Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ[: Εβρ.7,7-17] 
 
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ AΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ 
 
[Μέρος δεύτερο: υπομνηματισμός των εδαφίων Εβρ.7,7-17] 
 
«Εἰ μὲν οὖν τελείωσις διὰ τῆς Λευϊτικῆς ἱερωσύνης ἦν· ὁ λαὸς γὰρ ἐπ᾿ αὐτῇ νενομοθέτητο· τίς ἔτι χρεία κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἕτερον ἀνίστασθαι ἱερέα καὶ οὐ κατὰ τὴν τάξιν Ἀαρὼν λέγεσθαι; μετατιθεμένης γὰρ τῆς ἱερωσύνης ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται. ἐφ᾿ ὃν γὰρ λέγεται ταῦτα, φυλῆς ἑτέρας μετέσχηκεν, ἀφ᾿ ἧς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ. πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν, εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱερωσύνης Μωϋσῆς ἐλάλησε(:ας δούμε τώρα ποιο συμπέρασμα βγαίνει απ΄όσα είπαμε. Εάν ήταν δυνατόν να κατορθωθεί η τέλεια σχέση και συμφιλίωσή μας με τον Θεό διαμέσου της λευιτικής ιεροσύνης, που ήταν κάτι το ουσιώδες για όλη τη μωσαϊκή νομοθεσία -διότι ο λαός είχε λάβει τον νόμο στηριγμένο και θεμελιωμένο στην ιεροσύνη αυτή-, ποια ανάγκη υπήρχε πλέον να αναδειχθεί άλλος ιερέας “κατά την τάξη Μελχισεδέκ”, και να μην ονομάζεται και ο νέος ιερέας, ιερέας “κατά την τάξη Ααρών”; Ήταν λοιπόν ανεπαρκής η παλαιά ιεροσύνη, και γι’ αυτό αναδείχθηκε από τον Θεό νέα ιεροσύνη. Αλλά αυτό συνεπιφέρει και μεταβολή του νόμου· διότι όταν μεταβάλλεται και αλλάζει η ιεροσύνη, πάνω στην οποία στηριζόταν η μωσαϊκή νομοθεσία, αναγκαστικά επακολουθεί και αλλαγή νόμου, αντικαθίσταται έτσι η Παλαιά Διαθήκη από τη Νέα. Πράγματι μετατέθηκε και αντικαταστάθηκε η λευιτική ιεροσύνη· διότι εκείνος για τον οποίο λέγονται αυτά και τον οποίο συμβόλιζε ο Μελχισεδέκ, ο Ιησούς Χριστός δηλαδή, κατάγεται από άλλη φυλή, από την οποία κανείς δεν υπηρέτησε και δεν πλησίασε ως ιερέας στο θυσιαστήριο· διότι είναι φανερό ότι ο Κύριός μας σαν ήλιος της δικαιοσύνης ανέτειλε από τη φυλή του Ιούδα. Για τη φυλή όμως αυτή δεν ανέφερε τίποτε για ιεροσύνη ο Μωυσής)»[Εβρ.7,11-14]. 
 
«Εἰ μὲν οὖν(:Αν λοιπόν)», λέγει, «τελείωσις διὰ τῆς Λευϊτικῆς ἱερωσύνης ἦν(:ήταν δυνατόν να κατορθωθεί η τέλεια σχέση και συμφιλίωσή μας με τον Θεό διαμέσου της λευιτικής ιεροσύνης, που ήταν κάτι το ουσιώδες για όλη τη μωσαϊκή νομοθεσία)»[Εβρ.7,11]. Αφού μίλησε για τον Μελχισεδέκ και απέδειξε ότι ήταν ανώτερος από τον Αβραάμ και παρουσίασε μεγάλη τη διαφορά, από εδώ πλέον αρχίζει να δείχνει τη διαφορά αυτής της Διαθήκης, και πως η Παλαιά είναι ατελής, ενώ η Καινή είναι τέλεια.Και δεν μιλάει ακόμη γι’ αυτά τα πράγματα, αλλά από την ιεροσύνη πρώτα μάχεται και τη Διαθήκη. Γιατί τότε αυτά γίνονται περισσότερο αξιόπιστα στους απίστους, όταν η απόδειξη γίνεται από εκείνα που ήδη αποδέχτηκαν και πίστεψαν. Έδειξε ότι ο Μελχισεδέκ ήταν πολύ ανώτερος και από τον Λευί και από τον Αβραάμ αφού έγινε ιερέας σε αυτούς. Επιχειρεί λοιπόν πάλι και από κάποιο άλλο. Από ποιο πράγμα; Από την ιεροσύνη την τωρινή, και από την ιουδαϊκή. 

 
Πρόσεχε, σε παρακαλώ, την υπερβολική του σύνεση. Γιατί από εκείνον που ήταν φυσικό να τον βγάλει από την ιεροσύνη, επειδή δεν ήταν από τη γενιά του Ααρών, από αυτόν εγκαθιστά αυτόν και βγάζει εκείνους. Και αυτό το κάνει παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν να απορεί για κάτι, γιατί δηλαδή δεν λέγεται από τη γενιά του Ααρών, και έτσι λύνει την απορία· «και εγώ» λέγει, «έχω ακριβώς την ίδια απορία, γιατί δεν έγινε από τη γενιά του Ααρών». Γιατί αυτό φανερώνει αυτό που λέγει: «αν λοιπόν η τελειότητα ήταν κατορθωτή με τη λευιτική ιεροσύνη». Και το «ποια ανάγκη υπήρχε», έχει πολλή έμφαση. Αν λοιπόν πρώτα ερχόταν ο Χριστός ως άνθρωπος από τη γενιά του Μελχισεδέκ και έπειτα δινόταν ο νόμος και η ιεροσύνη του Ααρών, εύλογα θα μπορούσε να πει κανείς ότι, επειδή αυτά είναι τελειότερα, καταργούν εκείνα, επειδή ακολούθησαν. Αν όμως ο Χριστός είναι τελευταίος και λαμβάνει άλλον τύπο, τον της ιεροσύνης, είναι φανερό ότι έγινε αυτό, επειδή εκείνα ήταν ατελέστερα. 
 
«Ας υποθέσουμε», λέγει, «ότι όλα έχουν εκπληρωθεί και τίποτε δεν είναι ατελές στην ιεροσύνη». Τι λοιπόν έπρεπε να λέγεται, «από τη γενιά του Μελχισεδέκ» και όχι «από τη γενιά του Ααρών»; Για ποιο λόγο άφησε τον Ααρών και εισήγαγε άλλη ιεροσύνη, την από τον Μελχισεδέκ; «Αν λοιπόν», λέγει, «η τελειότητα ήταν κατορθωτή με τη λευτική ιεροσύνη»· δηλαδή αν η τελειότητα των πράγματων, των δογμάτων και της ζωής ήταν κατορθωτή με τη λευτική ιεροσύνη. Και πρόσεχε πως προχωρεί σιγά σιγά. Είπε ότι προέρχεται από τη γενιά του Μελχισεδέκ· γιατί εκείνος ήταν πολύ ανώτερος. Στη συνέχεια το δείχνει αυτό και από τον χρόνο· ότι ήταν μετά τον Ααρών, δηλαδή ως ανώτερος. 
 
Και τι θέλει το επόμενο, την πρόταση δηλαδή «ὁ λαὸς γὰρ ἐπ᾿ αὐτῇ νενομοθέτητο (:διότι ο λαός είχε λάβει τον νόμο στηριγμένο και θεμελιωμένο στην ιεροσύνη αυτή)»; Τι σημαίνει «ἐπ᾿ αὐτῇ»; «Σύμφωνα με αυτή», λέγει, «μέσω αυτής κάνει τα πάντα· δεν μπορούμε να πούμε ότι δόθηκε σε άλλους»· «με βάση αυτή είχε δοθεί στον λαό ο νόμος»· δηλαδή, αυτή χρησιμοποιεί και αυτήν χρησιμοποίησε· δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν τέλεια βέβαια, αλλά δεν προστάτευε τον λαό. «Με βάση αυτή δόθηκε ο νόμος»· δηλαδή, αυτή χρησιμοποίησε. Ποια ανάγκη λοιπόν υπήρχε για άλλη ιεροσύνη, αν είχε το τέλειο; Γιατί όταν αλλάζει η ιεροσύνη, αναγκαστικά αλλάζει και ο νόμος. Αν όμως πρέπει να υπάρχει άλλος ιερέας, ή καλύτερα άλλη ιεροσύνη, αναγκαστικά πρέπει να υπάρχει και άλλος νόμος. Αυτό απευθύνεται σε εκείνους που λένε: «τι χρειαζόταν η Καινή Διαθήκη;». Μπορούσε βέβαια να αναφέρει ακόμη και μαρτυρία από τους προφήτες «ὑμεῖς ἐστε υἱοὶ τῶν προφητῶν καὶ τῆς διαθήκης ἧς διέθετο ὁ Θεὸς πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν(:εσείς είστε απόγονοι και κληρονόμοι των προφητών, και δικοί σας είναι οι προφήτες, όπως και η Διαθήκη που σύναψε ο Θεός με τους προπάτορές μας)» [Πράξ.3,25], αλλά πρώτα μάχεται από την ιεροσύνη. 
 
Και πρόσεχε πώς από την αρχή προσπαθούσε να τα πει αυτά. Είπε «από τη γενιά του Μελχισεδέκ». Αυτό εκτοπίζει την ιεροσύνη του Ααρών, γιατί, αν αυτή ήταν ανώτερη, δεν θα έλεγε: «από τη γενιά του Μελχισεδέκ». «Τίς ἔτι χρεία κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἕτερον ἀνίστασθαι ἱερέα καὶ οὐ κατὰ τὴν τάξιν Ἀαρὼν λέγεσθαι;(: ποια ανάγκη υπήρχε πλέον να αναδειχθεί άλλος ιερέας “κατά την τάξη Μελχισεδέκ”, και να μην ονομάζεται και ο νέος ιερέας, ιερέας “κατά την τάξη Ααρών”; Ήταν λοιπόν ανεπαρκής η παλαιά ιεροσύνη, και γι’ αυτό αναδείχθηκε από τον Θεό νέα ιεροσύνη. Αλλά αυτό συνεπιφέρει και μεταβολή του νόμου)»[Εβρ.7,11]. 
 
Αν λοιπόν έχει εισαχθεί άλλη ιεροσύνη, πρέπει να υπάρχει άλλη διαθήκη. Γιατί ούτε ιερέας είναι δυνατό να υπάρχει χωρίς διαθήκη και νόμους και εντολές, ούτε, αφού έλαβε άλλη ιεροσύνη, να χρησιμοποιεί εκείνη. Έπειτα, πράγμα που ήταν αντίθετο, πώς θα μπορούσε να είναι ιερέας χωρίς να είναι Λευίτης; Αυτό, αφού το ανάφερε προκαταβολικά με τα παραπάνω, δεν θέλει να το εξηγήσει, αλλά απλώς και μόνο το θίγει. «Είπα», λέγει, «ότι άλλαξε η ιεροσύνη· επομένως, άλλαξε και η διαθήκη. Άλλαξε όμως όχι μόνο ως προς τον τρόπο ούτε ως προς τις εντολές, αλλά και ως προς τη φυλή». Γιατί έπρεπε να αλλάξει και ως προς τη φυλή. Πώς; «Γιατί όταν αλλάζει η ιεροσύνη, αυτό συνεπιφέρει και μεταβολή του νόμου», λέγει. Δηλαδή, γι’ αυτό άλλαξε από φυλή σε φυλή, από την ιερατική στη βασιλική, για να είναι η ίδια και βασιλική και ιερατική. Και πρόσεχε το μυστήριο· πρώτα ήταν βασιλική και τώρα έγινε ιερατική, όπως ακριβώς, συνέβηκε και στην περίπτωση του Χριστού.Γιατί ο Χριστός ήταν πάντοτε βασιλιάς και έγινε ιερέας,όταν ενανθρώπησε, όταν πρόσφερε τη θυσία. Βλέπεις τη μεταβολή; 
 
Και εκείνα που ήταν αντίθετα, αυτά τα παρουσιάζει έτσι σαν να τα απαιτούσε η ακολουθία των πραγμάτων. Και λέγει στη συνέχεια: «ἐφ᾿ ὃν γὰρ λέγεται ταῦτα, φυλῆς ἑτέρας μετέσχηκεν, ἀφ᾿ ἧς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ(:πράγματι μετατέθηκε και αντικαταστάθηκε η λευιτική ιεροσύνη· διότι Εκείνος για τον οποίο λέγονται αυτά και τον οποίο συμβόλιζε ο Μελχισεδέκ, ο Ιησούς Χριστός δηλαδή, κατάγεται από άλλη φυλή, από την οποία κανείς δεν υπηρέτησε και δεν πλησίασε ως ιερέας στο θυσιαστήριο)»[Εβρ.7,12]. 
 
Αυτό που λέγει, σημαίνει το εξής: «και εγώ λέγω και ξέρω ότι η φυλή αυτή δεν είχε καμιά σχέση με την ιεροσύνη και ότι κανείς απ’ αυτήν δεν έγινε ιερέας(γιατί αυτό φανερώνει το «κανείς δεν έχει υπηρετήσει το θυσιαστήριο»), αλλά όλα έχουν αλλάξει. Έτσι ήταν ανάγκη να αλλάξει ο νόμος και η παλαιά διαθήκη, αφού και αυτή η φυλή έχει αλλάξει». Βλέπεις πως δείχνει και άλλη διαφορά από την αλλαγή της φυλής; Και όχι μόνο απ’αυτή δείχνει πόση είναι η διαφορά, αλλά ακόμη και από το πρόσωπο και από τη διαθήκη και από τον τρόπο και από τον ίδιο τον τύπο. 
 
«ὃς οὐ κατὰ νόμον ἐντολῆς σαρκικῆς γέγονεν, ἀλλὰ κατὰ δύναμιν ζωῆς ἀκαταλύτου (:και ο νέος αυτός ιερέας, ο Χριστός δηλαδή, έγινε ιερέας όχι σύμφωνα με κάποιο νόμο που οι εντολές του αναφέρονται σε εξωτερικά και πρόσκαιρα πράγματα και γενικότερα στην κάθαρση της σάρκας· αλλά έγινε ιερέας με τη δύναμη του Πατρός και τη δική Του. Και η δύναμη αυτή είναι δύναμη ζωής που δεν καταλύεται από τον θάνατο αλλά είναι αιώνια)»[Εβρ.9,16]. «Έγινε», λέγει, «ιερέας, αλλά όχι σύμφωνα με τις εντολές του ανθρώπινου νόμου»· γιατί ο νόμος εκείνος σε πολλά ήταν άνομος. Και σωστά τον ονόμασε αυτόν ανθρώπινη εντολή, γιατί όσα όριζε αναφέρονταν στο σώμα του ανθρώπου. Γιατί το να λέγει ο μωσαϊκός εκείνος νόμος: «περίτεμνε τη σάρκα, χρίσε τη σάρκα, λούσε τη σάρκα, καθάρισε τη σάρκα, κούρεψε τη σάρκα, δέσε τη σάρκα, θρέψε τη σάρκα, ξεκούρασε τη σάρκα», όλα αυτά, πες μου, δεν αναφέρονται στο σώμα του ανθρώπου; Αν όμως θέλεις να μάθεις και ποια αγαθά υποσχόταν, άκου· «πολλή ζωή», λέγει, «στη σάρκα, γάλα και μέλι για τη σάρκα, ειρήνη για τη σάρκα, απολαύσεις για τη σάρκα». Από αυτόν τον νόμο έλαβε την ιεροσύνη ο Ααρών, ενώ ο Μελχισεδέκ δεν την έλαβε έτσι. 
 
«Μαρτυρεῖ γὰρ ὅτι σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ (:και είναι δύναμη αιώνιας ζωής, διότι δίνει μαρτυρία η Αγία Γραφή για τον νέο ιερέα Χριστό ότι «εσύ είσαι ιερέας αιώνιος κατά την τάξη Μελχισεδέκ)»[Εβρ.7,17]. Ποιο γίνεται ολοφάνερο με μαρτυρία; Η απόσταση της μιας ιεροσύνης από την άλλη, η διαφορά τους, πόσο ανώτερος είναι αυτός που έγινε ιερέας όχι σύμφωνα με τις εντολές του ανθρώπινου νόμου. Ποιος είναι αυτός; Ο Μελχισεδέκ; Όχι, αλλά ο Χριστός. «Αλλά σύμφωνα με τη δύναμη ζωής ακατάλυτης. Γιατί μαρτυρεί η Γραφή: “εσύ είσαι αιώνιος ιερέας κατά την τάξη Μελχισεδέκ”)». Δηλαδή όχι πρόσκαιρος, ούτε έχει τέλος, αλλά «δύναμη ζωής που δεν καταλύεται από τον θάνατο αλλά είναι αιώνια». Αυτό το είπε για να φανερώσει ότι έγινε ιερέας με τη δύναμη τη δική Του και του Πατέρα, με τη ζωή που δεν έχει τέλος. Αν και βέβαια αυτό δεν είναι σύμφωνο με το «αυτός έγινε ιερέας όχι σύμφωνα με τις εντολές του ανθρώπινου νόμου»· γιατί το σύμφωνο θα ήταν να πει, «αλλά με πνευματική εντολή». Αλλά με «τον ανθρώπινο νόμο» έδειξε το πρόσκαιρο, όπως λέγει και αλλού, «μόνον ἐπὶ βρώμασι καὶ πόμασι καὶ διαφόροις βαπτισμοῖς καὶ δικαιώμασι σαρκός, μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα(:οι θυσίες μάλιστα εκείνες επιβάλλονταν μόνο ως φορτίο, μαζί με τη διάκριση φαγητών και ποτών και με τις διάφορες πλύσεις και τις εντολές για τον καθαρισμό μόνο του σώματος. Όλα αυτά όμως ήταν προσωρινά μέχρι τον καιρό της διορθώσεως και μεταρρυθμίσεως που επέφερε ο Χριστός)»[Εβρ.9,10]· «κατὰ δύναμιν ζωῆς (:με τη δύναμη της ζωής)»· δηλαδή ότι ζει με τη δική Του δύναμη. 
 
 
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ, 
 
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος 
 
 
 
ΠΗΓΕΣ: 
 
 
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην προς Εβραίους επιστολήν, ομιλία ΙΓ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1989, τόμος 24, σελίδες 512-521. 
 
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014. 
 
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009. 
 
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005. 
 
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016. 
 
 
 
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm