Ο ΠΟΛΥΑΘΛΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΙΩΒ
 
ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Πολύ καιρό πριν από την έλευση του Χριστού και τις επαγγελίες της αιώνιας ζωής που Εκείνος διεκήρυξε, ζούσε στην Αυσίτιδα, στα όρια Ιδουμαίας και Αραβίας, ένας άνθρωπος «άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής που απείχε από κάθε πονηρία» και που ονομαζόταν Ιώβ (1, 1). Ας σημειωθεί εν προκειμένω ότι, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, ο Ιώβ ταυτίζεται με τον Ιωβάβ (Γέν. 36, 33). Κατά το εβραϊκό όμως κείμενο, ο Ιώβ ζούσε στη χώρα Ουζ, πιθανώς νοτίως της Εδώμ ή σύμφωνα με άλλους στην Αυράν (Βασάν). Ήταν πάντως ο ευτυχέστερος των ανθρώπων της Ανατολής και διέθετε πολλά κοπάδια και υπηρέτες· έθετε, ωστόσο, τα πλούτη του στην υπηρεσία του Θεού.
 
Μία ημέρα, ο Σατανάς παρουσιάστηκε ενώπιον του Θεού, επιστρέφοντας από την περιπλάνησή του στη γη, όπου αναζητούσε ποιον θα καταβροχθίσει και θα παρασύρει στην απώλεια. Ο Θεός τού υπέδειξε τον Ιώβ, ως παράδειγμα δίκαιου και άμεμπτου δούλου Του, και ο διάβολος απάντησε τότε με κακεντρεχή ειρωνεία ότι ήταν εύκολο για τον πλούσιο αυτόν θνητό να παραμείνει πιστός στον Θεό. Αποκρινόμενος στην πρόκληση αυτή, ο Κύριος έθεσε όλα τα αγαθά του Ιώβ στην προσωρινή εξουσία του μισόκαλου. Δεν πέρασε πολύς καιρός και αγγελιαφόροι ήλθαν να αναγγείλουν στον πατριάρχη την απώλεια των κοπαδιών του και τον βίαιο θάνατο όλων των υιών και των θυγατέρων του. Ο Ιώβ διέρρηξε τα ιμάτιά του και ξύρισε την κεφαλή του σε ένδειξη πένθους, έπεσε ύστερα στη γη και προσκυνώντας πρόφερε τα αξιομνημόνευτα τούτα λόγια: «Γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μητέρας μου, γυμνός και θα φύγω στη γη· ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος πήρε πίσω· ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο!» (1, 21).
 
Ο Θεός έδειξε στον Σατανά ότι ο δούλος Του Ιώβ είχε διαφυλάξει την πίστη του μέσα στη δυστυχία, αλλά ο διάβολος, ωστόσο, δεν αποδέχτηκε την ήττα του και είπε: «Κάνε, λοιπόν, πως αγγίζεις το ίδιο του το σώμα και θα δεις αν δεν Σε βλασφημήσει δημόσια!». Αν και ο Ίδιος ο Θεός δεν είναι ο δημιουργός του κακού και δεν επιθυμεί να υποφέρουν οι άνθρωποι, ο Θεός επέτρεψε τότε να γεμίσει ο δούλος Του πληγές, από την κορυφή ως τα νύχια, με σκοπό να δοκιμάσει την αρετή του.Ο πλούσιος και ισχυρός πατριάρχης, απόβλητος ως βδέλυγμα, πήρε ένα κεραμίδι να ξύνει τις πληγές του και κάθισε στο μέρος που πετούσαν τις ακαθαρσίες έξω από την πόλη. Στη γυναίκα του, που ήθελε να τον κάνει να βλασφημήσει τον Θεό, αποκρίθηκε: «Μιλάς σαν άμυαλη! Αν δεχόμαστε όλο τα καλά απ’ το χέρι του Κυρίου, δεν πρέπει να δεχθούμε και να υπομείνουμε τα δυσάρεστα;» (2, 10).

Τα νέα της συμφοράς του Ιώβ έφθασαν και στα αυτιά τριών φίλων του, σοφών και ευγενών των πόλεων της Ανατολής: Ελιφάζ του Θαιμανίτη, Βιλδάδ του Σουχίτη και Σωφάρ του Νααμαθίτη. Ήλθαν να τον παρηγορήσουν, αλλά βλέποντάς τον πάνω στην κοπριά, ξέσπασαν σε λυγμούς και για επτά ολόκληρες ημέρες δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη! Τέλος, ο Ιώβ ήταν εκείνος που έλαβε τον λόγο για να καταραστεί την ημέρα που γεννήθηκε και να ευχηθεί να έλθει τάχιστα ο θάνατος για να βάλει τέλος στα βάσανά του.
Στην οιμωγή αυτή του πάσχοντος δικαίου, ο Ελιφάζ αντέταξε το κοινό επιχείρημα του ανθρώπινου λογικού για την εξήγηση των θλίψεων: η δυστυχία και η οδύνη είναι από Θεού ως τιμωρία για προηγούμενα αμαρτήματα. Ας μην προβάλλει, λοιπόν, ο Ιώβ τα άμεμπτο του βίου του για να δικαιολογηθεί στα μάτια του Θεού, αλλά να ομολογήσει ευθέως τα αμαρτήματά του και να μετανοήσει για να λάβει συγχώρεση και να αποκτήσει πάλι την υγεία και ευημερία του. Αν εξεγείρεται κατά της μοίρας του, το μόνο που θα κερδίσει είναι ακόμη περισσότερα κακά. Ο άνθρωπος, προσθέτει ο σοφός φίλος του Ιώβ, είναι γεννημένος για να υποφέρει και τα αμαρτήματα και οι αδικίες που διαπράττουμε πρέπει οπωσδήποτε να τιμωρούνται σ’ αυτή τη ζωή.
Αντί να παρηγορήσουν λοιπόν τον Ιώβ τα λόγια αυτά, τον τάραξαν και αναζωπύρωσαν την οδύνη του. Κατηγόρησε τους φίλους του για σκληρότητα απέναντί του -γιατί όσοι δεν δοκιμάζονται, δεν είναι σε θέση να καταλάβουν τον πόνο του αθώου ανθρώπου που δυστυχεί- και επιβεβαίωσε την αθωότητά του. Χωρίς να εξεγείρεται εναντίον του Θεού, μήτε να ζητά να απαλλαχθεί από τα βάσανά του, ο Ιώβ εξέφραζε μόνο την ευχή να βάλει τέλος σ’ αυτά ο θάνατος και μόνη παρηγοριά του θα ήταν έτσι το γεγονός ότι δεν αντιτάχθηκε ποτέ στον λόγο του Θεού (6, 10).
Ο Βιλδάδ τον διέκοψε, για να επαναλάβει το ίδιο επιχείρημα του φίλου του, και να επικαλεσθεί έναν γενικό και αφηρημένο νόμο για την τιμωρία των κακών πράξεων που εντούτοις δεν ίσχυε στην περίπτωση του Ιώβ: ο Θεός είναι απόλυτα δίκαιος· ο Ιώβ, λοιπόν, δεν πρέπει να διαμαρτύρεται για την αθωότητά του, αλλά να ικετεύει για το θείο έλεος. Ο Ιώβ τού αποκρίθηκε ότι σίγουρα μπορεί κανείς να δεχθεί ότι οι συμφορές που μας βρίσκουν είναι τιμωρίες για τις αμαρτίες μας, αλλά ποιο πλάσμα, έτσι κι αλλιώς, θα μπορούσε να βρεθεί κατά βάθος δίκαιο ενώπιον του παντοδυνάμου Θεού; Ακόμη και ο άνθρωπος που, όπως ο Ιώβ, δεν βλέπει στον εαυτό του τίποτε το μεμπτό, δεν δύναται να ισχυρισθεί ότι δικαιώνεται και έτσι βλέπει τον εαυτό του να παραδίδεται στις θλίψεις το ίδιο ακριβώς όπως και ο ασεβής. Απευθυνόμενος στον Θεό, πρόσθεσε: «Γνωρίζεις ότι δεν ασέβησα σε Σένα. Αλλά ποιος άνθρωπος μπορεί να γλυτώσει από τα χέρια Σου; Άσε με να πάρω μια ανάσα και να ξεκουραστώ λίγο, πριν φύγω από όπου δεν πρόκειται να επιστρέψω, πριν πορευθώ σε τόπο σκοτεινό και γνοφερό, σε τόπο που είναι γεμάτος από αιώνιο σκοτάδι, απ’ όπου δεν υπάρχει καθόλου φέγγος, ούτε και τρόπος να δει κανείς άνθρωπο ζωντανό» (10, 7· 20-22).
Έγινε τότε φανερό στον Ιώβ ότι δεν μπορούσε πια να υπολογίζει στην κατανόηση των φίλων του που αξίωναν να γίνουν υπερασπιστές της θείας Δικαιοσύνης με ψευδείς κατηγορίες εναντίον του· έθεσε με αγωνία το ερώτημα στον Θεό: «Πόσες είναι οι αμαρτίες και οι ανομίες μου; Δείξε μου ποιες είναι και γιατί το Πρόσωπό Σου το κρύβεις από μένα και με θεωρείς εχθρό Σου;» (13, 23-24).
Μετά από νέα παρέμβαση του Ελιφάζ, που τον κατηγόρησε ότι εξεγείρεται κατά της θείας Πρόνοιας, βλέποντας πως οι φίλοι του γίνονταν οι διώκτες του, ο Ιώβ αναφώνησε: «Αχ, λυπηθείτε με, λυπηθείτε με, εσείς φίλοι μου! Το χέρι του Θεού μ’ έχει χτυπήσει. Γιατί μου φέρεσθε σκληρά όπως κι ο Θεός;» (19, 21). Έπειτα, διακόπτοντας τις οιμωγές του, ομολόγησε την ελπίδα του, την ακόμη συγκεχυμένη όλων των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης: «Μα, όχι! Ξέρω πως ζει ο Θεός, ο υπερασπιστής μου, και πως θα πει τον τελευταίο λόγο εδώ στη γη, τώρα που έχει κουρελιαστεί το δέρμα μου και σάρκα δεν υπάρχει πια πάνω στα κόκκαλά μου· τώρα είναι που θέλω να δω τον Θεό!» (19, 25-26).
 
Ανάλγητοι και αδυσώπητοι στον ζήλο τους να υπερασπίσουν την αντίληψή τους περί της θείας Δικαιοσύνης, οι τρεις σοφοί επέτειναν την επίθεσή τους εναντίον του δικαίου, μη αρκούμενοι πια σε γενικότητες, αλλά απαριθμώντας τούτη τη φορά λεπτομερώς τα σφάλματα στα οποία ο Ιώβ θα έπρεπε να είχε υποπέσει κατά τον καιρό της ευημερίας του, για να επισύρει επάνω του μια τέτοια τιμωρία. Διαφυλάγοντας, ωστόσο, έναντι και εναντίον όλων την καλή μαρτυρία της συνείδησής του, ο Ιώβ ζήτησε να παρουσιασθεί ενώπιον του Θεού για να κριθεί, με την πεποίθηση ότι η υπόθεσή του θα θριάμβευε και ότι από τον Θεό και μόνο θα αντλούσε παρηγοριά (23, 4-6). Κατόπιν, σ’ έναν αξιοθαύμαστο λόγο ομολόγησε ότι, αν η σοφία του Θεού στη δημιουργία είναι απρόσιτη για την ανθρώπινη γνώση, δεν είναι δυνατόν να γίνουν γνωστές οι αιτίες της θλίψεως του δικαίου· αυτός όμως δεν θα παύσει, παρ’ όλα αυτά, να αγαπά τον Θεό και να Τον εμπιστεύεται (28, 28). Συνέχισε με μια μακρά απολογία της διαγωγής του και διακήρυξε ότι ήταν έτοιμος να λογοδοτήσει για όλες τις πράξεις του και να σηκώσει στους ώμους του δημόσια την έγγραφη κατηγορία εναντίον του.
Καθώς οι τρεις σοφοί σιωπούσαν έχοντας εξαντλήσει τα επιχειρήματά τους, ο Ελιού, που μέχρι τότε παρέμενε αφανής στη σκιά, εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας του, επιτέθηκε τελικά οργισμένος στον Ιώβ που ισχυριζόταν το δίκιο του εναντιωνόμενος στον Θεό και προσέθετε την εξέγερση στα αμαρτήματά του.
Όταν σιώπησε ο Ελιού, έλαβε τον λόγο ο Θεός, εν μέσω θυέλλης, όπως άλλοτε στην κορυφή του Σινά, για να βάλει τέρμα στην απρόσφορη συζήτηση. Σε έναν μεγαλόπρεπο λόγο για τα μυστήρια της κτίσεως και τη διακυβέρνηση της θείας Πρόνοιας, που υποτάσσει ακόμη και τα τέρατα και τις φυσικές καταστροφές στο αγαθοεργό σχέδιό Του, ο Θεός έδωσε στον Ιώβ το κλειδί του αινίγματος του πόνου των βασάνων του, που καμία ανθρώπινη λογική και σοφία δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει και να λύσει. Οι δοκιμασίες αυτές δεν στάλθηκαν σε αυτόν ως τιμωρία για κάποιο σφάλμα, αλλά βάσει ενός αναιτιολόγητου και ανεξιχνίαστου σχεδίου, με σκοπό να φανερώσει τη Δικαιοσύνη Του: «Θέλεις στ’ αλήθεια ν’ αποδείξεις πως είμαι άδικος και πως Εγώ κάνω λάθος κι εσύ λες το σωστό;» (40, 8). Συνειδητοποιώντας ότι οι ίδιες οι θλίψεις του αυτές ήσαν ουσιαστικά μια αποκάλυψη του «ανέκφραστου, απερινόητου και ακατάληπτου» Θεού, ο Ιώβ δήλωσε με θαυμασμό στο τέλος: «Πριν Σε γνώριζα μονάχα απ’ όσα είχα για Σένα ακουστά. Μα, τώρα με τα ίδια τα μάτια μου Σε είδα. Γι’ αυτό ανακαλώ τα όσα είπα για Σένα και ντρέπομαι γι’ αυτά, αισθανόμενος πως μπροστά Σου εγώ είμαι χώμα και στάχτη!» (42, 5). Τούτη η, άκρας ταπεινώσεως, ομολογία ήταν για τον Ιώβ το επιστέγασμα της αρετής του αλλά και η πρόσβασή του στην αληθινή γνώση του Θεού, που δεν είναι άλλο παρά «η επίγνωση της ακαταληψίας Του» (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης). Βγαίνοντας λαμπρός νικητής από τη μεγάλη δοκιμασία, επλήσθη άφθονων ευλογιών, αφού, κατόπιν εντολής του Θεού, μεσίτευσε με την προσευχή του για να συγχωρεθεί το αμάρτημα που διέπραξαν οι φίλοι του έναντί του. Ο Κύριος τού έδωσε και πάλι πλούτη και, μάλιστα, διπλάσια απ’ όσα είχε, καθώς και πολλούς απογόνους. Ο Ιώβ έζησε ακόμη 140 χρόνια και εκοιμήθη πλήρης ημερών σε ηλικία 240 ετών.
Σύμφωνα με μαρτυρία της ισπανίδας προσκυνήτριας Εγέριας (Itinerarium Aetheriae 16, 6, SC 296, 182), ο τάφος του Ιώβ ανακαλύφθηκε τον 4ο αι. μετά από όραμα, στο Κορνεάς (σημ.: Sheik Sa’ad) της Αραβίας, 35 χλμ. της Τιβεριάδος. Στο μέρος εκείνο κτίσθηκε ναός που έγινε τόπος προσκυνήματος για τον οποίο έχουμε τη μαρτυρία του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου (Ομ. Ε΄ εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, PG 49, 69). Έδειχναν εκεί όχι μόνο την οικία, αλλά και την κοπρία του Ιώβ.
 
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος)
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
 
 
 
 
https://wra9.blogspot.com/2022/05/blog-post_62.html