Συνεχίζουμε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τό κεφάλαιο γιά τήν φαντασία ἀπό τόν Ἅγιο Σιλουανό καί, ἄν θέλει ὁ Θεός, θά προχωρήσουμε καί στό ἑπόμενο «Περί διακρίσεως».
 
«Ὁ γέ­ρον­τας ἔλεγε», ὁ Ἅγιος Σιλουανός δηλαδή, «πώς ἡ ὑπε­ρη­φά­νεια δέν γνω­ρί­ζει τέλος στίς ἀξιώ­σεις της». Ὁ ὑπερήφανος δέν ἔχει τέλος στίς ἀπαιτήσεις του. «Στίς σημειώσεις» τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, «ὑπάρ­χει ἡ ἑξῆς πα­ρα­στα­τι­κή παραβο­λή: «Ἕνας κυνηγός ἀγα­ποῦ­σε πολύ τό νά πε­ρι­φέ­ρε­ται στά δάση καί τούς κάμ­πους γιά κυ­νή­γι. Μιά φορά κυ­νη­γών­τας ἀνέ­βαι­νε πολλή ὥρα σ’ ἕνα ψηλό βουνό, κι ἐπει­δή κου­ρά­στη­κε, κά­θι­σε σέ μιά με­γά­λη πέτρα. Βλέ­πον­τας ἕνα σμῆ­νος ἀπό πουλιά νά πετοῦν ἀπό τή μία κορυφή στήν ἄλλη σκέ­φτη­κε: Γιατί ὁ Θεός δέν ἔδωσε φτερά στόν ἄν­θρω­πο, γιά νά μπο­ρεῖ νά πε­τά­ει; Ἐκεί­νη τήν ὥρα περ­νοῦ­σε ἀπό τόν ἴδιο τόπο ἕνας ταπεινός ἐρη­μί­της. Γνω­ρί­ζον­τας τίς σκέ­ψεις τοῦ κυ­νη­γοῦ», προφανῶς εἶχε τό διορατικό χάρισμα, «τοῦ εἶπε: «συλ­λο­γί­ζε­σαι γιατί δέν σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός φτερά. Ἀλλά ἄν σοῦ δώσει φτερά, πάλι δέν θά εἶσαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος καί θά πεῖς: «Τά φτερά μου εἶναι ἀδύ­να­τα καί μ’ αὐτά δέν μπορῶ νά πε­τά­ξω ὥς τόν οὐρανό γιά νά δῶ τί ὑπάρ­χει ἐκεῖ». Καί ἄν σοῦ δο­θοῦν τόσο δυνατά φτερά, πού νά μπο­ρέ­σεις νά ἀνε­βεῖς ὥς τόν οὐ­ρα­νό, θά εἶσαι καί τότε δυσαρεστημένος καί θά πεῖς: «Δέν κατα­λα­βαί­νω τί γί­νε­ται ἐδῶ». Καί ἄν σοῦ δοθεῖ νά κα­τα­λά­βεις, καί πάλι δέν θά εἶσαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος καί θά πεῖς: «γιατί ἐγώ δέν εἶμαι Ἄγ­γε­λος»; Καί ἄν σέ κάνουν Ἄγγελο, τότε καί πάλι θά εἶσαι δυ­σα­ρε­στη­μέ­νος καί θά πεῖς: Γιατί δέν εἶμαι Χερουβείμ; Καί ἄν γί­νεις Χε­ρου­βείμ, τότε θά πεῖς: Γιατί ὁ Θεός δέν μέ ἀφή­νει νά κυβερ­νῶ τόν οὐ­ρα­νό; Καί ἄν σοῦ δοθεῖ νά κυ­βερ­νήσεις τόν οὐ­ρα­νό, καί πάλι δέν θά εὐ­χα­ρι­στη­θεῖς καί, σάν κά­ποιον ἄλλον, θά ζη­τή­σεις κι ἐσύ μέ αὐ­θά­δεια περισσότερα». Ὁ κάποιος ἄλλος εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ἑωσφόρος. «Γι’ αὐτό πάντα νά τα­πει­νώ­νε­σαι καί θά εἶσαι εὐχαριστημένος μέ ὅ,τι σοῦ δί­νε­ται καί τότε θά ζεῖς μέ τόν Θεό».
 
Ὁ κυνηγός εἶδε πώς ὁ ἐρη­μί­της εἶπε τήν ἀλή­θεια καί εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Θεό, πού τοῦ ἔστει­λε τόν μο­να­χό, γιά νά τόν συ­νε­τί­σει καί νά τόν δι­δά­ξει τόν ὁδό τῆς ταπει­νώ­σε­ως.
 
Ὁ γέ­ρον­τας ὑπο­γράμ­μι­ζε μέ ἐπι­μο­νή, πώς ἡ ὁδός τῶν ἁγίων ἔγ­κει­ται στό ὅτι μέ τήν τα­πεί­νω­ση ἀποκαθαίρουν τόν νοῦ ἀπό κάθε φαν­τα­σία: «Ἔλε­γαν οἱ Ἅγιοι: Θά τι­μω­ρη­θῶ στόν ἅδη. Καί αὐτό, πα­ρό­λο πού ἔκα­ναν θαύ­μα­τα! Ἤξεραν ἀπό τήν πείρα τους ὅτι, ἄν ἡ ψυχή κα­τα­δι­κά­ζει τόν ἑαυτό της στόν ἅδη, ἀλλά ἐλ­πί­ζει συγ­χρό­νως στήν εὐ­σπλαγ­χνία τοῦ Θεοῦ, τότε ἔρ­χε­ται ἡ δύ­να­μη τοῦ Θεοῦ σέ αὐτήν καί τό Ἅγιο Πνεῦ­μα μαρ­τυ­ρεῖ φανερά γιά τήν σω­τη­ρία. Μέ τήν αὐ­το­κα­τά­κρι­ση τα­πει­νώ­νε­ται ἡ ψυχή καί δέν ὑπάρ­χουν πιά καθόλου μέσα της λο­γι­σμοί, ἀλλά στέ­κε­ται μέ καθαρό νοῦ μπροστά στόν Θεό. Νά ἡ πνευ­μα­τι­κή σοφία!»[1].
 
Βλέπουμε ἐδῶ μιά πολύ σπουδαία θεραπευτική συνταγή γιά ὅλους μας. Θέλεις νά μήν ἔχεις λογισμούς; Νά ξεφύγεις ἀπό τήν καταδυναστεία τῆς λογικῆς καί τῶν διαφόρων ἰδεῶν πού σέ βασανίζουν; Ταπεινώσου καί αὐτοκατακρίσου, αὐτοκατηγορήσου, κατηγόρησε τόν ἑαυτό σου. Τότε θά ταπεινωθεῖς. Βλέπουμε οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουνε κατάθλιψη, συνεχῶς κατηγοροῦνε τούς ἄλλους, κανένας δέν μ’ ἀγαπάει κλπ. κλπ. Ἡ ὁδός τῆς θεραπείας εἶναι ἀκριβῶς τό ἀντίθετο, νά κατηγορήσεις τόν ἑαυτό σου χωρίς νά ἀπελπιστεῖς καί τότε ἔρχεται ἡ θεραπεία.

 
«Μέ γε­ω­τρύ­πα­νο τρυ­πά­ει ὁ ἄν­θρω­πος τή γῆ, γιά νά βγάλει πε­τρέ­λαιο ἀπό τὰ ἔγ­κα­τά της, καί πε­τυ­χαί­νει τόν σκοπό του. Μέ τό λογικό περ­νᾶ ὁ ἄν­θρω­πος τόν οὐ­ρα­νό, σκο­πεύ­ον­τας νά ἁρ­πά­ξει τό πῦρ τῆς Θε­ό­τη­τας, ἀλλά τόν ἀπω­θεῖ ὁ Θεός ἐξαι­τί­ας τῆς ἀλα­ζο­νί­ας του.
 
Οἱ Θεῖες θε­ω­ρί­ες παρέχονται στόν ἄν­θρω­πο, ὄχι ὅταν τίς ἐπι­διώ­κει ἔχον­τας κυ­ρί­ως αὐτές ὡς στόχο, ἀλλά ὅταν ἡ ψυχή κα­τεβαίνει στόν ἅδη τῆς με­τάνοιας καί αἰ­σθά­νε­ται ἀλη­θι­νά πώς εἶναι χει­ρό­τε­ρη ἀπό ὅλη τήν κτίση»[2]. Δέν πρέπει νά ἐπιδιώκουμε Θεῖες θεωρίες, ἀλλά τό ταπεινό φρόνημα. Νά κατεβαίνουμε κάτω ἀπό ὅλους καί τότε ὁ Θεός δίνει αὐτό πού εἶναι γιά τό συμφέρον μας.
 
«Οἱ θε­ω­ρί­ες, ὅμως, πού κα­τα­κτῶν­ται μέ τή βία τοῦ λο­γι­κοῦ, δέν εἶναι ἀληθινές, δηλαδή θείας προ­ε­λεύ­σε­ως, ἀλλά «κατά τό δο­κοῦν»». Ὅπως ὁ καθένας νομίζει καί μέ βάση τήν λογική κάνει κάποιες θεωρίες. «Καί ὅταν αὐτό τό «δο­κοῦν» θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἀλή­θεια, τότε δη­μιουρ­γεῖ­ται στήν ψυχή τοῦ ἀν­θρώ­που μιά κα­τά­στα­ση πού πα­ρεμ­πο­δί­ζει ἀκόμη καί τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἐνεργήσει ἡ Χάρη, δηλαδή τήν ἀληθι­νή θε­ω­ρία»[3]. Ζεῖ ὁ ἄνθρωπος μέ φαντασίες.
 
«Μέ τήν θε­ω­ρία πού ἐνερ­γεῖ ἡ Χάρη ἀπο­κα­λύ­πτον­ται πράγ­μα­τα πού ξεπερνοῦν καί τήν πιό δη­μιουρ­γι­κή φαν­τα­σία, ὅπως λέει (ὁ Ἅγιος Παῦλος), ὁ θεῖος Παῦ­λος σχετικά: «ἅ ὀφθαλ­μός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκου­σε καί ἐπί καρ­δί­αν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν»[4]»[5]. Αὐτά πού ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εἶναι πέρα ἀπό κάθε φαντασία! Ὀφθαλμός δέν τά εἶδε, αὐτί δέν τά ἄκουσε καί καρδιά ἀνθρώπου δέν τά συνέλαβε!
 
«Ὅταν πα­ρό­μοια μέ τούς Ἀπο­στό­λους ὁ ἄν­θρω­πος ἁρπάζεται μέ τή Χάρη στήν ὅραση τοῦ Θείου Φωτός, ἀρχίζει μετά νά θε­ο­λο­γεῖ «δι­η­γού­με­νος» ὅσα εἶδε καί γνώ­ρι­σε. Ἡ πραγ­μα­τι­κή θε­ο­λο­γία δέν εἶναι ἐπι­νόη­ση τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου λο­γι­κοῦ ἤ ἀπο­τέ­λε­σμα κρι­τι­κῶν με­λε­τῶν», ὅπως γίνεται κατεξοχήν στήν Δύση, «ἀλλά ἐκμυστή­ρευ­ση γιά τήν ἀνώ­τε­ρη ἐκεί­νη ὕπαρ­ξη, στήν ὁποία μπῆκε μέ τήν ἐπε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος ὁ ἄν­θρω­πος»[6]. Οὐσιαστικά εἶναι μιά ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο.
 
«Ἄλ­λο­τε πα­ρέ­χε­ται καί λόγος γιά τήν ἔκ­φρα­ση τῶν βλε­πο­μέ­νων, ἄλ­λο­τε ὑπάρ­χουν δυ­σκο­λί­ες στήν ἐξεύ­ρε­ση λόγων καί ἐν­νοιῶν πού θά μπο­ροῦ­σαν νά ἐκφρά­σουν, ἔστω καί κατά προ­σέγ­γι­ση, αὐτό πού βρί­σκε­ται πέρα ἀπό κάθε γήινη εἰκό­να καί ἔν­νοια. Πα­ρό­λες, ὅμως, αὐτές τίς δυ­σκο­λί­ες καί τήν ἀνα­πό­φευ­κτη ποικιλο­μορ­φία στήν ἔκ­φρα­ση, ὅποιος ἐγνώ­ρι­σε, αὐτός θά δια­κρί­νει σέ ὁποια­δή­πο­τε λεκτική μορφή τήν αὐ­θεν­τι­κή θε­ω­ρία ἀπό τήν ἀπα­τη­λή θε­ω­ρία τοῦ λο­γι­κοῦ στοχασμοῦ, ὅσο με­γα­λο­φυ­ής καί ἄν εἶναι αὐτός»[7] ὁ λογικός στοχασμός. Ἄλλο εἶναι αὐτό πού φτιάχνει ὁ ἄνθρωπος μέ τή λογική καί τή φαντασία καί ἄλλο αὐτό πού δίνει ὁ Θεός, πού εἶναι καί τό αὐθεντικό, τό ἀληθινό, τό γνήσιο, τό βέβαιο, τό σίγουρο. Καί ἕνας πού ἔχει ζήσει τό αὐθεντικό, αὐτός μπορεῖ καί νά καταλάβει τό κίβδηλο.
 
Ἐδῶ τώρα τελειώσαμε μέ τό κεφάλαιο περί φαντασίας καί πᾶμε στό ὄγδοο κεφάλαιο, «Περί διορατικότητος καί τῶν εἰδῶν αὐτῆς». Ὑπάρχουνε διάφορα εἴδη διορατικότητας, διόρασης. «Ἡ γνώση πού ἀποκτᾶται μέ τήν ὑπερνίκηση τῶν παθῶν ὁδηγεῖ στήν διορατικότητα ἐκ πείρας». Ἀπό τήν πείρα δηλαδή πού ἀποκτάει κανείς πολεμώντας τά πάθη, ὁδηγεῖται μετά στή διόραση, στή διορατικότητα. «Ἡ διορατικότητα πού ἐμφανίζεται σάν ἀποτέλεσμα πείρας ἀπό τόν μακροχρόνιο ἀγώνα κατά τῶν παθῶν, δέν φθάνει τήν τελειότητα ἐκείνη πού ἔχει χάρισμα τῆς διορατικότητας πού κατεβαίνει ἄνωθεν»[8]. Μᾶς λέει, ἑπομένως, ὅτι ὑπάρχει διορατικότητα ἀπό τήν πείρα. Ἀπό τόν πνευματικό ἀγώνα πού κάνει ὁ καθένας ἀποκτάει μιά διόραση, μιά διάκριση. Ἀλλά ὑπάρχει πολύ ἀνώτερη διορατικότητα∙ εἶναι αὐτή πού δίνει ὁ Θεός.
 
«Ἡ πρώτη ἀντιλαμβάνεται τήν πνευματική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ὁρισμένες κινήσεις, ἀπό τήν ἔκφραση τοῦ προσώπου, ἀπό μερικές λέξεις, ἀπό τό εἶδος τῆς σιωπῆς ἤ τῆς ὁμιλίας, ἀπό τήν ψυχική ἀτμοσφαίρα πού δημιουργεῖ». Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει τήν διορατικότητα ἀπό τήν πείρα, ἐκ πείρας, καταλαβαίνει τόν ἄλλον ἄνθρωπο ἀπό ὅλα αὐτά τά σημεῖα, ἀπό τίς κινήσεις, τήν ἔκφραση τοῦ προσώπου, τήν σιωπή ἤ τήν ὁμιλία του καί ἀπό τήν ἀτμοσφαίρα πού δημιουργεῖ γύρω του. «Πιστότερη ὅμως βάση γιά τόν ἄνθρωπο δίνει ἡ συνομιλία μαζί του, γιατί τά λόγια του κάνουν φανερώτερα ἀπό τή μιά τό μέτρο τῆς αὐθεντικῆς πνευματικῆς του πείρας, καί ἀπό τήν ἄλλη ὅ,τι εἶναι ἀποτέλεσμα μόνο ἐξωτερικῆς μάθησης»[9]. Ὅταν συζητήσεις μέ τόν ἄλλον, τότε, ἔχοντας καί τήν διορατικότητα ἐκ πείρας, τόν καταλαβαίνεις πολύ καλύτερα.
 
«Ἡ δεύτερη ὅμως ἡ διορατικότητα τῆς Χάρης», πού εἶναι δῶρο Θεοῦ, «βλέπει τά πάντα μέσα ἀπό τήν προσευχή καί δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν παρουσία τοῦ ἀνθρώπου». Δηλαδή καί ἀπό μακριά ὁ διορατικός, πού ἔχει τό χάρισμα ἀπό τόν Θεό, σοῦ κάνει διάγνωση, βλέπει τήν ψυχή σου.
 
«Κατά τήν ἐξέλιξη τοῦ συνεχοῦς ἐσωτερικοῦ πολέμου ὁ ἀσκητής συναντᾶται μέ τρία εἴδη διορατικότητας: Πρῶτο εἶναι ἡ φυσική διαίσθηση ὁρισμένων ἀνθρώπων πού καλλιεργεῖται μέ τήν ἀσκητική ζωή». Ἀπό τή φύση ὑπάρχει μιά διαίσθηση. «Δεύτερο εἶδος διορατικότητας εἶναι αὐτό πού προέρχεται ἀπό δαιμονική ἐνέργεια»[10]. Δηλαδή καί οἱ δαίμονες κάνουν τόν ἄνθρωπο διορατικό, μέ σκοπό βέβαια νά τόν καταστρέψουν. Οἱ δαίμονες βέβαια δέν γνωρίζουν τά πάντα γιά τόν ἄλλον ἄνθρωπο, ἀλλά μόνο τά ἐξωτερικά, αὐτά πού βλέπουν, καί εἰκάζουν καί ὑποθέτουν γιά τίς σκέψεις του, τίς ἐπιθυμίες του κ.λ.π. ἀπό αὐτά πού βλέπουν ἐξωτερικά. Καί ἕνας ἄνθρωπος πού εἶναι πλανεμένος καί δέχεται αὐτή τή δαιμονική ἐνέργεια, μπορεῖ νά φαίνεται ἐξωτερικά στούς ἄλλους ὡς διορατικός. Ἀλλά εἶναι ἀπό τούς δαίμονες αὐτό τό «χάρισμα» καί δέν εἶναι βέβαια κάτι τό ἀληθινό, τό σωστό.
 
«Καί τρίτο, ὑπάρχει διορατικότητα πού προέρχεται ἀπό τήν «δωρεά τῆς Χάρης»», ἀπό τόν Θεό. «Τό πρῶτο εἶδος», πού εἴπαμε εἶναι ἡ φυσική διαίσθηση ὁρισμένων ἀνθρώπων, «μπορεῖ νά φανεῖ ὠφέλιμο καί νά χρησιμοποιηθεῖ γιά καλό ἀπό τόν ἄνθρωπο, πού ἔχει εὐσεβεῖς διαθέσεις καί εἶναι ταπεινός, διότι συνεργεῖ στήν ἀκριβέστερη τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ σχετικά μέ τόν πλησίον. Βλάπτει ὅμως τόν ὑπερήφανο καί ἐμπαθή, γιατί πληθαίνει τίς ἀφορμές γιά πάθη καί δίνει μεγαλύτερες εὐκολίες γιά τήν ἱκανοποίησή τους»[11]. Ἕνας πού ἔχει αὐτή τήν διαίσθηση τήν φυσική ἀνεπτυγμένη, ἄν εἶναι ὑπερήφανος, βλάπτεται.
 
«Τό δεύτερο εἶδος ἡ ἀπό τούς δαίμονες διόραση, εἶναι ἐξαιρετικά ἐπικίνδυνο γιά ὅσους τό δέχονται, γιατί ἀργά ἤ γρήγορα ὁδηγεῖ στήν ἀλγεινή διατάραξη ὅλων τῶν ψυχικῶν καί πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου». Ὁ διάβολος ποτέ δέν κάνει καλό στόν ἄνθρωπο. Καί μάλιστα λέει, «τοῦ παραμορφώνουν φοβερά ἀκόμα καί τήν ἐξωτερική ὄψη» οἱ δαίμονες. Καί «τό τρίτο εἶδος», ἡ διόραση ἀπό τήν Χάρη, ἀπό τόν Θεό, «συνδέεται μέ πολύ μεγάλη εὐθύνη καί εἶναι πηγή πολλῶν πνευματικῶν θλίψεων γιά ὅποιον τό ἀξιώθηκε»[12]. Σέ καμιά περίπτωση δέν δίνεται σέ ὑπερήφανο ἄνθρωπο.
 
«Καί τά τρία αὐτά εἴδη διορατικότητας εἶναι αἰτία βασάνων». Στό πρῶτο, δηλαδή στή φυσική διαίσθηση, «ὁ πόνος ἐμφανίζεται σάν ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης λεπτότητας καί εὐαισθησίας τοῦ νευροψυχικοῦ συστήματος». Ἕνας ἄνθρωπος ὑπερευαίσθητος, πού ἔχει αὐτή τή φυσική διαίσθηση, βασανίζεται καί ταλαιπωρεῖται. «Στό δεύτερο, ὁ πόνος εἶναι συνακόλουθο τοῦ ἐν γένει καταστρεπτικοῦ χαρακτήρα τῶν δαιμονικῶν ἐνεργειῶν», κάτι πού φανερώνεται ἀφοῦ περάσει πολύς χρόνος»[13]. Ὁ διάβολος συμβουλεύει ὕπουλα καί καταστρέφει τήν ψυχή καί αὐτό φανερώνεται μετά ἀπό πολύ χρόνο.
 
«Γι’ αὐτή τήν διορατικότητα, παρότι ἐμφανίζεται καμιά φορά ἡ δυνατότητα νά διαβλέψει τήν ξένη σκέψη, ὁ βαθύς ἐσωτερικός ἄνθρωπος παραμένει ἀπρόσιτος». Αὐτοί πού ἔχουνε τήν δαιμονική διάκριση, μπορεῖ καμιά φορά νά φαίνεται ὅτι καταλαβαίνουν τήν σκέψη τοῦ ἄλλου, ἀλλά δέν καταλαβαίνουν τίποτα ἀπό τό ἐσωτερικό του. «Μέ μεγαλύτερη βεβαιότητα παρουσιάζεται ἀναφορικά μέ τά ἐξωτερικά γεγονότα καί ἔτσι δίνει εὐκαιρίες γιά ματαιόδοξη ἱκανοποίηση σέ ὅσους δέχονται αὐτό τό εἶδος»[14]. Στά ἐξωτερικά γεγονότα αὐτός ὁ διορατικός πού ἔχει τήν διόραση ἐκ δαιμόνων φαίνεται πιό ἱκανός καί ἀποκτάει ἀκόμα μεγαλύτερη ὑπερηφάνεια.
 
«Ἡ χαρισματική πνευματική διορατικότητα ἀποκαλύπτει τά βάθη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς χωρίς νά τό καταλαβαίνει συχνά καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος. Ἡ διορατικότητα αὐτή δέν ἔχει καθόλου ψυχολογικό χαρακτήρα. Ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι γεμάτη ἀπό ἀγάπη καί βλέπει ὡς ἐπί τό πλεῖστον τήν ἀμορφία καί τήν ἀδοξία τοῦ ἀνθρώπου καί πονᾶ καί θλίβεται γι’ αὐτόν. Εἶναι πάθος ἀγάπης. Οἱ φορεῖς αὐτοῦ τοῦ χαρίσματος ποτέ δέν ἐπιδιώκουν νά τό διατηρήσουν. Ἡ ἔπαρση καί ἡ κενοδοξία εἶναι πράγματα ξένα γι’ αὐτούς»[15]. Τέτοιος ἦταν ὁ Ἅγιος Πορφύριος, πού ἀπό πάρα-πάρα πολλή ἀγάπη γιά τόν ἄλλον ἄνθρωπο, τοῦ ἔκανε μία ἀκτινοσκόπηση θά λέγαμε, ψυχική – ἐσωτερική, καί τοῦ ἀποκάλυπτε τόν χαρακτήρα του γιά νά τόν βοηθήσει. Πολλές φορές ἔπιανε τόν σφυγμό, φαινότανε νά πιάνει τόν σφυγμό τοῦ ἀνθρώπου, ἴσως γιά νά συγκαλύπτει τά πράγματα! Δέν χρειαζόταν νά τό κάνει αὐτό.. καί ὁπωσδήποτε ἐκείνη τήν ὥρα προσηύχετο καί σοῦ ἔλεγε τίς ἀδυναμίες τοῦ χαρακτήρα σου.
 
«Ἀφιερώσαμε παραπάνω λίγες γραμμές στό εἶδος ἐκεῖνο τῆς διορατικότητας πού ἀπορρέει ἀπό τήν πείρα, ἑνωμένη ὥς ἕνα σημεῖο μέ τήν χαρισματική διορατικότητα, ἀποτελεῖ τό λεγόμενο χάρισμα τῆς διακρίσεως»[16]. Δηλαδή τό χάρισμα τῆς διακρίσεως εἶναι αὐτή ἡ διορατικότητα πού δίνεται ἀπό τόν Θεό, ἀπό τήν Χάρη, συνδυασμένη ἀπό τήν διορατικότητα, ἀπό τήν πείρα πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες αὐτό τό θεωροῦν ἀνώτατο ἀσκητικό ἐπίτευγμα, τό χάρισμα τῆς διακρίσεως.
 
«Ἡ οὐσία τῆς διακρίσεως βρίσκεται ἀπό τή μιά στήν ἱκανότητα τῆς διαγνώσεως τῆς προελεύσεως τοῦ α΄ ἤ β’ πνευματικοῦ φαινομένου»[17], δηλαδή ἄν τό ὁποιοδήποτε πνευματικό φαινόμενο – συμβάν προέρχεται ἀπό τή Χάρη ἤ προέρχεται ἀπό δαιμονική ἐπίδραση ἤ εἶναι ἁπλά ἀποτέλεσμα φυσικῆς ἱκανότητας τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀποτέλεσμα λ.χ. τῆς φαντασίας τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτά τά καταλαβαίνει αὐτός πού ἔχει τό χάρισμα τῆς διακρίσεως, τά διακρίνει. Καί τέτοιος πρέπει νά εἶναι ὁ πνευματικός, νά ἔχει τό χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων. «Καί ἀπό τήν ἄλλη βρίσκεται στήν γνώση τῆς τάξεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς, δηλαδή στήν ἀκολουθία τῶν πνευματικῶν καταστάσεων καί τῆς σχετικῆς τους τιμῆς ἤ ἀξίας»[18]. Δηλαδή, αὐτός πού ἔχει τό χάρισμα τῆς διακρίσεως, θά σοῦ πεῖ τί θά κάνεις πρῶτα, τί θά κάνεις ἔπειτα. Μπορεῖ νά σέ καθοδηγήσει στήν πορεία τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καί νά σοῦ πεῖ τί ἔχει πιό πολύ καρπό, τί ἔχει πιό μεγάλη ὠφέλεια, ὁπότε γρηγορότερα νά προχωρήσεις πνευματικά. Γι’ αὐτό χρειάζεται ὁ διακριτικός πνευματικός ὁδηγός.
 
«Οἱ ἀσκητές ἐκτιμοῦν πολύ αὐτό τό χάρισμα, γιατί ἔρχεται πάντοτε ὡς ἀποτέλεσμα μακροχρόνιου ἀγώνα κατά τῶν παθῶν, ἐμπειρίας ἀπό μεγάλες ἀντιλήψεις καί ἐπισκέψεις τῆς Χάρης», ἀντίληψη θά πεῖ βοήθεια, ἀπό τήν βόηθεια λοιπόν καί τίς ἐπισκέψεις πού εἶχαν ἀπό τήν Θεία Χάρη, ἀπό τήν πείρα, ἀπό τούς πολλούς πειρασμούς καί τίς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀπό τόν γενικότερο ἀγώνα κατά τῶν παθῶν, ἔρχεται αὐτό τό χάρισμα. «Εἶναι πολύτιμο γιά τούς πνευματικούς παιδαγωγούς, γιατί ὁ ἐχθρός ἀρέσκεται στό νά ντύνεται μορφή Ἀγγέλου φωτός καί εἶναι σπάνιοι αὐτοί πού μποροῦν νά τόν διαγνώσουν μέ βεβαιότητα»[19]. Αὐτοί πού καταλαβαίνουν δηλαδή τόν διάβολο πού ἔχει ντυθεῖ μέ στολή Ἀγγέλου εἶναι σπάνιοι.
 
«Μᾶς εἶναι γνωστές περιπτώσεις πού ὁ μακαριστός Γέροντας Σιλουανός προεῖδε μέ τήν προσευχή τά μακράν ὄντα ὡς ἐγγύς γιγνόμενα», αὐτά πού γινόντουσαν μακριά σάν νά γίνονται πολύ κοντά τά ἔβλεπε ὁ Ἅγιος Σιλουανό, «ἤ προέβλεπε τό μέλλον τοῦ ἀνθρώπου ἤ τοῦ ἀποκαλύπτονταν τά βαθειά μυστήρια τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Θά μποροῦσαν νά μαρτυρήσουν σχετικῶς πολλοί πού τόν γνώρισαν ἐκ πείρας καί ἀπό τούς ὁποίους μερικοί μένουσιν ἕως ἄρτι»[20], λέει ὁ π. Σωφρόνιος, τότε πού ἔγραφε τό βιβλίο βέβαια. Τώρα μᾶλλον ἔχουνε κοιμηθεῖ ὅλοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἤτανε σύγχρονοι τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ καί μποροῦσαν νά μαρτυρήσουν γιά τό διορατικό του χάρισμα.
 
«Ὁ ἴδιος ὅμως ὄχι μόνο δέν ἀγωνιζόταν ποτέ γι’ αὐτό, ἀλλά καί δέν τοῦ ἔδινε μεγάλη σημασία. Ἡ ψυχή του ἦταν τελείως ἀπορροφημένη ἀπό τή συμπάθεια γιά τόν κόσμο. Ἦταν ὁλόκληρος προσηλωμένος ἀπό τήν προσευχή γιά τόν κόσμο καί ἐκτιμοῦσε αὐτή τήν ἀγάπη περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο πνευματικό ἔργο.
 
Ἡ μακρά μας ἐπικοινωνία μέ τόν μακαριστό γέροντα μᾶς ἔπεισε πώς «σ’ αὐτόν δέδοται γνῶναι τά μυστήρια τοῦ Πνεύματος»[21]». Σ’ αὐτόν εἶχε δοθεῖ νά γνωρίζει τά μυστήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί γι’ αὐτό ἦταν πράγματι ὁ πιστός ὁδηγός. Μποροῦσε νά σέ καθοδηγήσει πνευματικά. «Οἱ ἐξαιρετικές ἐκεῖνες, μᾶλλον σπάνιες στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἐπισκέψεις τῆς Χάρης πού ἀξιώθηκε καί ὁ σχεδόν πενηντάχρονος ἀκάματος ἀγώνας μετά ἀπό ἐπικίνδυνα πνευματικά φαινόμενα πού συνάντησε στό πρῶτο ἥμισυ τῆς μακρᾶς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ἔκαναν τόν γέροντα νά πλησιάσει στό μέτρο ἐκεῖνο τῆς γνώσεως, στό μέτρο ἐκεῖνο τῆς τελειότητος, πού τόν ἔκανε ἀσφαλές στήριγμα γιά τούς ἄλλους. Ἐγνώριζε τήν ἱεραρχία τῶν πνευματικῶν καταστάσεων, τήν ἀκολουθία δηλαδή τῆς πνευματικῆς ἀναπτύξεως, πράγμα πολύ σπουδαῖο καί καμιά φορά ἀπαραίτητο γιά τήν ἀπρόσκοπτη πρόοδο»[22]. Γνώριζε δηλαδή πῶς ὁ ἄνθρωπος ἐξελίσσεται πνευματικά, τί εἶναι πρῶτο, τί εἶναι δεύτερο.
 
«Εἶναι συνηθισμένο φαινόμενο στήν πνευματική ζωή, μοναχῶν καί μή μοναχῶν, ἡ ἀπόκλιση ἤ καί ἀνατροπή αὐτῆς τῆς ἱεραρχίας πού ἔγκειται στό ἑξῆς: μιά ὁρισμένη πνευματική κατάσταση ἤ ἀσκητική ἐργασία ἱκανοποιεῖ τόν ἄνθρωπο καί ἔτσι αὐτός ἀρνεῖται νά προχωρήσει στό ἑπόμενο στάδιο τῆς ὁδοῦ, νομίζοντας πώς ἡ παρουσιαζόμενη νέα Χάρη καί γνώση εἶναι κατώτερη ἀπό τήν προηγούμενη μορφή τῆς ἀσκήσεώς του. Καί βάζει ἔτσι μόνος του ὅριο γιά τήν περαιτέρω εὐδοκίμησή του»[23]. Εἶναι αὐτό μία ἐκτροπή. Βρίσκει κάτι πού τόν ἱκανοποιεῖ τόν ἄνθρωπο, μία πνευματική ἐργασία, καί μένει σ’ αὐτό καί δέν προχωράει στό ἑπόμενο στάδιο, νά μεγαλώσει ἀκόμα περισσότερο πνευματικά.
 
«Εἶχε ἔμπειρη γνώση τῆς πνευματικῆς πορείας ὁ γέροντας. Ἔδειχνε τρία οὐσιώδη στάδιά της. Πρῶτο, τή λήψη τῆς Χάρης, δεύτερο τήν ἄρση της, καί τρίτο τήν ἐπιστροφή τῆς Χάρης, τήν ξαναπόκτησή της μέ ἀγώνα ταπεινώσεως»[24]. Εἴχαμε μιλήσει γι’ αὐτά τά τρία στάδια καί ἄλλη φορά. Στήν ἀρχή (ὁ Θεός) τῆς μετανοίας τοῦ ἀνθρώπου δίνει πάρα πολλή Χάρη, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν τήν ἀξίζει, δέν ἔχει ἐργαστεῖ γι’ αὐτή. Ἀλλά τοῦ τήν δίνει ὁ Θεός, ἔτσι ὥστε νά δεῖ ὁ ἄνθρωπος ποῦ τόν καλεῖ ὁ Θεός καί τί τοῦ ἔχει ἑτοιμάσει καί νά λειτουργήσει αὐτό ὡς ἕνα κεντρί γιά τήν μετέπειτα πνευματική ἀγωνιστική πορεία. Μετά τραβιέται αὐτή ἡ πρώτη Χάρις, ἀποσύρεται, ὑποστέλλεται, καί ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ν΄ ἀγωνιστεῖ ὥστε νά τήν ξαναποκτήσει.
 
«Πολλοί ἔλαβαν τήν Χάρη, καί ὄχι μόνο ἀπ’ ὅσους μένουν στήν Ἐκκλησία ἀλλά καί ἀπ’ ὅσους βρίσκονται ἔξω ἀπ’ αὐτήν, γιατί δέν ὑπάρχει προσωποληψία στόν Κύριο, ἀλλά κανένας δέν διεφύλαξε τήν πρώτη Χάρη καί μόνο λίγοι τήν ξαναπέκτησαν». Δηλαδή ὁ Θεός καλεῖ ὅλους, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά πολύ λίγοι κρατοῦν αὐτή τήν Χάρη.. ἤ μᾶλλον ὅλοι τήν χάνουν τήν πρώτη Χάρη καί πολύ λίγοι τήν ξαναποκτοῦν μετά ἀπό ἀγώνα. «Ὅποιος ἀγνοεῖ τήν περίοδο τοῦ δευτέρου ἐρχομοῦ τῆς Χάρης, ὅποιος δέν πέρασε τόν ἀγώνα γιά τήν ἐπιστροφή της, αὐτός οὐσιαστικά ἔχει μιά λειψή πνευματική πείρα»[25]. Οἱ πιό πολλοί, λέγαμε καί ἄλλη φορά, εἴμαστε σ’ αὐτό τό δεύτερο στάδιο, πού ἔχει ὑποσταλεῖ ἡ Χάρις καί καλούμαστε ν’ ἀγωνιστοῦμε γιά νά τήν ξαναποκτήσουμε. Καί στό μέτρο πού κανείς κάνει ὑπομονή καί μένει σταθερά στήν ἀγωνιστικότητα, στήν ἀγωνιστική πορεία καί προσπάθεια, θά τοῦ δώσει ὁ Θεός ξανά τή Χάρη πού ἔζησε τήν πρώτη φορά.
 
«Ὁ γέροντας Σιλουανός ἦταν πλούσιος, ὄχι μόνο ἀπό τήν προσωπική ἐσωτερική του πείρα, ἀλλά ἦταν καί θεωρητικά καλά καταρτισμένος στήν ἀσκητική γραμματεία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Καί μέ τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ δέν ἦταν μόνο πιστός στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐπαναλήφθηκε καί στόν ἴδιο ἡ πείρα τῶν μεγάλων Πατέρων!». Δηλαδή ὄχι μόνο διάβαζε καί γνώριζε, ἀλλά τά εἶχε ζήσει αὐτά πού εἶχαν ζήσει καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες. «Μένοντας μόνος του διάβαζε λίγο, γιατί ἡ ἀνάγνωση παρεμποδίζει τήν νοερά προσευχή. Προτιμοῦσε ν’ ἀκούει, γιατί μποροῦσε χωρίς νά σταματᾶ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, νά προσέχει ταυτοχρόνως στήν ἀνάγνωση. Ἄκουγε πολλές ἀναγνώσεις πατερικῶν ἔργων στήν ἐκκλησία τίς ὧρες τῶν νυχτερινῶν ἀκολουθιῶν. Διάβαζε λίγο στό κελί του. Πολλά ἔμαθε μέ τήν ζωντανή συνομιλία μέ ἄλλους ἀσκητές τοῦ Ἁγίου Ὄρους πού ἀνάμεσά τους ὑπῆρχαν πολλοί προικισμένοι μέ πλούσια χαρίσματα. Τά τελευταῖα του ἕξι – ὀκτώ χρόνια σύχναζε στόν φίλο του μοναχό Κασσιανό, ὅταν αὐτός ζοῦσε κοντά στό μοναστήρι στά Κυπαρίσσια». Ἔτσι λεγόταν ἡ τοποθεσία. «Ὁ π. Κασσιανός ἀγαποῦσε καί σεβόταν πολύ τόν γέροντα. Τοῦ ἄρεσαν οἱ ἐπισκέψεις του καί διάβαζε μεγαλοφώνως γιά χάρη του μετά χαρᾶς!
 
Ὁ γέροντας θυμόταν καλά πολλά ἀπό τά ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων λόγω ταυτότητας τῶν πνευματικῶν βιωμάτων. Εἶναι δύσκολο νά θυμᾶται κανείς τό πνευματικό, γιατί στήν πνευματική σφαίρα ὑπάρχουν ἐλάχιστες ἐξωτερικές μορφές καί εἰκόνες γιά νά στηριχθεῖ ἡ ὑλική μνήμη. Μήπως γι’ αὐτόν τόν λόγο ἐκήρυξε ὁ παντογνώστης Κύριος τή διδαχή Του γιά τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας στόν λαό μέ ζωντανές εἰκόνες ἀπό τήν καθημερινή πραγματικότητα καί μέ παραβολές;»[26], ρωτάει ὁ π. Σωφρόνιος.
 
«Γιά νά μᾶς διευκολύνει δηλαδή στό νά ἀπομνημονεύσουμε τά πνευματικά εἶναι δυνατό ἕνα ὑποκατάστατο τῆς πνευματικῆς γνώσεως μέ μιά ἐξωτερική μάθηση, πράγμα πού παρατηρεῖται σέ ἀνθρώπους μεγάλης διανοητικῆς πείρας»[27]. Δηλαδή κάτι τό πνευματικό τό ἀπομνημονεύουμε μέσω κάποιου ἐξωτερικοῦ πράγματος. Πῶς εἶπε ὁ Κύριος, «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὁμοιάζει..»[28] καί εἶπε παραβολές. Καί αὐτές οἱ παραβολές ἤτανε σκηνές, εἰκόνες ἀπό τήν καθημερινή ζωή πού εὔκολα θά μπορούσαμε νά τίς ἀποτυπώσουμε καί νά τίς θυμηθοῦμε.
 
«Πραγματικά ὅμως μπορεῖ νά θυμᾶται τήν πνευματική διδασκαλία τῶν Πατέρων μόνο ἐκεῖνος πού τήν ἐβίωσε, πού τοῦ δόθηκε ἄνωθεν ἡ ὑπαρξιακή γνώση τῶν μυστηρίων τοῦ πνευματικοῦ κόσμου». Ἀληθινά ἀπομνημονεύουμε ὅταν ζοῦμε κάποιο πράγμα. Καί τά πνευματικά τότε ἀληθινά τά θυμόμαστε, ὅταν τά ζήσουμε, ὄχι ἁπλῶς τά ἀκούσαμε. «Αὐτός ὁ «ἁπλοϊκός» ἄνθρωπος», ἐντός εἰσαγωγικῶν ἡ λέξη ἁπλοϊκός, ὁ Ἅγιος Σιλουανός δηλαδή, «βγῆκε ἀπό τήν μακρόχρονη πάλη του κάτοχος βαθειᾶς γνώσεως καί τῶν μεθόδων καί μέσων τῆς ἀσκήσεως. Ἡ γνώση αὐτή συνδυασμένη μέ τήν πνευματική δύναμή του, ἀπό τή μιά τόν ἔκανε ἐσωτερικά ἐλεύθερο ἀπό τή δουλεία στούς τύπους καί ἀπό τήν ἄλλη τόν διαφύλαξε ἀπό τό μαρτύριο τῆς ἀπορίας καί ἀπό τίς περιπλανήσεις σέ ξένους δρόμους. Πολλοί ξένοι δρόμοι ἁπλώνονται παράλληλα μέ τή μιά, τήν ἀληθινή ὁδό.
 
Στό βλέμμα τοῦ ἀσκητοῦ παρουσιάζονται πολλές ἀπομονωμένες ξένες πρός τόν χριστιανό σφαῖρες καί δέν μπορεῖ νά διακρίνει καθαρά τήν ἀλήθεια, ἄν δέν τόν ἐπισκιάσει τό Θεῖο Φῶς»[29]. Βλέπουμε καί σήμερα τήν τεράστια σύγχυση πού ὑπάρχει στούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μπερδεύουν τήν ἀλήθεια μέ τό ψέμα, τό φῶς μέ τό σκοτάδι, τήν Ὀρθοδοξία μέ τίς αἱρέσεις καί μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες ἀκόμα, καί ἰνδουιστικές, βουδιστικές διδασκαλίες νά χρησιμοποιοῦνται καί μέσα στήν Ὀρθοδοξία. Πρόσφατα μοῦ ἔλεγαν, στήν Ἀμερική μιά Ἐκκλησία Ὀρθόδοξη, δυστυχῶς, τοῦ Πατριαρχείου μας, κάνει σεμινάρια διαλογισμοῦ γιά νά μάθει στούς χριστιανούς τήν νοερά προσευχή! Χρειάζεται ὁ χριστιανός διαλογισμό γιά νά μάθει.. ἰνδουιστικές τεχνικές γιά νά συγκεντρώνεται καί νά κάνει νοερά προσευχή; Ἄν εἶναι δυνατόν! Ἀλλά βλέπουμε τήν σύγχυση καί αὐτό πού λέει ἐδῶ ὁ π. Σωφρόνιος, τούς παράλληλους δρόμους, οἱ ὁποῖοι μιμοῦνται τήν ἀλήθεια, ἐνῶ δέν εἶναι ἀλήθεια, εἶναι σκοτάδι, εἶναι ψέμα καί ὁδηγεῖ στήν πλάνη, ξένες πρός τόν χριστιανό σφαῖρες, πού δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά τίς διακρίνει, ἄν δέν τόν ἐπισκιάσει τό Θεῖο Φῶς ἤ ἄν δέν ἔχει διακριτικό πνευματικό ὁδηγό.
 
«Ὁ γέροντας, πού ἀξιώθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα νά δεῖ τόν Χριστό, πού τό Ἅγιο Πνεῦμα τόν ἀνύψωσε στήν θεωρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, ἀφοῦ ἔγινε φορέας αὐτοῦ τοῦ Φωτός, μποροῦσε νά διακρίνει μέ καταπληκτική ὀξυδέρκεια τήν πραγματική ἀλήθεια ἀπό τά προσωπεῖα ἐκεῖνα καί τά φαντάσματα τῆς ἀλήθειας, πού συναντᾶ ἀναπόφευκτα ὁ ἄνθρωπος στήν ἀνάβασή του στό ὄρος τῆς θεοπτίας»[30].
 
Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
 
 
[1] Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὁ Γέροντας Σιλουανός, ἔκδ. Γ΄, Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου- Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1985, (στό ἑξῆς: Ὁ Ἅγιος Σιλουανός).
 
[2] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[3] Ὅ.π.
 
[4] Α΄Κορ. 2, 9.
 
[5] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[6] Ὅ.π.
 
[7] Ὅ.π.
 
[8] Ὅ.π.
 
[9] Ὅ.π.
 
[10] Ὅ.π.
 
[11] Ὅ.π.
 
[12] Ὅ.π.
 
[13] Ὅ.π.
 
[14] Ὅ.π.
[15] Ὅ.π.
 
[16] Ὅ.π.
 
[17] Ὅ.π.
 
[18] Ὅ.π.
 
[19] Ὅ.π.
 
[20] Ὅ.π.
 
[21] Λουκ. 8, 10.
 
[22] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[23] Ὅ.π.
 
[24] Ὅ.π.
 
[25] Ὅ.π.
 
[26] Ὅ.π.
 
[27] Ὅ.π.
[28] Ματθ. 13, 44.
 
[29] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[30] Ὅ.π.