Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΒΑΡΝΑΚΟΒΙΤΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝΕ΄

ΙΕΡΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Ἡ ὄγδοη δεκαετία τοῦ 11ου αἰῶνος πήγαινε κατά τή δύση της. Ἦταν τό ἔτος 1077μΧ.

Μέσα στίς σειρές τῆς κτητορικῆς ἐπιγραφῆς κρύβονται πολλά ἐπί μέρους γεγονότα καί ὁ πολύπλευρος ἀγῶνας πού ἔγινε ἀπ᾿ τόν Ὅσιο Ἀρσένιο καί τούς μαθητές του γιά νά ἀνεγερθῆ ἡ χαριτωμένη ἀθάνατη Ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῆς Βαρνάκοβας.

Ἀθάνατη κατά πνευματική ὑφή, γιατί κι ἄν σάν κτίριο ὑπέστη τοῦ χρόνου τή φθορά καί καταστροφές ἀπό βαρβάρους, ἡ πνευματική της ὀντότης στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας σάν θησαυροφυλάκιο Χάριτος παρέμεινε ἐπό αἰῶνες… Κι αὐτό, μέ τήν ἀδιάκοπη ἐπιχορήγση οὐρανίων δωρεῶν ἐκ μέρους τῆς Θεομήτορος.

Τήν ἐποχή ἐκείνη τό Βυζάντιο ζοῦσε μιά δύσκολη περίοδο ἐσωτερικῶν καί ἐξωτερικῶν ταραχῶν. Βασίλευε τότε ὁ Μιχαήλ Ζ΄.

ὉΠαραπινάκης. Ἕνας μέτριος Βασιλεύς κατά τίς διοικητικές ἱκανότητες, πού ἕνα μέρος τῆς ἐξουσίας του τό εἶχε ἐμπιστευθεῖ σέ ἀνθρώπους χωρίς ἦθος καί χωρίς ἱκανότητες, οἱ ὁποῖοι τόν παρέσυραν σέ ἀδικίες ἀκόμη καί σέ βάρος δαφνοστεφῶν καί γενναίων στρατηγῶν, ὅπως τοῦ Νικηφόρου Βρυενίου καί τοῦ Νικηφόρου Γ΄ Τοῦ Βοτανειάτου.

Ὁ λαός δυστυχοῦσε. Ἔπεσε λιμός βαρύς καί οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν ἀπό τήν πείνα, καθώς καί ἀπο τίς ἐπιδρομές τῶν γειτονικῶν βαρβαρικῶν λαῶν. Ἔτσι, ἀπό πλευρᾶς τῆς Βασιλεύουσας – γιατί συνήθως ἐπιχορηγοῦσαν οἱ Βασιλεῖς καί οἱ ἄρχοντες τήν ἀνέγερση ἱερῶν Ναῶν καί Μοναστηριῶν – δέν ὑπῆρχε οὐδεμία δυνατότης οἰκονομικῆς βοηθείας.

Ἄν δέν εἶχαν ὅμως οἱ Βασιλεῖς, εἶχε ὁ Θεός καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ.

Καί ἐνῶ συνέβαιναν αὐτά τά τραγικά γεγονότα στήν Κωνσταντινούπολη, στήν εὐσεβῆ Δωρίδα ὑπῆρχε νηνεμία. Μακρυά ἀπό τή Βασιλεύουσα ὁ ἀπόηχος τῶν γεγονότων ἔφθανε πολύ ἀσθενικός.

Οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς, ὅταν ἔμαθαν τήν ἀπόφαση τοῦ ἁγίου Ἀρσενίου ν᾿ ἀναγείρη Ἐκκλησία πρός τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί νά συγκροτήση μικρό Μοναστῆρι, καταχάρηκαν. Στάθηκαν ὁλοπρόθυμοι συμπαραστάτες του, γιατί ἀνέκαθεν ὁ λαός τῆς Δωρίδος ἔτρεφε ζωντανή ἀγάπη γιά τή Δέσποινα τοῦ κόσμου. Καί γι᾿ αὐτό καί εὐλογήθηκε ἰδιαίτερα, ὅπως ἀπέδειξαν οἱ ἐννέα αἰῶνες πού πέρασαν ἀπό τότε.

Πρίν ξεκινήση ὁ Ὅσιος τό χτίσιμο τῆς Ἐκκλησίας, κάθησε κι ἔγραψε γραφή στόν ὑπέργηρο Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Κοσμᾶ Α΄. Τόν Ἱεροσολυμίτη. Ζητοῦσε μέ πολύ σεβασμό τήν ἄδεια καί τήν εὐλογία του.

Ἀκόμη τό Βυζαντινό κράτος καί ἡ Ἐκκλησιαστικές ἐξουσίες ἕδρευαν στή Βασιλεύουσα.

Ὁ Πατριάρχης Κοσμᾶς ὁ Ἱεροσολυμίτης (1075 – 1081), ἦταν περισσότερο Μοναχός καί λιγώτερο Πατριάρχης. Εἶχε θεῖα χαρίσματα καί τό προορατικόν. “ Ἦτο ἀνήρ ἱεροπρεπής καί πλήρης ἁγιωσύνης”. Αὐτός ἔστεψε αὐτοκράτορα τόν Ἀλέξιο Κομνηνό.

Ὁ Ἅγιος Πατριάρχης Κοσμᾶς ὁ Ἱεροσολυμίτης

Ἡ Ἐκκλησία τόν ἑορτάζει ὡς Ἅγιο στίς 2 Ἰανουαρίου.

Σ᾿ αὐτόν τόν ἅγιο Πατριάρχη ἔφθασε ἡ ἐπιστολή τοῦ Ὁσιωτάτου Ἀρσενίου. Τό νά πῆγε ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος δέν φαίνεται πιθανόν, διότι καί τά γεγονότα στή Βασιλεύουσα ἦσαν φοβερά λόγῳ τοῦ λιμοῦ καί τῶν ἐχθρικῶν ἐπιδρομῶν καί ἕνα τέτοιο ταξίδι στήν πολυάνθρωπη Κωνσταντινούπολη θά ἦταν ἰδιαίτερα ὀδυνηρό γιά ἕναν ἐρημίτη Ἀσκητή. Ὅμως οἱ Ἅγιοι “συναντῶνται” καί μέ διαφορετικούς τρόπου ἀπ᾿ ὅ,τι οἱ συνιθισμένοι ἄνθρωποι. Συναντῶνται ἐν “Ἁγίῳ Πνεύματι”.

Ἔτσι ὁ Πατριάρχης χάρηκε ὅταν ἔμαθε τά θεοφιλῆ σχέδια τοῦ Ὁσίου. Ἔστειλε λοιπόν τίς εὐχές καί τήν εὐλογία του καί τόν ἐνεθάρρυνε στίς προσπάθειές του.

Στήν κτητορική ἐπιγραφή ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ναός ἀνηγέρθη ἐπί ἁγιωτάτου Πατριάρχου Κοσμᾶ τοῦ Α΄. Ἡ λέξη ἁγιώτατος, πέραν ἀπό τήν τυπική προσφώνηση, ἀποτελοῦσε μιά πραγματικότητα στήν προκει-μένη περίπτωση, καί ἦταν μία εὐλογημήνη συγκυρία γιά τήν ἐποχή ἐκείνη πού τό ἱερό καθίδρυμα τῆς Παναγίας τῆς Βαρνάκοβας ξεκινοῦσε τή θεάρεστη ἀποστολή του ἀνά τούς αἰῶνας, εὐλογημένο ἀπό δύο Ἁγίους.

Μετά ἀπ᾿ αὐτό, τό ἔρημο μικρό ὁροπέδιο ἔγινε μιά χαρούμενη ζωντανή κυψέλη ἐργασίας ἀπό τόν Θεο-φόρο Ἀρσένιο. Ἀπεδείχθη πώς ὁ Κύριος τόν εἶχε προικίσει μέ πολλές ἰδιαίτερες ἱκανότητες καί, ὄντας καθαρός ὁ νοῦς του, εἶχε τή δυνατότητα νά γίνη καί σχεδιαστής καί ἀρχιτέκτονας καί ἐργοδηγός στό ἔργο τῆς ἀνοικοδομήσεως τῆς Μονῆς, ὅπως καί ἔγινε.

Ἦταν ἕνας πολύτιμος συνεργάτης καί ἐμπνευστής γιά τούς ἀρχιμαστόρους.

Ἄν στρέψουμε τά μάτια τῆς ψυχῆς μας στό παρελθόν, θά τόν ἰδοῦμε ἀνάμεσα στούς ἐργάτες νά σχεδιάζη μέ κάρβουνο ἐπάνω στό κεραμίδι τά σχέδια τοῦ ναοῦ καί τῶν πρώτων κελλιῶν.

Καί ἄς μή φανταστῆ κανείς πῶς ἔκανε προχειρότητες. Ξεκίνησε καί ἔφτειαξε ὑπόγεια στήν Ἐκκλησία 5,5 μέτρα βάθος! Κρῦπτες μέ διεξόδους μυστικές, ἐν εἴδει θολωτῶν κτιστῶν στοῶν. Προνόησε ὅτι θά χρειαστοῦν; Εἶχε προορατικό χάρισμα καί “ἔβλεπε” αὐτά πού θά συνέβαιναν ἀρκετούς αἰῶνες ἀργότερα; Ὁ Θεός γνωρίζει. Πάντως τό οἰκοδομικό του ἔργο ἦταν σωστό, προβλεπτικό καί καλαίσθητο. Καί ὅλα αὐτά γιατί ἦταν ἐξ ἴσου εὐλογημένο μέ τό πνευματικό του ἔργο.

Μπορεῖ κανείς ν᾿ ἀναλογιστῆ τόν κόπο καί τή σκληρή προσπάθεια γιά νά σκάψουν σέ τόσο βάθος. Συνάλλαζαν τά παλλικάρια καί οἱ ἐργάτες μέ δεμένα τά μαντήλια στά μέτωπα, μουσκεμένα στόν ἱδρῶτα! Τά ζεμπίλια ἀνεβοκατέβαιναν μέ ταχύτητα μέσα στούς βαθεῖς λάκκους γιά ν᾿ ἀδειάζουν τά χώματα πού ἔβγαιναν. Τό μόνο εὔκολο ἦταν ὅτι τό ἔδαφος τοῦ εὐλογημένου τόπου δέν ἦταν πετρῶδες. Ἦταν ξανθό, κιτρινωπό καί ἀργιλῶδες, ὅπως εἶναι καί σήμερα.

Οἱ κυροῦλες τῆς περιοχῆς βοηθοῦσαν μέ τόν τρόπο τους, ὅσο μποροῦσαν. Ἔχοντας σφιχτοδεμένα τά τσεμπέρια τους γύρω ἀπό τό σοβαρό πρόσωπό τους, συνόδευαν τά γαϊδουράκια τους φορτωμένα μέ ζεστά ψωμιά καί φροῦτα καί μέ σταμνιά γεμᾶτα δροσερό νερό γιά τούς ἐργάτες.

Οἱ νεαροί μαθηταί τοῦ Ἁγίου ἦσαν πρῶτοι στήν προσπάθεια αὐτή. Ἔβγαζαν κυριολεκτικά σπίθες τά τσεκούρια τους γιά νά ξεχερσώσουν τόν τόπο πού θά χτίζονταν ἡ Ἐκκλησία καί τά πρῶτα κελλάκια. Ὁ ἱερός ζῆλος τους καί ἡ νοσταλγία τῆς πνευματικῆς φωλιᾶς, τούς ἔδινε φτερά. Εἶναι πού ὁ Ὅσιος, συνετός καθώς ἦταν, τούς συγκρατοῦσε, ἀλλιῶς ἦσαν ἱκανοί νά πέσουν κάτω ἀπό τήν πολλή δουλειά.

Ἀλλά καί οἱ ἐθελοντές ἐργάτες δούλευαν μέ πολλή προθυμία καί μέ ἱερό “μεράκι”. Ὑπῆρχαν καί μερικοί ἀρχιμάστοροι, πού, ἄν καί ἦσαν ἐπαγγελματίες, ἐπηρρεασμένοι κι αὐτοί ἀπό τή Χάρι τῆς Παναγιᾶς καί τή χαρούμενη ἀτμόσφαιρα πού ἐπικρατοῦσε, δούλευαν καί αὐτοί ὁλοπρόθυμα καί λάξευαν τά λιθάρια μέ καλαισθησία καί ἔχτιζαν μέ τέχνη.

Ἄχ, αὐτά τά λιθάρια, γιά ν᾿ ἀνέβουν στό ὑψίπεδο πού χτιζόταν ἡ Ἐκκλησιά τῆς Μάννας Παναγιᾶς, τῆς Βαρνάκοβας! Πόσος ἀγῶνας καί πόσος κόπος! Ἄν δέν τόν ἀλάφραινε ἡ Θεία χαρά πού εἶχαν ὅλοι, τό ἔργο θά γινόταν δύσκολα καί σέ μακρύ χρονικό διάστημα. Ὁ ἀγῶνας ἄρχιζε ἀπό τό νταμάρι καί συνεχιζόταν στή μεταφορά μέ ἡμιόνους καί γαϊδουράκια πού στά πλευρά τούς ἔβαζαν ξύλινα θηκάρια ἤ κασόνια ἀπό γερά ξύλα πού τά γέμιζαν μέ πέτρες.

Σέ κάθε πέτρα τῆ εὐλογημένης Ἐκκλησίας, ἄν τή χήμιζε κανείς, θἄβρισκε ἐπάνω της ἁγιασμένο ἱδρῶτα καί δάκρυ χαρᾶς καί ἀγάπης. Πρῶτα τοῦ κτήτορος καί ἱδρυτοῦ καί μετά ὅλων αὐτῶν πού συνετέλεσαν στήν ἀνοικοδόμηση τῆς πρώτης Μονῆς.

Μᾶς χωρίζουν ἐννέα αἰῶνες ἀπ᾿ αὐτούς, ὅμως τούς νοιώθουμε πολύ κοντά μας. Καί τούς εὐγνωμονοῦμε καί τούς ἀγαπῶμε σάν δικούς μας ἀνθρώπους. Μπήκαμε στόν κόπο τους!…

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔπειτα, εἶναι ἔξω ἀπό τόν χρόνο. Ἑνώνει τούς Πιστούς ἀνεξάρτητα σέ ποιά ἐποχή ἔζησαν. Ἡ ἱστορία τῶν Χριστιανῶν δέν ἔχει “χθές”, “σήμερα” καί “αὔριο”. Εἶναι ἕνα συνεχές “σήμερα”, πού ἑνώνει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ὅλους τούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν.


Τά πρῶτα χρήματα πού μαζεύτηκαν, γρήγορα καταναλώθηκαν. Οἱ μάστοροι καί οἱ πληρωτικοί ἐργάτες περίμεναν τίς φόλλεις καί τά μιληρήσια. Τό οἰκονομικό ἀδιέξοδο γινόταν ἀπόλυτο πολλές φορές. Τότε ὁ Ἅγιος ἀποσυρόταν μέσα στό δάσος τῆς Βαρνάκοβας, ὄπου τοῦ εἶχαν φτειάξει μιά πρόχειρη καλύβα κι ἐκεῖ προσευχόταν θερμά. Πρῶτα ζητοῦσε τά πνευματικά ἀγαθά κι ἔπειτα λύσεις γιά τά ὁποιαδήποτε ἀδιέξοδα. Καί πάντα ἐρχόταν ἡ βοήθεια καί ἡ ἀπάντηση στίς προσευχές. Μέ τρόπους διάφορους καί λύσεις ἀπρόβλεπτες, πού μόνον ὁ ἀνεξάντλητος σέ ἐπινοητικότητα Θεός μποροῦσε νά δώσει.

Ὁ στενός κύκλος τῶν μαθητῶν τοῦ Ὁσίου πού γνώριζε τούς προβληματισμούς τοῦ Γέροντα, παρατηρώντας τίς ἐντυπωσιακές ἐπεμβάσεις τῆς θείας βοηθείας καί τή θαυμαστή συμπαράσταση τῆς Θεομήτορος, ἐνισχυόταν πνευματικά. Παράλληλα μέ τήν ἀνέγερση τοῦ ὁρατοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, οἰκοδομεῖτο πεντάγερο τό οἰκοδόμημα τῆς Πίστεως στίς ψυχές τους.

Αὐτό χαροποιοῦσε τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ καί αἰσθανόταν εὐγνωμοσύνη πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ γιά τό διπλό ἔργο πού εὐώδωνε.

«Τό κομποσχοινάκι του ἦταν τό δίχτυ μέ τό ὁποῖο

“ψάρευε” ἀπό τό πέλαγος τοῦ Θείου ἐλέους

τίς δωρεές τῆς Χάριτος.»

Οἱ μαθητές πιά τό γνώριζαν. Ὅταν ὁ ἅγιος ἀπομονωνόταν καί ἄρχιζε τήν προσευχή μέ τό κομποσχοινάκι του, περίμεναν πάντα ὅτι κάτι καλό θά ἐρχόταν. Ἦταν ἡ ἰδιότυπη γραφίδα πού ἔγραφε τίς ἐπιστολές του πρός τόν Θεό. Ἦταν τό “δίχτυ” μέ τό ὁποῖο “ψάρευε” ἀπό τό πέλαγος τοῦ Θείου ἐλέους τίς δωρεές τῆς Χάριτος. Ἦταν ἡ σκάλα πού ἔριχνε γιά ν᾿ ἀνεβῆ στόν Παντοκρατορικό θρόνο μπροστά, ν᾿ ἀναφέρη τά αἰτήματά του. Κάθε κομπάκι, ἕνα σκαλοπάτι σίγουρο κι εὐλογημένο.

Ἄς μή φανταστῆ κανείς πώς ὁ Ἅγιος δέ μόχθησε καί σωματικά σ᾿ αὐτό τό μεγάλο ἔργο πού ἀνέλαβε. Παρ᾿ ὅλο πού τό σῶμα του τὄχε στεγνώσει ἡ ἄσκηση, βοηθοῦσε κι ἐκεῖνος ὅσο τό ἐπέτρεπαν οἱ δυνάμεις του, κουβαλώντας καί πέτρες ἀκόμη, πού τίς διάλεγε μ᾿ ἐπιμέλεια καί μέ ἀγάπη γιά νἆναι ταιριαστές καί ὄμορφες στήν κάθε γωνιά καί στήν κάθε πλευρά τῆς Ἐκκλησιᾶς. Κι αὐτό, γιατί ἀγαποῦσε αὐτό πού γινόταν σάν ἔκφραση ὑλοποιημένη τῆς βαθειᾶς ἀγάπης του γιά τό Θεό του καί τήν Πανάχραντη Μητέρα Του.

Ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα καθώς ψήλωνε ἡ πετρόκτιστη ἐκκλησιά, μεγάλωνε καί ἡ χαρά καί ἡ συγκίνησή του. Αὐτό εὔκολα γινόταν ἀντιλήπτο ἀπό τόν τρόπο πού τήν κοιτοῦσε ὁ ἅγιος Ἀρσένιος. Τό βλέμμα του τότε γινόταν ἰδιαίτερα ἱλαρό καί φωτεινό.

Ὅποιος κοιτάει καί τή σημερινή ἐκκλησιά, πού δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ ἀνακαίνιση τῆς πρώτης, αὐτῆς πού οἰκοδόμησε ὁ Ὅσιος, χτισμένη μέ τίς ἴδιες ἐκεῖνες πέτρες, ἄς ἀναλογιστῆ πώς αὐτές τίς καλοπελεκημένες, γκριζωπές ἀπό τά χρόνια πέτρες, τίς ἔχει χαϊδέψει ἐπανειλημμένως τό βλέμμα τοῦ ἁγίου καί πολλές ἀπό αὐτές τίς ἔχει διαλέξει ὁ ἴδιος καί τίς ἔχει μεταφέρει.

Ἤθελε νά χτίση τόν οἶκο τοῦ Θεοῦ του, ἤθελε νά χτίση ἱερό καταφύγιο γιά “τούς υἱούς καί τίς θυγατέρες” τοῦ Κυρίου του Ἰησοῦ Χριστοῦ καί γιά τίς ἑπόμενες γενεές πού θά ἔρχονταν. Μέσα στά 920 χρόνια πού πέρασαν ἀπό ἐκείνη τήν ὁριακή χρονιά τοῦ 1077, πραγματοποιήθηκε καί αὐτός ὁ ἱερός καί φιλάνθρωπος πόθος τοῦ Ὁσίου.

Τό ἀπέριττο ἀλλά θεῖο καθίδρυμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Βαρνακόβης, ὑπῆρξε τόπος ὅπου ἐδοξάσθη ὁ Τριαδικός Θεός. Ἔγινε φυτώριο εὐγενῶν ψυχῶν πού ἔζησαν ὑπό τήν φροντίδα τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας καί ἀκολούθησαν τήν ἀνηφορική πορεία τοῦ ἐξαγιασμοῦ. Ἔγινε κρήνη ἀενάου ροῆς Θείου ἐλέους· ἔγινε θεραπευτήριον ψυχῶν καί σωμάτων μέ τή δύναμη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἔγινε τράπεζα χορηγήσεως πνευματικῶν ἀγαθῶν μέ μοναδικό ἀντίκρυσμα τήν ἐμπιστοσύνη καί εὐλάβεια στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί στήν Πανάχραντη Δέσποινα. Τέλος ἔγινε προμαχών ὑπεραιωνόβιος πού ἀντιστάθηκε ἀρραγής στούς ποικίλους ἐχθρούς τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Πατρίδος πού κατεταλαιπώρησαν τό Γένος μας.

Ἴσως κάποια μυστική Θεϊκή πληροφορία γι᾿ αὐτήν τήν εὐλογημένη ἐξέλιξη νά εἶχε ὁ εὐγενής καί ἁγιασμένος κτήτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρσένιος, πού μέ ὑπεράνθρωπες προσπάθειες κατάφερε νά θέση ἀδιάσειστα τά θεμέλια, καί τά ὑλικά καί τά πνευματικά, γιά τή Βαρνάκοβα τοῦ 11ου αἰῶνος πού ἔφθασε μέχρι τόν 20ο!

Ὅταν τελείωσε καί Ἡ σκεπή, φτειαγμένη ἀπό ἀσημόγκριζες πλάκες, στραφτάλισε σάν ἀσημένια ἡ πανώρηα ἐκκλησιά κάτω ἀπό τίς χρυσές ἀκτίνες τοῦ Φθινοπωρινοῦ ἥλιου! Ἕνας μικρός ἐπίγειος παράδεισος γαλήνης, ἱερῆς ὀμορφιᾶς καί κατανύξεως ἦταν ἕτοιμος νά δοθῆ στή Θεία Λατρεία, ὅπως κι ἔγινε γρήγορα, σέ μιά ἀτμόσφαιρα ἀλησμόνητης κατανύξεως καί χαρᾶς.

Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος τήν ἀφιέρωσε στό Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου1.

Σχετικά μέ ὅλα αὐτά τά συγκινητικά καί ἀλησμόνητα, ἕνα ποίημα γραμμένο γιά τό Μοναστῆρι τῆς Παναγίας τῆς Βαρνάκοβας, γράφει:


Παλάτι ἱερώτατον

τῆς Μάννας Παναγιᾶς,

μέ ἅγιο πόθο σ᾿ ἔκτισε

ὁ Ἅγιος Ἀρσενᾶς.


Καστρομονάστηρο παλιό,

χιλιόχρονη ἀρχοντιά μου,

μέ τά πετροπελεκητά τειχιά

τίς θολωτές καμάρες.


Κάθε καμάρα καί ψαλμός,

λαλιά κάθε λιθάρι

ὡσάν ἀπόηχος γλυκός

ἀπ᾿ τίς γενιές πού φῦγαν….

συνεχίζεται…

Ἀπό τό βιβλίο: “Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΒΑΡΝΑΚΟΒΙΤΗΣ

ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ Ι.ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ


(1077Μ.Χ.)”


Ἔκδοσις: Ἱ. Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας
Δωρίδα 2005.
 1Προσκυνητάριον Βαρνάκοβας, Πέτρου Π. Καλονάρου, ἔκδ. 1987, σελ. 27: “Κατά σωζόμενον παλαιότερον ἔγγραφον, ἡ κυριωτέρα ἑορτή ἐτελεῖτο τήν 8η Σεπτεμβρίου, διότι ἡ Ἱ. Μονή Βαρνακόβης καί τό Καθολικόν, ἦσαν ἀφιερωμένα εἰς τό Γενέσιον τῆς Θεοτόκου. Παραλλήλως ὅμως, ὡς ἦτο φυσικόν, ἑωρτάζετο ὡσαύτως καί ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου (15η Αὐγούστου), ἥτις ἐπεκράτησεν ὡς κυριωτάτη τῆς Μονῆς.”

Α