ἀναστημένοι ἄνθρωποι καί πιστεύουμε στόν ἀναστημένο Κύριο, ἡ χειρότερη συμφορά. Στήν πραγματικότητα βέβαια ἡ μεγαλύτερη συμφορά δέν εἶναι ὁ θάνατος ὁ σωματικός, ἀλλά ὁ πνευματικός θάνατος, αὐτό πού λέει ἡ Ἀποκάλυψη, ὁ δεύτερος θάνατος[6], ὁ χωρισμός δηλαδή ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας, ἀπό τήν αἰώνια Πηγή τοῦ παντός ἀγαθοῦ, πού εἶναι ὁ Θεός.
Φοβόμαστε τόν θάνατο, λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ὄχι ἐπειδή ἐκεῖνος εἶναι φοβερός, ὁ θάνατος δέν εἶναι φοβερός. Λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος, ὅπως ἀνοίγεις τήν πόρτα καί πᾶς δίπλα ἤ βγαίνεις ἔξω.. ὅπως εἶσαι ἐδῶ, θά εἶσαι καί ἐκεῖ. Δέν ἀλλάζει τίποτα μέ τόν θάνατο. Τό μόνο πού ἀλλάζει εἶναι πού ἀφήνεις τό σῶμα σου κι αὐτό προσωρινά. Θά τό ξαναπάρεις καί θά τό πάρεις καί ἄφθαρτο στήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου.
Δέν εἶναι φοβερός, λοιπόν. Τόν φοβόμαστε ὅμως, γιατί; Ἐπειδή, λέει, οὔτε ἡ ἀγάπη πρός τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μᾶς θέρμανε, δέν ἔχει ζεσταθεῖ ἡ καρδιά μας, δέν λαχταρᾶμε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.. ἔχουμε κολλήσει ἐδῶ, στίς ἀπολαύσεις τίς γήινες, οὔτε ὁ φόβος τῆς γέενας, τῆς κολάσεως δηλαδή, μᾶς κατέλαβε. Δέν ἔχουμε καταλάβει τί φοβερό πράγμα εἶναι ἡ κόλαση. Καί ἐπιπλέον δέν ἔχουμε καί συνείδηση ἀγαθή.
Βλέπετε; Πρῶτον, δέν ποθοῦμε τήν Βασιλεία, δεύτερον, δέν φοβόμαστε τήν κόλαση, δέν συνειδητοποιοῦμε τί θά πεῖ κόλαση, καί τρίτον, δέν ἔχουμε καλή συνείδηση. Ἡ συνείδησή μας μᾶς λέει, εἶσαι ἔνοχος, εἶσαι ἁμαρτωλός, καί ἔχεις πολλά νά πληρώσεις, γι’ αὐτό φοβᾶσαι τόν θάνατο. Ἐνῶ μπορεῖς νά ξεπληρώσεις, νά ξεχρεώσεις, νά τακτοποιηθεῖς. Δέν τό κάνουμε..
Θέλετε νά σᾶς ἀναφέρω καί μιά τέταρτη αἰτία; λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, δέν ζοῦμε βίο σκληραγωγίας. Ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι πάντα ἀσκητική, ἡ ζωή τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι σταυρική, νηστεία, ἀγρυπνία, χαμεκοιτία, μετάνοιες, κομποσκοίνι, εὐτέλεια στά ροῦχα, ἁπλότητα στά πάντα. Δέν ζοῦμε τέτοιον βίο, ὅπως ἁρμόζει στούς Χριστιανούς. Κοιτάξτε, τά λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, δέν τά λέει ἕνας καλόγερος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἄς ποῦμε.. Ἕνας ἄνθρωπος πού ζοῦσε μέσα στόν κόσμο καί τά λέει σέ ἀνθρώπους τοῦ κόσμου. Ἄρα ἡ ἀσκητική εἶναι γιά ὅλους. Ζηλέψαμε τόν μαλθακό καί νωθρό βίο. Γι’ αὐτό εἶναι φυσικό νά μᾶς ἀρέσει νά μένουμε στά πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου. Ἔχουμε κολλήσει, λόγω τῆς φιληδονίας, λόγω τῆς φιλαυτίας, τῆς νωθρότητας, τῆς ἀμέλειας, τῆς ραθυμίας, τῆς τεμπελιᾶς, στά γήινα, πού πιστεύουμε ὅτι αὐτά θά μᾶς φέρουν τήν χαρά. «Ἡ ἄνεση θά φέρει τή χαρά».. πιό μεγάλη ἀπάτη ἀπ’ αὐτό δέν ὑπάρχει! Γι’ αὐτό εἶναι φυσικό νά μᾶς ἀρέσει νά μένουμε στά πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου.
Ἄν ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου μέ τήν ζωντανή πίστη στόν Ἀναστάντα Κύριο, τότε ἐλευθερωνόμαστε ἀπό τόν διάβολο καί ἀπό κάθε ἄλλο φόβο, ἀπό κάθε ἀνασφάλεια, ἀπό κάθε πανικό, ἀπό κάθε φοβία. Γι’ αὐτό ἔλεγε ὁ μακαριστός ὁ Ἅγιος Πορφύριος, δέν ὑπάρχει θάνατος, δέν ὑπάρχει κόλαση, δέν ὑπάρχει διάβολος! Πῶς δέν ὑπάρχουνε, Γέροντα; Ὑπάρχουνε ἀντικειμενικά, ἀλλά γιά τόν Χριστιανό εἶναι σάν νά μήν ὑπάρχουνε! Ἔχει ξεπεράσει ὅλα αὐτά καί τούς φόβους πού συνδέονται μ’ αὐτά.
Ὅποιος δέν φοβᾶται τόν θάνατο, λέει πάλι ὁ Ἰερός Χρυσόστομος, εἶναι ἔξω ἀπό τήν τυραννική ἐξουσία τοῦ διαβόλου. Γιατί μᾶς τυραννάει ὁ διάβολος; Γιατί μᾶς ρίχνει στά πάθη, στήν ἁμαρτία; Γιατί ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ θανάτου καί σοῦ λέει, τώρα θά μέ σφάξουνε.. θά μοῦ βάλουνε πρόστιμο.. ἀκόμα δέν μᾶς ἀπειλοῦν μέ σφάξιμο τούς Χριστιανούς.. ἄλλα ἔχουνε τώρα πρός τό παρόν. Κι ὅμως φοβόμαστε κι αὐτά! Ἀπό πίσω καί ἀπό αὐτά πού φοβόμαστε τά μικρά, κρύβεται αὐτός ὁ μεγαλύτερος φόβος τοῦ θανάτου. Ἄν ἔχεις ἀποφασίσεις νά πεθάνεις, φοβᾶσαι νά πληρώσεις ἕνα πρόστιμο γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ; Σιγά τό πράγμα.. Ὅσα ἑκατοπενηντάρια θέλετε νά σᾶς δώσω… ἐγώ θά πάω στήν ἐκκλησία μου, θά πάω νά κοινωνήσω, θά φερθῶ ὅπως πρέπει!
Φοβόμαστε λοιπόν τόν θάνατο καί γι’ αὐτό μᾶς τυραννάει ὁ διάβολος. Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἀπόστολος, εἶναι τό κεντρί τοῦ διαβόλου ὁ θάνατος. Ἄν ξεπεράσεις τόν θάνατο, ἐλευθερώνεσαι ἀπό τόν διάβολο! Κανέναν δέν φοβᾶται, ὅποιος δέν φοβᾶται τόν θάνατο, κανέναν δέν τρέμει. Εἶναι ἀπό ὅλα ἀνώτερος καί ἀπό ὄλους πιό ἐλεύθερος. Ὅποιος θυσιάζει τό ὕψιστο, τήν ζωή του, εἶναι ἕτοιμος νά πεθάνει, πολύ περισσότερο θυσιάζει καί ὅλα τά ἄλλα. Πάρτε καί τήν περιουσία μου, καί τά σπίτια μου, ὅ,τι θέλετε πάρτε.. καί τά παιδιά μου.. Βλέπετε, οἱ Ἅγιοι, τούς σφάζανε τά παιδιά τους μπροστά τους. Δέν λέγανε, ἔ.. τό παιδί μου τώρα.. γιά χάρη τοῦ παιδιοῦ μου.. Γιατί δικό σου εἶναι τό παιδί; Τοῦ Θεοῦ εἶναι τό παιδί. Ἅμα θέλει ὁ Θεός νά γίνει τό παιδί σου μάρτυρας, δόξα τῷ Θεῷ! Καί θά τό ἐνθαρρύνω κιόλας νά μείνει πιστός καί νά ὁμολογήσει καί νά καταντροπιάσει τούς διῶκτες καί τούς ἀρνησίχριστους!
Ὅταν ὁ διάβολος βρεῖ μιά τέτοια ψυχή, νά μήν φοβᾶται τόν θάνατο, τίποτε δέν μπορεῖ νά τῆς κάνει. Μέ τί θά σέ ἀπειλήσει; Ἀφοῦ τό πιό χειρότερο πού ἔχει νά σοῦ κάνει εἶναι νά σέ σκοτώσει. Ἅμα αὐτό δέν τό φοβᾶσαι, τίποτα δέν φοβᾶσαι.
Γιά πές μου, θά τήν φοβερίσει μέ ἀπώλεια χρημάτων, αὐτή τήν ψυχή, αὐτή τήν καρδιά, ἤ μέ βάσανα καί ἐξορία ἀπό τόν τόπο της (αὐτόν τόν ἄνθρωπο, αὐτή τήν ὕπαρξη); Αὐτά εἶναι ἀσήμαντα, γιά ὅποιον εἶναι ἕτοιμος νά θυσιάσει τή ζωή του[7], ὅπως λέει ὁ Μακάριος Παῦλος.
– Γιατί φοβόμαστε λοιπόν τόν θάνατο;
Φοβόμαστε τόν θάνατο, γιατί ζοῦμε σωματικά, σαρκικά. Εἴμαστε ὑποδουλωμένοι στό σῶμα. Λέει ὁ Ὅσιος Ἰσαάκ… (Σκόπιμα διαβάζω καί τό ἀρχαῖο, εἰς πεῖσμα κάποιων πού θέλουν νά χάσουμε τήν γλώσσα μας.. ὄχι.. νά τό διαβάζετε τό κείμενο στό πρωτότυπο καί στήν Ἁγία Γραφή καί στούς Ἁγίους Πατέρες, καί μετά νά διαβάζετε καί τήν μετάφραση, νά παίρνετε καί τά λεξικά. Μήν ἀφήνετε τό πρωτότυπο. Γιατί κάθε μετάφραση εἶναι καί μιά προδοσία, ἔλεγε κάποιος. Συγγνώμη γιά τήν παρέκβαση). Λέει ὁ Ἀββάς Ἰσαάκ: «Ὅτε ἄνθρωπος ἐν τῇ γνώσει καί τῇ πολιτείᾳ τοῦ σώματος ἵσταται, ἐκ τοῦ θανάτου πτοεῖται». Δηλαδή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος στέκεται στήν γνώση καί στήν πολιτεία τοῦ σώματος, ζεῖ σωματικά δηλαδή, καί τόν νοιάζει μόνο τί θά φάει, τί θά πιεῖ, νά μήν κουραστεῖ, νά μήν ἱδρώσει, νά μήν ἀρρωστήσει, ἡ πολύτιμη ὑγεία μας, τό ὕψιστο ἀγαθό… Ποιός στό εἶπε ὅτι εἶναι τό ὕψιστο ἀγαθό; Δέν εἶναι κἄν ἀγαθό. Μπορεῖ νά εἶναι καί κακό. Τό ὕψιστο ἀγαθό εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ὑγεία, ἄν δέν τήν χρησιμοποιήσεις σωστά, εἶναι κακό, δέν εἶναι καλό! Καί δέν θά θυσιάσουμε τά πάντα γιά τήν πολύτιμη ὑγεία μας.. τήν λέμε ἔτσι κοροϊδευτικά στό Ἅγιον Ὄρος. Ὅταν λοιπόν ὁ ἄνθρωπος στέκεται σ’ αὐτήν τήν πολιτεία τοῦ σώματος, καί τόν νοιάζει μόνο αὐτό, ἐκ τοῦ θανάτου πτοεῖται. Τρέμει τόν θάνατο.
Ἕνας Γέροντας ρωτήθηκε (ἀπό τό Γεροντικό ἀπό τά ἀποφθέγματα): «Γιατί φοβᾶμαι, ὅταν περιπατῶ στήν ἔρημο; Καί ἀπάντησε: Γιατί ἐξακολουθεῖς νά ζεῖς!». Δηλαδή δέν ἔχεις νεκρωθεῖ γιά τόν κόσμο, γιά τόν διάβολο, γιά τόν κακό ἑαυτό σου, γιά τήν φιλαυτία σου, γιά τά πάθη σου. Εἶσαι ἀκόμα ζωντανός, σαρκικά δηλαδή. Ζεῖς σωματικά, γι’ αὐτό φοβᾶσαι νά περπατήσεις στήν ἔρημο. Καί τί ἔγινε νά περπατήσεις στήν ἔρημο; Τί διαφορά ἔχει ἡ ἔρημος ἀπό τήν πόλη; Φοβᾶσαι μήν ἔρθουνε ληστές καί σέ σκοτώσουν; Νά ’ναι εὐλογημένο. Ἅμα θέλει ὁ Θεός, ἄς γίνει κι αὐτό. Φοβᾶσαι μήν βρεῖς νερό καί πεθάνεις ἀπ’ τή δίψα; Νά ’ναι εὐλογημένο. Φοβᾶσαι τόν θάνατο! Γι’ αὐτό φοβᾶσαι τήν ἔρημο.
«Γιατί μέ καταλαμβάνει φόβος, ὅταν μοῦ τυχαίνει νά βγαίνω μόνος τήν νύκτα; (σέ ἄλλο ἀπόφθεγμα, ρώτησε ἕνας ἄλλος ἀδελφός ἕναν Γέροντα). Καί ὁ Γέροντας ἀπαντάει: Γιατί ἡ ζωή τοῦ κόσμου ἐξακολουθεῖ νά ἔχει ἀξία γιά σένα». Δηλαδή δέν ἔχεις ἀκόμα ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν φιλοδοξία, τήν φιληδονία καί τήν φιλαργυρία, πού εἶναι τά κύρια συστατικά τοῦ κόσμου. Εἶσαι δοῦλος σ’ αὐτά τά πάθη καί ἐκτιμᾶς αὐτή τή ζωή, τοῦ κόσμου.
– Ποιά εἶναι ἡ αἰτία τοῦ φόβου;
Ἡ αἰτία τοῦ φόβου, ἀπό ὅλα αὐτά πού εἴπαμε μέχρι τώρα, εἶναι ἡ ἀσέβεια, ἡ ὑποταγή στήν ἁμαρτία, ἡ ὑποδούλωση στό σῶμα, στήν σάρκα, στά πάθη γενικά. Λέει ἡ Ἁγία Γραφή στίς Παροιμίες: «Φεύγει ἀσεβής, μηδενός διώκοντος»[8]. Φεύγει θά πεῖ τό βάζει στά πόδια ὁ ἀσεβής, ἐνῶ δέν τόν κυνηγάει κανένας. «Δίκαιος δέ ὥσπερ λέων πέποιθε»[9]. Ἐνῶ ὁ δίκαιος, σάν λιοντάρι ἀπτόητος, μένει ἀκλόνητος σέ ὥρα κινδύνου ἔχοντας πεποίθηση φυσικά στόν Θεό, «ὡς λέων πέποιθε»[10].
Ἡ ἀπουσία τῆς κάθαρσης ἀπό τά πάθη, ἡ ἀπουσία τῆς Θείας Χάρης, τῆς ἐνεργοῦ Θείας Χάριτος, γιατί ἔχουμε πάρει τήν Θεία Χάρη μέ τό βάπτισμα, ἀλλά δυστυχῶς δέν τό ἔχουμε ἐνεργό, δέν ζοῦμε μέ κατάνυξη, μέ δάκρυα, μέ μετάνοια, μέ αἴσθηση Θεοῦ. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος στίς μοναχές του, «ἅμα ἔρθετε -λέει- σέ αἴσθηση Θεοῦ, κρατᾶτε μαντήλι», τρέχουν τά μάτια σας!
Ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι φίλος – δοῦλος τοῦ κόσμου, εἶναι ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Εἶναι λόγος τῆς Γραφῆς αὐτός, τό γνωρίζετε, καί εἶναι δοῦλος καί τοῦ κάθε εἴδους φόβου. Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, πού ἔχει γράψει τήν περίφημη «Κλίμακα», τό περίφημο βιβλίο αὐτό: «Ὁ δοῦλος Κυρίου -λέει- γενόμενος τόν οἰκεῖον Δεσπότην καί μόνον φοβηθήσεται»[11]. Αὐτός πού ἔγινε γνήσιος δοῦλος τοῦ Κυρίου, ἀληθινά δηλαδή κάνει ὑπακοή στόν Κύριο, γιατί δοῦλος εἶναι αὐτός πού κάνει ὑπακοή, δοῦλος Κυρίου αὐτός πού τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, αὐτός, λέει, θά φοβηθεῖ μόνο τόν Δεσπότη του, τόν Χριστό δηλαδή. «Ὁ δέ Τοῦτον οὔπω φοβούμενος», αὐτός πού δέν ἔχει φτάσει νά φοβᾶται τόν Δεσπότη του, δηλαδή νά Τόν σέβεται, νά τηρεῖ τίς ἐντολές Του, «τήν ἑαυτοῦ σκιάν πολλάκις πεφόβηται»[12], φοβᾶται καί τόν ἴσκιο του. Ὅποιος δηλαδή δέν φοβᾶται, δέν σέβεται τόν Θεό, ὅποιος δέν τηρεῖ τίς ἐντολές Του, αὐτός φοβᾶται τά πάντα καί ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει φόβος. Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, τηρεῖ τίς ἐντολές Του, αὐτός δέν φοβᾶται τίποτε ἄλλο.
– Πῶς ὑπερβαίνεται ὁ φόβος;
Ἀπό ὅλα τά ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ὁ φόβος ὑπερβαίνεται μέ ἕναν ἄλλο φόβο, μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος φόβος τοῦ Θεοῦ γιά νά ὑπάρχει, πρέπει νά ὑπάρχει κάτι ἄλλο. Τί εἶναι τό κάτι ἄλλο; Ἡ πίστις. Ὑπόβαθρο ἡ πίστις στόν Θεό. Καί ἄν πιστεύεις στόν Θεό, ἐννοεῖται πιστεύεις στόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πιστεύεις ὅτι ὁ Θεός, ὁ Χριστός μας, εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί αὐτά πού εἶπε, δέν λές, μπορεῖ νά ἰσχύουν, μπορεῖ καί νά μήν ἰσχύουν.. Ἰσχύουνε χίλια τοῑς ἑκατό! Καί τά παίρνω ὡς ὁδηγό στή ζωή μου.
– Τί λέει λοιπόν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ;
«Μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεννόντων τό σῶμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων ἀποκτεῖναι»[13]. Γιατί ὁ Κύριος τό γνώριζε ὅτι θά ἔχουμε διωγμούς. Θά ἔχουμε μάλιστα καί αἱματηρούς διωγμούς.. Ἀκόμα ἐδῶ στήν πατρίδα μας δέν ἔχουμε αἱματηρούς, ἀναίμακτους ἔχουμε. Πάντα εἴχαμε.
«Φοβήθητε δέ μᾶλλον τόν δυνάμενον καί ψυχήν καί σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ»[14]. Μή φοβηθεῖτε ἀπ’ αὐτούς πού σκοτώνουν τό σῶμα καί τήν ψυχή δέν μποροῦν νά σκοτώσουν. Κανείς δέν μπορεῖ νά σοῦ σκοτώσει τήν ψυχή, ἐκτός ἄν τή σκοτώσεις μόνος σου μέ τίς ἁμαρτίες σου. Οὔτε ὁ διάβολος μπορεῖ νά σοῦ σκοτώσει τήν ψυχή οὔτε κανένας ἄνθρωπος. Φοβηθεῖτε αὐτόν, πού μπορεῖ νά σκοτώσει τήν ψυχή, δηλαδή τόν Χριστό μας, νά σκοτώσει μέ τήν ἔννοια νά τήν τιμωρήσει, καί νά τήν ρίξει μαζί μέ τό σῶμα στήν κόλαση. Αὐτά λέει στό κατά Ματθαῖον.
Καί τό κατά Λουκᾶν λέει παρόμοια. «Μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεινόντων τό σῶμα, καί μετά ταῦτα μή ἐχόντων περισσότερόν τι ποιῆσαι»[15]. Ἐντάξει.. τί θέλεις, ὦ διώκτα; Νά μοῦ πάρεις τό σῶμα; Πάρτο! Μετά τί θά κάνεις; Μετά δέν μένει τίποτα ἄλλο.. Εἶναι ντροπή τους. Καί γι’ αὐτό ἤτανε καταισχύνη, ξέρετε, στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας οἱ Νεομάρτυρες. Ἤτανε ἡ μεγάλη ντροπή τῶν κατακτητῶν, τῶν Ὀθωμανῶν. Μαζευόντουσαν Ὀρθόδοξοι ἀπ’ τή μιά μεριά καί Ὀθωμανοί ἀπ’ τήν ἄλλη καί παρακολουθοῦσαν τόν ἀγῶνα τοῦ Νεομάρτυρος! Γιατί τούς ἔκαναν, νομίζετε, τόσα μαρτύρια τούς Νεομάρτυρες; Γιατί τούς σκότωναν μέ τή βία; Γιατί θέλανε νά πετύχουν τήν ἄρνηση. Ὅταν λοιπόν δέν τήν πετύχαιναν, ζητωκραύγαζαν οἱ Ὀρθόδοξοι. Νικήσαμε! Πῶς νίκησες;.. ἀφοῦ πέθανε! Μά ἀκριβῶς αὐτός ὁ θάνατος εἶναι ἡ νίκη. Γιατί δέν εἶναι ὁ θάνατος, θάνατος. Ὁ θάνατος πάει στήν αἰώνια ζωή. Θάνατος εἶναι ἡ ἄρνηση. Καί δέν ἀρνηθήκαμε, ἄρα νικήσαμε οἱ Ὀρθόδοξοι.
«Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν;»[16]. Ἀφοῦ εἶναι ὁ Θεός μαζί μας! Εἶναι ὅμως;.. Ἤ πιό σωστά εἴμαστε ἐμεῖς μέ τόν Θεό; Ἐκεῖ εἶναι τό πρόβλημα. Ὁ Θεός εἶναι μαζί μας. Ὁ Θεός δέν ἐγκαταλείπει κανέναν.
– Ἄν εἶσαι μέ τόν Θεό, τί φοβᾶσαι; Ὁ Θεός δέν εἶναι παντοδύναμος, δέν εἶναι πάνσοφος, δέν εἶναι πανάγαθος;
«Αὐτός γάρ εἴρηκεν· οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ’ οὐ μή σε ἐγκαταλίπω»[17]. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός μᾶς τό ἔχει ὑποσχεθεῖ, δέν θά σ’ ἀφήσω, δέν θά σέ ἐγκαταλείψω∙ «ὥστε θαρροῦντας ἡμᾶς λέγειν· Κύριος ἐμοί βοηθός, καί οὐ φοβηθήσομαι· τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος;»[18]. Ἔχοντας πίστη στήν Πρόνοια του Κυρίου, πρέπει νά λέμε μέ θάρρος, ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου καί δέν θά φοβηθῶ τίποτε! Τί θά μοῦ κάνει ὁ ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος; Τί φοβᾶσαι, ἄνθρωπέ μου; Ἀφοῦ ἔχεις τόν Κύριο μαζί σου!
«Οὐ φοβηθήσομαι ἀπό μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι»[19], λέει καί ὁ Δαβίδ στόν τρίτο ψαλμό. Δέν πᾶνε νά ’ρθοῦνε ὅλοι οἱ λαοί, νά πέσουν πάνω μου;.. Δέν φοβᾶμαι τίποτε!
– Μά ἕνας εἶσαι, θά τά βάλεις μέ ὅλους;
Ναί, μέ ὅλους! Γιατί ἔχω τόν Κύριο!
«Ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σύ ἐπάταξας πάντας τούς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας»[20]. Σήκω πάνω, Κύριε, σῶσε με ἀπό τούς ἐχθρούς μου, ἐσύ ὁ Θεός μου. Εἶμαι βέβαιος πλέον, ὅτι ἔχεις συντρίψει ὅλους αὐτούς πού μέ ἐχθρεύονται. Θεωρῶ ὡς τετελεσμένο γεγονός ὅτι συνέτριψες τά δόντια τῶν ἁμαρτωλῶν, πού σάν ἄγρια θηρία ἔρχονται νά μέ κατασπαράξουν.
«Ἐπί τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος»[21]. Ἐπειδή ἐλπίζω στόν Θεό, δέν φοβᾶμαι ὁτιδήποτε πού θά μοῦ κάνει κάποιος ἄνθρωπος, λέει στόν 55ο ψαλμό πάλι.
«Κανείς καί τίποτα νά μήν σέ φοβίζει. Κι ἄν ἀκόμα εἶναι ἀναρίθμητοι οἱ ἐχθροί, δαίμονες καί ἀσεβεῖς ἄνθρωποι, ὁ δικός μας Ὑπερασπιστής εἶναι ἰσχυρότερος»[22], λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος. Κάποιοι φοβοῦνται τά μάγια, τούς δαίμονες.. Γιατί φοβᾶσαι; Ὁ δικός σου Ὑπερασπιστής εἶναι ἰσχυρότερος ἀπ΄ ὅλους! Εἶναι ἄκτιστος. Εἶναι ὁ ἄκτιστος Θεός! Ὅλα τά ἄλλα εἶναι κτίσματα.
– Τί μπορεῖ νά κάνει τό κτίσμα μπροστά στόν ἄκτιστο Δημιουργό του;
Ὁ φόβος λοιπόν τοῦ Θεοῦ ἐξαλείφει κάθε ἄλλο φόβο. Καί μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ ξεπερνιέται κάθε ἄλλος ἀνόητος φόβος.
Ἀλλά ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι διπλός, εἶναι δύο εἰδῶν, θά μᾶς ποῦνε οἱ Ἅγιοι. Ὑπάρχει ὁ ἀρχικός φόβος τοῦ Θεοῦ πού μᾶς κάνει νά ξεκινήσουμε τόν πνευματικό ἀγῶνα. Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ φόβος τοῦ ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά μᾶς κολάσει, ὁ φόβος τῆς κολάσεως. Μερικοί λένε, δέν ὑπάρχει κόλαση… Μέγιστο ψέμα, μέγιστη ἀπάτη! Ἀφοῦ πιστεύεις στόν Χριστό, λές ὅτι δέν ὑπάρχει κόλαση; Μά ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε ὅτι ὑπάρχει κόλαση καί μάλιστα αἰώνια! «Πορεύσονται -λέει- οἱ ἁμαρτωλοί εἰς κόλασιν αἰώνιον»[23].
Πῶς ξεκινᾶς λοιπόν τόν πνευματικό ἀγῶνα; Πιστεύεις ὅ,τι εἶπε ὁ Χριστός γιά τήν κόλαση καί λές, ἄ..ἐγώ δέν θέλω νά πάω στήν κόλαση. Τί θά κάνω; Θά πρέπει νά φοβηθῶ τόν Θεό, νά σεβαστῶ δηλαδή τίς ἐντολές Του, γιά νά μήν πάω στήν κόλαση. Γιατί αὐτό μοῦ εἶπε ὁ Θεός: «ἐάν τηρήσετε τίς ἐντολές Μου, θά φᾶτε τά ἀγαθά τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ»[24], θά πᾶτε στή Βασιλεία Μου. Λοιπόν, ἀρχίζεις ἀπό τόν φόβο τῆς κόλασης, τόν ἀρχικό φόβο, τόν φόβο τοῦ Θεοῦ τόν ἀρχικό, νά τηρεῖς τίς ἐντολές. Ὅσο τηρεῖς τίς ἐντολές, τόσο ἀρχίζεις ν’ ἀγαπᾶς τόν Θεό, νά αἰσθάνεσαι αὐτή τήν ἀγάπη στόν Θεό, γιά τήν ὁποία μίλησε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί εἶπε, ποιός εἶναι, λέει, αὐτός πού Μέ ἀγαπάει; Δέν εἶναι αὐτός πού λέει ὡραῖα λόγια, συναισθήματα ὡραῖα, ἀγάπες καί λουλούδια πού λέμε.. ἀλλά «αὐτός πού ἔχει τίς ἐντολές Μου καί τίς τηρεῖ»[25].
– Ἀγαπᾶς, κύριε, τόν Θεό;
Ἀπόδειξέ το. Πῶς; Ἄν τηρεῖς τίς ἐντολές Του. Ὄχι μερικές. Ὄχι κατ’ ἐπιλογήν. Ὅλες τίς ἐντολές. Κι αὐτές πού δέν σοῦ ἀρέσουνε, πρῶτες νά τίς τηρήσεις.
Ὁ ἀρχικός φόβος τοῦ Θεοῦ λοιπόν πού ἔχει ὡς ὑπόβαθρο τήν πίστη στόν Θεό, στήν αἰώνια ἀνταπόδοση καί ἑπομένως καί στήν αἰώνια κόλαση, ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Καί αὐτή ἡ τήρηση τόν ὁδηγεῖ στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό. Καί ὅσο ἀγαπᾶς τόν Θεό, τόσο αἰσθάνεσαι καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Θυμάστε πού ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης γιά τόν ἑαυτό του, δέν ἔλεγε ἐγώ, ἤτανε πολύ ταπεινός, ἔλεγε «ὁ μαθητής ὅν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς»[26]. Γιατί τούς ἄλλους δέν τούς ἀγαποῦσε; Μόνο αὐτόν ἀγαποῦσε; Ὅλους τούς ἀγαποῦσε. Ἤ τόν ἀγαποῦσε παραπάνω; Ὄχι, ὁ Θεός δέν κάνει διακρίσεις. Ἄπειρα ἀγαπάει ὅλους. Ἀλλά γιατί ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του αὐτό ὁ Ἅγιος; Γιατί ὁ Ἅγιος ἀγαποῦσε πιό πολύ ἀπ΄ ὅλους τούς ἄλλους τόν Χριστό καί αἰσθανόταν πιό πολύ ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καί ἔλεγε, ὁ Χριστός μ’ ἀγαπάει πάρα πολύ, τό αἰσθάνομαι… γιατί ὁ ἴδιος Τόν ἀγαποῦσε. Ὅσο ἀγαπᾶς λοιπόν, τόσο αἰσθάνεσαι καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί ὅσο αἰσθάνεσαι καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τόσο ἀρχίζεις πλέον νά μή φοβᾶσαι τήν κόλαση. Γιατί ὁ Χριστός ἀπό μέσα σου σοῦ λέει, «παιδί μου, εἶσαι δικός Μου, σ’ ἀγαπῶ». Καί ἀρχίζεις μετά νά φοβᾶσαι κάτι ἄλλο, νά φοβᾶσαι μή στενοχωρήσεις Αὐτόν πού σ’ ἀγαπάει. Νά τρέμεις μήν κάνεις κανένα λάθος. Ὄχι μήπως πᾶς στήν κόλαση, ἀλλά μήπως στενοχωρήσεις αὐτή τήν μεγάλη ἀγάπη, πού ἔχει ὁ Χριστός γιά σένα, πού πέθανε πάνω στόν σταυρό γιά σένα καί, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἔχυσε πόσα κιλά αἷμα γιά σένα προσωπικά…
Λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος γι’αὐτή τήν δεύτερη κατάσταση, τόν δεύτερο φόβο, τόν φόβο μή λυπήσω τόν Θεό, πού πλέον ταυτίζεται μέ τήν ἀγάπη, φτάνεις κι ἐσύ δηλαδή ὅσο τό λές, νά τελειωθεῖς στήν ἀγάπη. Καί γι’ αὐτό λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, αὐτή ἡ ἀγάπη, «ἡ τελεία ἀγάπη, ἔξω βάλλει τόν φόβο»[27]. Ποιόν φόβο; Τόν ἀρχικό φόβο, πού φοβόσουνα τήν κόλαση, καζάνια κλπ. Δέν ὑπάρχουν τέτοια πράγματα βέβαια. Ἡ κόλαση καί ὁ παράδεισος εἶναι ἴδια κατάσταση, πού ἔλεγε ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός. Τόν ὁποῖο, οἱ μέν Τόν βλέπουν ὡς Φῶς γλυκύτατο, οἱ δέ ἁμαρτωλοί καί ἀμετανόητοι ὡς πῦρ κολαστικό. Δέν ἀντέχει ὁ ἁμαρτωλός νά βλέπει τόν Χριστό. Γιά πάρτε ἕναν ἀμετανόητο, βάλτε τον ἐδῶ μέσα σέ μιά ἀγρυπνία, θά σκάσει, δέν μπορεῖ.. Γιά σκέψου νά τόν βάλεις στόν παράδεισο, ἐκεῖ μπροστά στόν Χριστό, στήν αἰωνιότητα; Κόλαση θά εἶναι αὐτό τό πράγμα. Ὅμως ἔτσι θά εἶναι. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦνε τόν Θεό. Ἀλλά οἱ μέν θά Τόν βλέπουν ὡς φῶς, οἱ ἅγιοι, οἱ δίκαιοι, οἱ μετανοημένοι, καί θά χαίρονται, καί θά ἀγάλλονται καί θά εἶναι παράδεισος ἡ θέα τοῦ Χριστοῦ γι’ αὐτούς, οἱ δέ κακοί καί ἀμετανόητοι ὡς κόλαση, γιατί θά Τόν ἔχουνε ἀπορρίψει ἤδη ἀπ’ αὐτή τή ζωή, θά Τόν ἔχουνε μισήσει καί θά Τόν βλέπουν συνέχεια μπροστά τους, ἀλλά ὄχι πλέον ὡς φῶς, ὡς φωτιά. Θά εἶναι ἡ κόλαση. Δέν φταίει ὅμως ὁ Χριστός, φταῖνε αὐτοί, πού δέν ἀγάπησαν τήν πηγή τῆς ζωῆς.
«Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾿ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»[28].Ὦ, αὐτή ἡ εὐλογημένη κατάσταση, νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος νά ἀγαπήσει τόν Θεό! Εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος, δέν ὑπάρχει κόλαση, δέν ὑπάρχει διάβολος, δέν ὑπάρχει θάνατος. Γιατί τό ἔλεγε; Γιατί ἀγαποῦσε τόν Χριστό. Καί ἔλεγε, παιδιά, ἀγαπῆστε τόν Χριστό, ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν, δέν ὑπάρχει γλυκύτερο πράγμα ἀπ’ αὐτό!
«Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβο, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δέ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ»[29]. Ἔχεις φόβο; Σημαίνει ὅτι ἀκόμα δέν ἔχεις τελειωθεῖ στήν ἀγάπη, δέν ἔχεις ἀγαπήσει ὅσο πρέπει τόν Χριστό, ἅμα ἀκόμα φοβᾶσαι καζάνια καί κολάσεις.
Φοβος ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ καί τῆς Κρίσεως δέν ὑπάρχει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου πού ἀγαπάει, ἀλλά ἡ τελεία κατά Θεόν ἀγάπη βγάζει ἔξω ἀπό τήν ψυχή καί διώχνει τόν φόβο. Γιατί ὁ φόβος προϋποθέτει τήν τιμωρία ἐξαιτίας τῆς ἐνοχῆς. Καί ἐκεῖνος πού φοβᾶται ἐξαιτίας τῆς ἐνοχῆς του, εἶναι φανερό ὅτι δέν ἔχει προχωρήσει, δέν ἔχει γίνει τέλειος στήν ἀγάπη. Δέν ἔχει τακτοποιήσει ἀκόμα τήν συνείδησή του. Γι’ αὐτό, θυμάστε τί εἶπε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, στήν ἀρχή πού τό εἴπαμε; Ὁ φόβος συνδέεται μέ τήν ἔνοχη συνείδηση.
Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος ἔχει μία ὁμιλία γιά τόν θεῖο φόβο: «Ἡ τελεία ἀγάπη φυγαδεύει τόν φόβο»[30]. Ἄραγε, τί θέλει νά πεῖ μ’ αὐτό; ρωτάει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος. Γιά ποιά ἄραγε ἀγάπη μιλάει καί γιά ποιό φόβο; Ὁ Προφήτης λέει στόν Ψαλμό: «φοβήθητε τόν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι αὐτοῦ»[31]. Ἄν λοιπόν οἱ ἅγιοι, πού τόσο ἀγαποῦν τόν Κύριο τόν φοβοῦνται, πῶς λέει, ἡ ἀγάπη φυγαδεύει τόν φόβο; Θέλει νά μᾶς δείξει ὁ Ἅγιος ὅτι εἶναι δύο εἴδη φόβων∙ ἔνας ἀρχικός καί ἕνας τέλειος. Ὁ μέν ἕνας εἶναι χαρακτηριστικό τῶν ἀρχαρίων. Ὅταν ξεκινᾶς, φοβᾶσαι τήν κόλαση. Καί ἔτσι ξεκινᾶς. Πῶς τό αὐτοκίνητο γιά νά ξεκινήσει, πρέπει νά δώσει πολύ καύσιμο, νά πατήσει γκάζει ὁ ὁδηγός κλπ. Χρειάζεται λοιπόν νά ξεπεράσεις τήν ραθυμία σου, τήν τεμπελιά σου. Καί σ’ αὐτό σέ βοηθάει ὁ φόβος τῆς κόλασης, ὁ ἀρχικός φόβος, εἶναι χαρακτηριστικό τῶν ἀρχαρίων. Ὁ δέ ἄλλος εἶναι χαρακτηριστικό τῶν τελείων, τῶν ἁγίων, αὐτῶν πού ἔφτασαν στά μέτρα τῆς ἁγίας ἀγάπης. Νά, τί θέλω νά πῶ, κάνει κανείς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τόν φόβο τῆς τιμωρίας. Γιά νά μήν τιμωρηθῶ, γιά νά μήν πάω στήν κόλαση. Αὐτός εἶναι ἀκόμα ὁλότελα ἀρχάριος. Δέν ἀγωνίζεται γιά τό ἴδιο τό καλό ἀπό ἀγάπη στόν Θεό, ἀλλά ἐπειδή φοβᾶται τίς τιμωρίες. Ἄλλος κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή ἀγαπάει τόν Θεό, ἐπειδή χαίρεται ἰδιαίτερα μέ τό νά εἶναι ἡ ζωή του εὐάρεστη στόν Θεό. Αὐτός γνωρίζει τήν οὐσία τοῦ καλοῦ, αὐτός γεύτηκε τί σημαίνει νά εἶναι κανείς ἑνωμένος μέ τόν Θεό. Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει ἀληθινή ἀγάπη, πού ὁ Ἅγιος τήν ὀνομάζει τέλεια. Καί αὐτή ἡ ἀγάπη τόν ὁδηγεῖ στόν τέλειο φόβο. Γιατί αὐτός φοβᾶται καί κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἀπό φόβο γιά τίς τιμωρίες, ὄχι ἀπό φόβο μήπως κολαστεῖ, ἀλλά ἐπειδή γεύτηκε τήν γλυκύτητα πού δοκιμάζει, ὅποιος εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Θεό. Φοβᾶται μήπως τήν χάσει, φοβᾶται μήπως τήν στερηθεῖ. Αὐτός λοιπόν ὁ τέλειος φόβος, πού προέρχεται ἀπ’ αὐτή τήν ἀγάπη, ἀπομακρύνει τόν ἀρχικό φόβο. Γι’ αὐτό λέει, ἡ τέλεια ἀγάπη φυγαδεύει τόν φόβο, διώχνει τόν φόβο. Εἶναι ὅμως ἀδύνατο νά φτάσει κανείς διαφορετικά στόν τέλειο φόβο, παρά μόνο μέ τόν ἀρχικό. Πρέπει νά ξεκινήσεις ἀπό τόν φόβο τῆς κόλασης. Δέν γίνεται νά πᾶς κατευθείαν στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ξεκινᾶς ἀπό τόν φόβο τῆς κόλασης, τηρεῖς τίς ἐντολές, καθαρίζεσαι, φωτίζεσαι, καί μετά θεώνεσαι καί φτάνεις στόν θεῖο ἔρωτα.
Ὁ ἀρχικός φόβος τῆς κόλασης μᾶς ὠφελεῖ τά μέγιστα. Πολλές φορές, λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, δέν θά μπορέσουν τά λόγια νά πετύχουν τόσο μεγάλα ἀποτελέσματα, ὅσα θά πετύχει ὁ φόβος. Γι’ αὐτό οἱ γονεῖς, πού θέλουν νά βοηθήσουν τά παιδάκια τους, νά τά μάθουν νά φοβοῦνται τόν Θεό. Αὐτό τό κήρυγμα, σᾶς βεβαιώνω, πιάνει πολύ. Θά πεῖς στό παιδάκι σου, παιδί μου, ὁ Θεός σέ βλέπει παντοῦ. Δέν μπορεῖς νά κρυφτεῖς ἀπό τόν Θεό. Μήν κάνεις πράγματα πού νομίζεις τά κάνεις κρυφά. Δέν ὑπάρχει τίποτα κρυφό γιά τόν Θεό.. πρόσεχε τί κάνεις.. ποτέ μήν κάνεις ἁμαρτίες. Στό μικρό παιδί νά τοῦ βάλεις τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι θά τό βοηθήσεις νά σωθεῖ. Δέν θά μπορέσουν τά λόγια νά πετύχουν τόσο μεγάλα ἀποτελέσματα, ὅσα θά πετύχει ὁ φόβος, αὐτός ὁ ἀρχικός φόβος τῆς κόλασης. Θά μᾶς χαρίσει τό στεφάνι τῆς Οὐράνιας Βασιλείας.
Μόνο τήν ἁμαρτία πρέπει νά φοβόμαστε, πού μπορεῖ νά μᾶς κολάσει, ἄν δέν ἐλευθερωθοῦμε ἀπό αὐτήν. Τόν Θεό δηλαδή πού κολάζει τήν ἁμαρτία καί τήν ἁμαρτία πού, ἄν δέν μετανοήσουμε, μᾶς κολάζει. Ὅποιος φοβᾶται τήν ἁμαρτία, λέει τό χρυσό στόμα τῆς Ἐκκλησίας, τίποτε ἄλλο δέν θά φοβηθεῖ ποτέ, ἀλλά θά περιφρονήσει τά ἀγαθά τῆς παρούσης ζωῆς, θά παραβλέψει τά λυπηρά καί τά δυσάρεστα. Μόνο ὁ φόβος τῆς ἁμαρτίας θά συνταράσσει τήν σκέψη του.
Τίποτε ἀπό τά ἄλλα δέν εἶναι φοβερά, γιά ὅποιον ἔχει τόν φόβο τῆς ἁμαρτίας, ἀκόμα οὔτε τό ἀποκορύφωμα τῶν φόβων, πού εἶναι ὁ θάνατος. Φοβόμαστε τόν θάνατο σάν παιδιά καί δέν φοβόμαστε τήν ἁμαρτία. Τά μικρά παιδιά φοβοῦνται τίς μάσκες καί δέν φοβοῦνται τήν φωτιά. Καί ἐμεῖς φοβόμαστε τόν θάνατο, πού μοιάζει μέ μάσκα γελοία καί δέν φοβόμαστε τήν ἁμαρτία, πού εἶναι ὄντως φοβερό πράγμα καί ὡς φωτιά κατατρώει τήν συνείδησή μας.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπήσει τόν Κύριο, αἰσθάνεται τήν ἀγάπη, τήν πρόνοια, τήν προστασία τοῦ Θεοῦ καί τότε δέν φοβᾶται τίποτε.
Τί νά φοβηθεῖς, λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σάν κλείσεις μέσα σου τόν Θεό; Μπορεῖς νά κλείσεις μέσα σου τόν Θεό; Βεβαίως! Τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, τηρεῖστε τίς ἐντολές Μου καί Ἐγώ θά ἔρθω μέσα σας καί θά κατοικήσω μαζί μέ τόν Πατέρα, φυσικά καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί τά τρία πρόσωπα εἶναι ἀχώριστα. Ἔχεις τόν Θεό μέσα σου; Τί μπορεῖ νά φοβηθεῖς;
Καί ὁ Ὅσιος Πορφύριος ἔλεγε, ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει πολύ. Μᾶς ἔχει στόν νοῦ Του κάθε στιγμή, μᾶς προστατεύει. Γιατί τά ἔλεγε αὐτά ὁ Ἅγιος; Γιατί ἀγαποῦσε τόν Θεό καί αἰσθανόταν αὐτά πού ἔλεγε, τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νά τό καταλάβουμε αὐτό, ἔλεγε, καί νά μή φοβόμαστε τίποτε.
Καί ἔλεγε σ’ ἕνα πρόσωπο πού εἶχε φοβίες… Πόσοι ἄνθρωποι σήμερα τρέχουν στούς ψυχιάτρους, παίρνουν χαπάκια, γιά νά φύγουν οἱ φοβίες λέει.. Δέν φεύγουν ἔτσι οἱ φοβίες. «Σοῦ ἔρχονται φοβίες μερικές φορές», λέει ὁ Ὅσιος Πορφύριος, «ὅπως μοῦ λές, γιατί δέν ἀγαπᾶς πολύ τόν Χριστό». Βλέπετε; Ἁπλά ἀλλά σοφά. Δέν ἀγαπᾶς τόν Θεό, γι’ αὐτό φοβᾶσαι. «Θέλω ν’ ἀγαπήσεις τόν Χριστό, πού εἶναι τό πᾶν καί τότε, ὅπου καί νά εἶσαι, δέν θά φοβᾶσαι τίποτε»[32]. Εἴτε εἶσαι μόνος σου εἴτε εἶσαι μέσα σ’ ἕνα πλῆθος εἴτε εἶσαι μέσα σ’ ἕνα ἀμφιθέατρο μέ λιοντάρια εἴτε μέσα στή φυλακή εἴτε στό ἐκτελεστικό ἀπόσπασμα, δέν θά φοβᾶσαι τίποτα.
Πρίν λίγες μέρες διαβάσαμε στό Συναξάρι, 100.000 Γεωργιανῶν Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι μαρτύρησαν -παρακαλῶ- σέ μία μέρα ὅλοι. Εἴχανε δεχθεῖ Περσική εἰσβολή στήν Τιφλίδα, 1225 ἦταν ἡ χρονολογία, ἄν θυμᾶμαι καλά, ’24-‘25 ἐκεῖ.. Καί τί ἔκαναν αὐτοί οἱ ἄπιστοι; Δέν τούς ἦταν ἀρκετό πού τήν ἐρήμωσαν τήν πόλη -μουσουλμάνοι ἦταν- ἤθελαν νά κάνουν καί τόν πληθυσμό ν’ ἀλλαξοπιστήσει, ν’ ἀρνηθεῖ τόν Χριστό. Αὐτό εἶναι ἐπιτυχία τοῦ διαβόλου! Αὐτό θέλει. Μ’ αὐτό χαίρεται. Καί τί ἔκαναν; Ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνα ποτάμι. Βρήκανε λοιπόν μιά γέφυρα, κατέβασαν ἀπό τό τέμπλο τίς δυό μεγάλες εἰκόνες τοῦ κεντρικοῦ ναοῦ τῆς Τιφλίδας, τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας, καί τίς βάλανε πάνω στή γέφυρα. Καί δεξιά-ἀριστερά παρέταξαν στρατιῶτες μέ γυμνά σπαθιά. Καί εἶπαν: ὅλος ὁ πληθυσμός -100.000 αἰχμάλωτοι- θά περάσετε ἀπό τή γέφυρα, θά φτύσετε καί θά πατήσετε τίς εἰκόνες! Ἀλλιῶς θά σφαγεῖτε! Βλέπετε; Πανουργία! Καί ὅλοι, μέ μιά φωνή, ἦταν καί ἀρχιερεῖς μέσα, ἦταν καί ἱερεῖς, καί μοναχοί καί μοναχές καί ὁ λαός ὅλος, πιστοί ἄνθρωποι, εἴπανε, ἐμεῖς τόν Χριστό μας ποτέ δέν θά Τόν φτύσουμε (καί τήν Παναγία) καί δέν θά πατήσουμε τίς εἰκόνες!
Τό λέω αὐτό, γιατί κάποιοι σήμερα ἀσεβοῦν στίς εἰκόνες. Καί ὅποιος δέν προσκυνᾶ τίς ἅγιες εἰκόνες, δέν τίς ἀσπάζεται, ὄχι νά κάνει ἁπλῶς ὑπόκλιση ὅπως κάνουν οἱ παπικοί, δέν τίς ἀσπάζεται, σύμφωνα μέ τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀφορίζεται, εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας καί ἄρα ἐκτός σωτηρίας. Καί δέν τίς ἀσπάζεσαι μέ τήν μασκούλα σου, γιατί ἔτσι ἀσπάζεσαι τήν μάσκα, δέν ἀσπάζεσαι τήν εἰκόνα. Νά ἀσπάζεσαι τήν εἰκόνα. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἔλεγε μιά ὡραία ἑρμηνεία στό «ἄλαλα τά χείλη τῶν ἀσεβῶν» καί ἔλεγε, ποιά εἶναι ἄλαλα; Τά χείλη, λέει, πού ὅταν ἀσπάζονται τήν εἰκόνα, δέν κάνουν ἦχο. Γιατί ὅταν ἀσπάζεσαι κάποιον μέ θέρμη, κάνει καί ἦχο τό φιλί σου. Αὐτά εἶναι τά ἄλαλα χείλη, ἔλεγε, πού ἀσπάζεσαι ἀλλά ὄχι μέ θέρμη.
Λοιπόν, ὅλοι περνοῦσαν, καί κανένας δέν ἔφτυσε τίς εἰκόνες οὔτε τίς πάτησε. Οἱ στρατιῶτες ἔκοβαν τό κεφάλι καί ἀμέσως τό πτῶμα στό ποτάμι. Εὔκολα πράγματα.. πρακτικά. Γέμισε τό ποτάμι μέ πτώματα. Γιά σκεφτεῖτε, 100.000 ἄνθρωποι. Μποροῦσαν, λένε οἱ ἱστορικοί τῆς ἐποχῆς, νά περάσουν ἀπ’ τή μιά ὄχθη στήν ἄλλη χωρίς νά βραχοῦν καθόλου, γιατί ὁ ποταμός πλέν εἶχε γίνει βατός μέσω τῶν πτωμάτων!
Ἕνας νεαρός, λέει, πολύ ὡραῖος καί γεροδεμένος, προβληματίστηκε μέ κάτι πού τοῦ εἶπαν οἱ μουσουλμάνοι, γιατί κι αὐτοί λίγο τόν λυπήθηκαν γιά τά νιάτα του, καί τοῦ λένε, κοίτα.. νά σοῦ ποῦμε νά κάνεις ἕνα κόλπο; Μή φτύσεις τίς εἰκόνες, φτύσε δίπλα… καί θά γλιτώσεις τή ζωή σου, δέν θά σοῦ πάρουμε τό κεφάλι. Καί ἐκεῖνος τό ἔκανε, τό δέχτηκε. Μόλις τό ἔκανε, ὅλοι αὐτοί οἱ ἄγριοι μουσουλμάνοι ἄρχισαν νά ζητωκραυγάζουν, νά τόν φιλᾶνε, νά τόν χαϊδεύουν, νά τόν ἀσπάζονται κ.λ.π. Αὐτός τότε σάν νά ξύπνησε ἀπό μιά σκοτοδίνη καί λέει, τί ἔκανα;.. θά χάσω τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου;.. δέν θά μαρτυρήσω μέ τούς ἀδελφούς μου;.. Καί ξεφεύγει ἔτσι μ’ ἕνα βίαιο τίναγμα ἀπ’ τά χέρια τῶν ὀθωμανῶν καί πάει καί ἀσπάζεται τίς εἰκονες. Καί ἀμέσως παίρνουν καί αὐτουνοῦ τό κεφάλι. Καί ἔτσι καί οἱ 100.000 μαρτύρησαν!
Σήμερα, ἄν γινόταν τό ἴδιο, γιά σκεφτεῖτε, πόσοι ἀπό μᾶς θά τό κάνανε; Νά ἐρχότανε ἐδῶ τώρα ἄς ποῦμε μέ τά αὐτόματα καί νά μᾶς βάζανε στήν πόρτα εἰκόνες καί νά μᾶς λέγανε, ἤ θά πατήσετε τίς εἰκόνες ἤ θά σᾶς σφάξουμε ὅλους..
– Ἀγαπᾶμε τόν Θεό; Γιατί φοβόμαστε τότε; Πιστεύουμε στόν Θεό; Γιατί δειλιάζουμε;
Ὅσο ἀγαπᾶμε τόν Θεό, τόσο αἰσθανόμαστε τήν Θεία Του Πρόνοια. Ὅσο Τόν φοβόμαστε, δηλαδή Τόν σεβόμαστε, τόσο τηροῦμε τίς ἐντολές Του καί ἑνωνόμαστε μαζί Του καί δέν φοβούμαστε τίποτε, διότι δέν ἔχουμε ἔνοχη συνείδηση. Ἡ ἔνοχη συνείδηση, ὁ ἀμετανόητος – ἀτακτοποίητος ἄνθρωπος τρέμει καί τήν σκιά του, γεμίζει φοβίες καί ἀνασφάλειες.
Λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος: «Οἰκονόμησε -λέει- ὁ Θεός καί ὁ λύκος νά φοβᾶται ἀπό ἕνα κουταβάκι». Θά πεῖς, γίνεται αὐτό; Βέβαια. Γιατί; «Γιατί -τό κουταβάκι- ἔχει δικαιώματα στό σπίτι». Καί μπορεῖ νά γαυγίζει ἔτσι ὅπως μπορεῖ καί ὁ λύκος νά φοβᾶται τό κουταβάκι! Γιατί κατά κάποιο τρόπο ἔχει ἔνοχη συνείδηση ὁ λύκος.. σοῦ λέει, δέν εἶναι δικό μου μέρος ἐδῶ.. ἔχει δίκιο τό κουτάβι! «Πόσο μᾶλλον ὁ ἄνθρωπος πού πάει νά κάνει κακό μπροστά στόν ἄνθρωπο πού ἔχει Χριστό μέσα!»[33]. Ἐκεῖνοι τρέμουνε! Ὄχι ἐμεῖς. Ἐκεῖνοι οἱ ἀντίχριστοι τρέμουνε, νά ξέρετε. γι’ αὐτό καί κάθε μέρα μᾶς τρομοκρατοῦνε.. Γιατί τρέμουν οἱ ἴδιοι.. τρέμουν ἐμᾶς, τήν ἀντίδρασή μας.. Ἀλλά ἐμεῖς κοιμόμαστε.
– Γιατί μᾶς κρατᾶνε σ’ αὐτό τό κλίμα τοῦ τρόμου κάθε μέρα μέ τά τρομοδελτία;
Γιατί ξέρουν, ὅτι ἅμα εἶσαι τρομαγμένος, μετά ὑποκύπτεις στά πάθη σου∙ ὅ,τι σοῦ ποῦν τό κάνεις μετά. «Γι’ αὐτό μόνο τόν Θεό νά φοβόμαστε», λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «ὄχι τούς ἀνθρώπους, ὅσο κακοί καί νά εἶναι», ὅσο διεστραμμένοι, ὅσο ἰσχυροί κατά κόσμον κλπ. «Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί τόν πιό δειλό τόν κάνει παλληκάρι. Ὅσο ἑνώνεται κανείς μέ τόν Θεό, τόσο δέν φοβᾶται τίποτε.
Στήν πνευματική ζωή καί ὁ πιό δειλός μπορεῖ νά ἀποκτήσει πολύ ἀνδρισμό, ἄν ἐμπιστευθεῖ τόν ἑαυτό του στόν Χριστό, στήν θεία βοήθεια»[34]. Ὑπάρχει καί αὐτή ἡ λεγόμενη φυσική δειλία. Βέβαια δέν εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο πράγμα φόβος καί δειλία, ἀλλά εἶναι πολύ κοντά βέβαια. Καί ἰδίως αὐτή τή φυσική δειλία πιό πολύ τήν ἔχουνε οἱ γυναῖκες. Ἀλλά ἔχουμε καί γυναῖκες πολύ γενναῖες καί πολύ πιό ἀνδρεῖες καί ἀπό ἄνδρες! Ἀπό πολλούς ἄνδρες..
Μέσα στήν Ἐκκλησία μέ τήν πνευματική ζωή ὁ δειλός γίνεται πολύ ἀνδρεῖος. «Μπορεῖ νά πάει στήν πρώτη γραμμή», λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «νά πολεμήσει καί νά νικήσει. Ἐνῶ οἱ καημένοι οἱ ἄνθρωποι πού θέλουν νά κάνουν τό κακό, καί παλληκαριά νά ἔχουν, φοβοῦνται, διότι αἰσθάνονται τήν ἐνοχή τους καί μόνο στήν βαρβαρότητά τους στηρίζονται»[35]. Γι’ αὐτό βλέπετε, τί κάνουνε; Παίρνουν αὐτά τά χάπια τῶν τσιχαντιστῶν, γιά νά μήν αἰσθάνονται τί κάνουν. Τρελαίνονται καί κάνουν ὅ,τι νά’ναι.. γιατί θέλουν νά καταπατήσουν τήν ἔνοχη συνείδηση πού τούς τρομάζει. Ξέρουν ὅτι εἶναι ἄδικοι, ὅτι δέν κάνουν τό σωστό.
«Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἔχει θεϊκές δυνάμεις, ἔχει καί τό δίκαιο μέ τό μέρος του». Καί τόν Θεό καί τούς ἀγγέλους καί τό δίκαιο! Ὅλα μαζί μας εἶναι. «Βλέπεις, ἕνα κουταβάκι κάνει «γάβ-γάβ» καί φεύγει ὁ λύκος, γιατί αἰσθάνεται ἐνοχή»[36]. Ὅσο ἑνωνόμαστε μέ τόν Θεό, τόσο φεύγουν οἱ ἐνοχές καί γινόμαστε ἀνδρεῖοι.
Ἔλεγε πάλι ὁ Ἅγιος γι’ αὐτόν τόν παιδικό φόβο, γι’ αὐτή τήν δειλία πού ξεπερνιέται καί μέ μιά παλλικαριά. Χρειάζεται νά κάνεις καί κάτι ἀνθρώπινο, θά λέγαμε. «Ὅσο φοβᾶται κανείς», λέει, «τόσο πιό πολύ ἔρχεται ὁ πειρασμός». Θυμηθεῖτε κι αὐτό πού λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «ὅ,τι φοβᾶσαι, τό παθαίνεις». Δέν εἶναι καλό πράγμα ὁ φόβος. Εἶναι δαιμονικό πράγμα. «Αὐτός πού ἔχει δειλία πρέπει νά προσπαθήσει νά τήν διώξει. Ἐγώ, ὅταν ἤμουν μικρός», λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «φοβόμουνα νά περάσω στήν Κόνιτσα ἔξω ἀπό τό κοιμητήρι»[37]. Καί σήμερα πόσοι ἄνθρωποι.. ὀρθόδοξοι; Ἀφῆστε τούς μουσουλμάνους. Οἱ μουσουλμάνοι τρέμουνε νά περάσουν ἔξω ἀπό κοιμητήρια. Γιατί ἀκριβῶς δέν ἔχουνε καθόλου Χάρη, φόβο Θεοῦ. Ἀλλά καί μερικοί Χριστιανοί φοβοῦνται, ἰδίως τήν νύχτα.
Τί ἔκανε ὁ Ἅγιος Παΐσιος; «Κοιμήθηκα τρία βράδυα στό κοιμητήρι καί ἔφυγε ὁ φόβος. Ἔκανα τόν σταυρό μου καί ἔμπαινα μέσα – οὔτε φακό ἄναβα, μήν πάθει κανείς καμμιά λαχτάρα». Νά τόν ἔβλεπε νά τριγυρίζει μέ τόν φακό μέσα στούς τάφους.. «Ἄν δέν ἀγωνισθεῖ κανείς νά ἀνδρωθεῖ καί ἄν δέν ἀποκτήσει τήν πραγματική ἀγάπη, σέ μιά δύσκολη περίσταση θά τόν κλαῖνε καί οἱ κουκουβάγιες»[38], καί θά λέει μετά, τί ἔπαθα…
Ὁ Κύρος προσπαθεῖ νά μᾶς διδάξει τόν θεῖο φόβο μέσω κτιστῶν καταστάσεων, καιρικά φαινόμενα, σεισμοί κ.λ.π. ἤ ἄγρια ζῶα.. Κοιτάξτε τί λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος. Αὐτά δέν εἶναι κακά. Μᾶς βοηθᾶνε κι αὐτά, γιά νά ξεπεράσουμε τόν ἀνθρώπινο φόβο, τήν δειλία, καί νά ἐμπιστευθοῦμε τελείως τόν Θεό.
«Βλέπεις, στά θερμά μέρη πού εἶναι ἄγριοι ἄνθρωποι, ἐκεῖ ὑπάρχουν τά ἄγρια ζῶα, τά μεγάλα θηρία, οἱ βόες κ.λ.π., γιά νά ἀναγκασθοῦν -ἀπό τόν φόβο τους- οἱ ἄνθρωποι νά ζητήσουν βοήθεια ἀπό τόν Θεό, νά καταφύγουν στόν Θεό, καί νά βροῦν τόν προσανατολισμό τους». Νά φύγει ἡ ἀγριάδα τους, ὁ πρωτογονισμός τους. «Ἀλλιῶς, τί μποροῦσε νά φρενάρει αὐτούς τούς ἀνθρώπους; Ὅλα ὅσα ἔχει κάνει ὁ Θεός ἔχουν κάποιο νόημα»[39].
Ὑπάρχει ὅμως καί μιά ἀφοβία, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν νέκρωση τῆς ψυχῆς. Ὁ Θεός νά μᾶς φυλάει ἀπό αὐτήν τήν ἀφοβία. Ὑπάρχουν κάποιοι ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν καμιά σχέση μέ τόν Θεό, βλαστημοῦν, βρίζουν, καί λές, πώ, πώ.. τί παλικάρι εἶναι αὐτό, δέν φοβᾶται τίποτα… Αὐτή ἡ ἀφοβία εἶναι δαιμονική. Πηγάζει ἀπό τήν νέκρωση τῆς ψυχῆς.
Λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Ὅλοι ὅσοι φοβοῦνται εἶναι κενόδοξοι»[40]. Προσέξτε τώρα διαγνώσεις, ἔ! Παθολογία – θεραπευτική πνευματικῶν νοσημάτων!
– Γιατί φοβᾶσαι;
Γιατί εἶσαι κενόδοξος. Μήπως ὁ ἄλλος δέν μ’ ἀγαπάει; Μήπως δέν μέ ἐκτιμάει; Μήπως ἔχει κακές σκέψεις; Μήπως κάνει μάγια; Μήπως μέ ἐπιβουλεύεται; Μήπως δέν τοῦ ἀρέσω; Μήπως κάνω κάτι καί τόν στενοχωρήσω; Κενοδοξία, ἀνθρωπαρέσκεια. Φοβερό πάθος! Καί δημιουργεῖ φόβο. Μή μοῦ πεῖτε δέν δημιουργεῖ φόβο; Ἀπό αὐτό φοβόμαστε ὅλοι.. μή τυχόν καί δώσουμε λάθος εἰκόνα, ὅπως νομίζουμε, κακή εἰκόνα. Ἡ περίφημη εἰκόνα μας! Τώρα μᾶς ἔκανε ὁ διάβολος ὡραῖες εἰκόνες.. ὅλοι φιμωμένοι-μασκοφορεμένοι! Ὄχι ὅλοι, εὐτυχῶς.
«Ὅλοι ὅσοι φοβοῦνται εἶναι κενόδοξοι, ἀλλ᾿ ὅμως ὅλοι ὅσοι δέν φοβοῦνται δέν σημαίνει ὅτι εἶναι ταπεινόφρονες». Ὑπάρχει καί δαιμονική ἀφοβία. «Καί οἱ ληστές -λέει- δέν ὑποκύπτουν εὔκολα στήν δειλία», γιατί ἔχουνε τό δαιμονικό πνεῦμα μέσα τους. «Ὅποιος δέν ἔχει φόβο», δύο συμβαίνουν: «ἤ εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀγάπη», ἀπό ἀγάπη στόν Θεό, «ἤ εἶναι νεκρωμένος ψυχικά»[41]. Φοβερό πράγμα, νεκρές ψυχές! Ἔχουμε πολλές, δυστυχῶς.. κινούμενα πτώματα. Καί φαίνονται ἀγέρωχοι, σίγουροι γιά τόν ἑαυτό τους.. λές, «ἰσχυρές προσωπικότητες». Δαιμονικές προσωπικότητες!
– Πῶς ἀποκτᾶται καί πῶς χάνεται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ;
Ὁπότε, ἄν χάσουμε τόν φόβο τοῦ θεοῦ, γεμίζουμε ἀπό κάθε ἄλλον φόβο. Εἶναι πολύ σημαντικό αὐτό τώρα.
Λέει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος: «Εἶπαν οἱ Πατέρες ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποκτάει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ: -πρῶτον- μέ τήν διαρκή μνήμη τοῦ θανάτου». Λέει ὁ ἄλλος, θάνατος; Τί λές τώρα; Χτύπα ξύλο.. ἀρχίζουν οἱ δεισιδαιμονίες. Κάτι γιαγιάδες ἐκεῖ.. λένε, μή μιλᾶς ποτέ γιά θάνατο, μόνο γιά βαφτίσια θά μιλᾶς καί γιά γάμους. Να, ὅμως, πού χρειάζεται ὁ θάνατος καί ἡ μνήμη του! Γιατί σέ ἀπαλλάσσει ἀπό τόν φόβο, τόν φόβο τοῦ θανάτου, καί κάθε ἄλλο φόβο. «Μέ τήν διαρκή μνήμη τοῦ θανάτου καί τῶν τιμωριῶν», ἐννοεῖ τῶν τιμωριῶν τῶν αἰωνίων, τῆς κολάσεως. Δεύτερον, πῶς ἀποκτᾶς τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, «μέ τό νά ἐρευνᾶ τόν ἑαυτό του, κάθε βράδυ, πῶς πέρασε τήν ἡμέρα, καί κάθε πρωί πάλι, πῶς πέρασε τήν νύκτα»[42]. Κοιτάξτε, πολύ πρακτικά πράγματα ἔ; Αὐτό λέει σοῦ φέρνει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Γιατί; Γιατί σέ βάζει μπροστά στίς ἐνοχές σου, μπροστά στίς εὐθύνες σου. Καί λές, ὀρίστε, νά.. γιά νά κάνω μιά ἀνασκόπηση, σήμερα τί ἔκανα ἀπό τό πρωί; Ἔκανα τήν προσευχή μου; Πῶς τήν ἔκανα; Βιαστικά; Κατάλαβα τίποτα; Μετά ἔφαγα. Πῶς ἔφαγα; Ἔφαγα λαίμαργα; Ἔφαγα παραπάνω ἀπ’ ὅσο ἔπρεπε; Μετά συνάντησα τόν τάδε. Πῶς τοῦ μίλησα; Τοῦ μίλησα μέ ἀγάπη; Μήπως εἶχα λογισμούς γι’ αὐτόν; Καί ἔρχεσαι λοιπόν μπροστά στόν ἑαυτό σου, στίς ἐνοχές σου, στίς ἁμαρτίες σου καί λές, Θεέ μου, συγχώρεσέ με, εἶμαι φοβερός ἁμαρτωλός.. νά μήν πάω ὅμως στήν κόλαση, Σέ παρακαλῶ.. Ἀποκτᾶς ἔτσι τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, γιατί σκέφτεσαι κάθε στιγμή τίς πτώσεις σου, τίς ἁμαρτίες σου καί τήν αἰώνια κόλαση. Καί τό βράδυ λοιπόν καί τό πρωί νά ἐξετάζεις τόν ἑαυτό σου.
Τρίτον, «μέ τό νά μήν ἔχει παρρησία». «Ἀπό ποῦ ἔρχεται ἡ παρρησία;», ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «ἀπό τό Παρίσι», λέει! Ἀπό τήν ὑπερηφάνεια δηλαδή. Ἡ παρρησία κρύβει ὑπερηφάνεια. Εἶναι αὐτό πού λέμε τό θράσος, ἡ παρρησία. Ὄχι. Ὁ Χριστιανός εἶναι ταπεινός, εἶναι τακτοποιημένος καί ἐξωτερικά, εἶναι ὡραῖος, ἄνθρωπος μέ καλούς τρόπους, εἰρηνικός, ἡσύχιος, ὄχι θρασύς. Ἡ παρρησία διώχνει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. «Μέ τό νά ζήσεις μέ κάποιον ἄλλο ἄνθρωπο πού πραγματικά φοβᾶται τόν Θεό». Τέταρτο αὐτό, γιά νά μάθεις τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, νά κολλήσεις σ’ ἕναν Γέροντα, σ’ ἕναν Πνευματικό, σ’ ἕναν ἄνθρωπο Χριστιανό ἀδελφό, πού φοβᾶται ἀληθινά τόν Θεό, γιά νά πάρεις μαθήματα εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ. «Γιατί λέγεται ὅτι ρώτησε ἕνας ἀδελφός κάποιον ἀπό τούς Γέροντες: «Τί νά κάνω, πάτερ, γιά νά φοβᾶμαι τόν Θεό»; Καί τοῦ λέει ὁ Γέροντας: Πήγαινε νά ζήσεις μαζί μέ κάποιον πού φοβᾶται τόν Θεό, καί καθώς ἐκεῖνος θά ζεῖ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, θά μάθεις καί σύ πῶς νά Τόν φοβᾶσαι»[43].
– Καί πῶς διώχνουμε τόν φόβο τοῦ Θεοῦ;
Κάνοντας ἀκριβῶς τά ἀντίθετα. Δηλαδή, μή ἔχοντας μνήμη θανάτου -ξεχνᾶς τόν θάνατο- καί τῶν τιμωριῶν, καί τῆς κολάσεως. Μή προσέχοντας τόν ἑαυτό σου, μήν ἐξετάζοντας πῶς πέρασες, ἀλλά ζώντας μέ ἀδιαφορία, συναναστρεφόμενος μέ ἀδιάφορους ἀνθρώπους. Δέν βαριέσαι, σοῦ λέει.. ἐδῶ εἶναι ἡ κόλαση, ἐδῶ καί ὁ παράδεισος.. Ποιός σοῦ τό εἶπε αὐτό; Εἶναι ἀδιάφοροι. Γύρισε, λέει, κανένας ἀπό τήν ἄλλη ζωή νά μᾶς πεῖ; Βεβαίως! Γυρίσανε πάρα πολλοί, ἀλλά ἐσύ δέν τό ξέρεις.
Καί ἔχοντας παρρησία, θράσσος. Θά μᾶς πεῖ καί τί ἄλλο εἶναι ἡ παρρησία. «Αὐτό -λέει- εἶναι τό χειρότερο ἀπ᾿ ὅλα. Αὐτό εἶναι τέλειος ἀφανισμός. Γιατί, τί ἄλλο διώχνει μακριά ἀπό τήν ψυχή τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ παρρησία; Ρώτησαν τόν ἀββᾶ Ἀγάθωνα καί εἶπε, ὅτι μοιάζει μέ μεγάλο καύσωνα, πού ὅταν ἔλθει, ὅλοι τρέχουν νά κρυφτοῦν καί καταστρέφει τούς καρπούς τῶν δέντρων»[44].
– Πῶς ἐκφράζεται ἡ παρρησία;
Κοιτάξτε, νά ποῦμε κι αὐτό καί νά κλείσουμε. «Παρρησιάζεται κανείς καί μέ τά λόγια καί μέ τήν ἀφή καί μέ τό βλέμμα». Μιλᾶς στόν ἄλλον καί ἀντί νά τοῦ πεῖς, βρέ φίλε, νά τοῦ πεῖς τό ὄνομά του, νά τοῦ πεῖς, ἀδελφέ μου εὐλογημένε, τόν βρίζεις. Αὐτό εἶναι παρρησία μέ τά λόγια. Μά εἶναι γνωστός, εἶναι φίλος, εἶναι ὁ σύζυγός μου.. Ἕνας λόγος παραπάνω! Θά μιλήσεις σωστά, θά μιλήσεις ὄμορφα, θά μιλήσεις σεβαστικά.
Παρρησία εἶναι τό νά κουβεντιάζεις γιά κοσμικά πράγματα, νά κάνεις ἀστεῖα, νά προξενεῖς ἄσεμνα γέλια, νά λές ἄσεμνα ἀστεῖα, σόκιν κλπ. Νά ἀργολογεῖς. Παρρησία εἶναι τό νά ἀγγίζεις κάποιον χωρίς νά ὑπάρχει ἀνάγκη. Γιατί τόν ἀγγίζεις τόν ἄλλον χωρίς νά ὑπάρχει ἀνάγκη; «Νά ἁπλώσεις τό χέρι σου σέ κάποιον γιά ν᾿ ἀστειευτεῖς, νά σπρώξεις κάποιον ἤ νά τοῦ ἁρπάξεις κάτι, νά κοιτάζεις κάποιον μέ ἀναίδεια». Καί αὐτό εἶναι παρρησία. «Αὐτά ὅλα γίνονται γιατί δέν ὑπάρχει στήν ψυχή φόβος Θεοῦ. Καί ἀπ᾿ αὐτά φτάνει κανείς σιγά στήν τέλεια καταφρόνηση. Γι᾿ αὐτό, ἔλεγε ὁ Θεός: «Κάνετε εὐλαβεῖς τούς υἱούς τοῦ Ἰσραήλ»[45]»[46]. Γιατί χωρίς τήν εὐλάβεια οὔτε τόν ἴδιο τόν Θεό δέν τιμάει κανείς, οὔτε κἄν δίνει προσοχή, ἔστω καί μιά φορά, σ᾿ ὁποιαδήποτε ἐντολή.
Ἄς ἔχουμε εὐλάβεια, ἄς τιμοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἄς προσέχουμε, ὥστε οὔτε νά σηκώνουμε τά μάτια μας στά πρόσωπα τῶν ἄλλων». Ἀκοῦτε πῶς μιλάει ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος; «Γιατί καί αὐτό, ὅπως εἶπε κάποιος ἀπό τούς Γέροντες, εἶναι εἶδος παρρησίας».
Συμπερασματικά: ὁ φόβος ὑπερβαίνεται μέ τόν θεῖο φόβο. Αὐτός ὁ φόβος ὁ θεῖος μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀγάπη, στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί στήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Μέ τήν ἀγάπη ὑπερβαίνουμε τόν φόβο τοῦ θανάτου, τῆς κόλασης, τοῦ διαβόλου καί κάθε κτιστοῦ ὄντος καί κάθε κατάστασης.
«Ὅσο ποσό ἀγάπης λείπει, τόσο ποσό φόβου ὑπάρχει»[47], λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ὅσο περισσότερο ἀγαπᾶμε τόν Θεό καί τηροῦμε τίς ἐντολές Του, τόσο δέν φοβόμαστε τόν θάνατο, ἀλλά μᾶλλον τόν ποθοῦμε, ἀφοῦ θά μᾶς πάει στόν λατρευτό μας Κύριο, τόν Ὁποῖον θά βιώνουμε «ἐκτυπώτερον» στήν Βασιλεία Του.
Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων, ἀμήν.
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
[1] Σοφ.Σολ. 17, 11.
[2] Σοφ.Σολ. 17, 12.
[4]Ὅ.π.
[5] Κλίμαξ, Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, ἔκδ. Ἱ.Μ. Παρακλήτου.
[6] Πρβλ. Ἀποκ. 21, 8.
[7] Πρβλ. Πράξ. 20, 24.
[8] Παρ. 28, 1.
[9] Ὅ.π.
[10] Ὅ.π.
[11] Κλίμαξ, Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, Λόγος ΚΑ΄, ἔκδ. Ἱ.Μ. Παρακλήτου.
[12] Ὅ.π.
[13] Ματθ. 10, 28.
[14] Ὅ.π.
[15] Λουκ. 12, 4.
[16] Ρωμ. 8, 31.
[17] Ἑβρ. 13, 5.
[18] Ἑβρ. 13, 6.
[19] Ψαλμ. 3, 7.
[20] Ψαλμ. 3, 8.
[21] Ψαλμ. 55, 12.
[23] Ματθ. 25, 46.
[24] Ἡσ. 1, 19.
[25] Α’ Ἰωάν. 14, 21.
[26] Ἰωάν. 21, 7.
[27] Α’ Ἰωάν. 4, 18.
[28] Α’ Ἰωάν. 4, 18.
[29] Ὅ.π.
[30] Ὅ.π.
[31] Ψαλμ. 33, 10.
[32] Ἀνθολόγιο συμβουλῶν, Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, ἐκδ. Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Α΄ Ἔκδοση 2002.
[33] Πνευματική Ἀφύπνιση, Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Β΄, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/κης (στό ἑξῆς: Πνευματική Ἀφύπνιση, Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου).
[34] Πνευματική Ἀφύπνιση, Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου.
[35] Ὅ.π.
[36] Ὅ.π.
[37] Ὅ.π.
[38] Ὅ.π.
[39] Ὅ.π.
[40] Κλίμαξ, Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, ἔκδ. Ἱ.Μ. Παρακλήτου.
[41] Ὅ.π.
[42] Ἔργα Ἀσκητικά, Ἀββά Δωροθέου, ἔκδ. Ἑτοιμασία, Ἱ.Μ. Ἰωάννου Προδρόμου Καρέα.
[43] Ὅ.π.
[44] Ὅ.π.
[45] Λευι. 15, 31.
[46] Ἔργα Ἀσκητικά, Ἀββά Δωροθέου, ἔκδ. Ἑτοιμασία, Ἱ.Μ. Ἰωάννου Προδρόμου Καρέα.
[47] Κλίμαξ, Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, ἔκδ. Ἱ.Μ. Παρακλήτου.