Ὁ Βαλέριος Γκαφένκου

Ἡ ἐπιστροφή στόν Χριστό. Πρώτο μέρος
Περιστατικά ἀπό τήν ζωή φυλακισμένων  Ρουμάνων Μαρτύρων καί ὁμολογητῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος

Ἰωάννης Ἰανωλίδε

Μεταξύ τῶν λεγεωναρίων πού εἶχαν κι αὐτοί φθάσει στίς φυλακές τοῦ Ἀϊούντ ἀπό ὅλες τίς πόλεις τῆς Χώρας, ξεχώριζε ἀνάμεσα σέ ἄλλους ἕνας πού ἦταν ψηλός, ὄμορφος, μέ βαθειά γαλανά μάτια. Ὠνομαζόταν Βαλέριος Γκαφένκου. Εἶχε γεννηθεῖ στήν Μπεσαραμπία (σημερινή ρωσική Μολδαβία), τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου 1921).
Ὁ πατέρας του, ὁ Βασίλειος Γκαφένκου, ἦταν λόγιος καί εἶχε ἀγωνισθεῖ, σάν βουλευτής στό Συμβούλιο τῆς Χώρας, γιά τήν ἕνωση τῆς Μπεσαράμπιας μέ τήν Ρουμανία.
Ὕστερα, ὅμως, ἀποχώρησε στό νοικοκυριό του, ἐπειδή δέν συμφωνοῦσε μέ τήν αἰσχροκερδῆ πολιτική πού κυβερνοῦσε στήν Χώρα του. Ἡ οἰκογένεια του ἦταν μιά φωλιά χαρᾶς καί εὐυφροσύνης.
Τό 1940, ὅμως, ἡ Μπεσαράμπια καταπατήθηκε ἀπό τόν Ἐρυθρό ρωσικό Στρατό. Ὁ Βασίλειος ἦταν συλλογισμένος, τό ἴδιο καί ὁ  Βαλέριος.
– Τί θά κάνουμε, μπαμπᾶ; Τόν ρώτησε.
-Παιδί μου, τοῦ εἶπε ὁ Βασίλειος, ἡ οἰκογένεια μας εἶναι αἰχμάλωτη. Ἐγώ δέν μπορῶ νά ἐγκαταλείψω τήν οἰκογένεια. Ἐμένα δέν θά μέ συγχωρέσουν διότι ἔχω ψηφίσει τήν ἕνωση τῆς Μπεσαράμπιας μέ τήν Ρουμανία. Ἀπό ἐδῶ δέν γίνεται νά κάνουμε τίποτε γιά τήν Μπεσαράμπια. Καλύτερα ἐσύ νά φύγεις στήν Ρουμανία. Θά δεῖς ἐκεῖ τί μπορεῖ νά γίνει.
– Μπαμπᾶ! …

– Μή μιλᾶς καί πήγαινε! Νά μήν πεῖς τίποτα στήν μαμά σου καί στίς ἀδελφές σου!
Καί ἔτσι ὁ Βαλέριος πέρασε τό ποτάμι Προῦθος καί ἔφτασε στό Ἰάσιο τό 1940, ὅπου καί  γράφτηκε στήν Νομική Σχολή.
Ἡ ψυχή  του δέν καιγόταν μόνο γιά τό μέλλον τῆς Μπεσαραμπίας, ἀλλά καί γιά τό τί θά γίνει καί μέ τήν Ρουμανία, ὄχι μόνο γιά τήν ἐθνική της συνείδηση, ἀλλά καί γιά τήν χριστιανική, πού ἀπειλεῖτο ἀπό τούς μπολσεβίκους μέ προοπτική  τους τήν ἐπέκταση τοῦ ἀθεϊσμοῦ.
Σ᾿ αὐτές τίς συνθῆκες ὁ Βαλέριος μπῆκε στήν ὀργάνωση στήν Ἀδελφότητα τοῦ Σταυροῦ, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖτο μέ τήν χριστιανική καί ἐθνική ἀγωγή τῶν μαθητῶν καί τῆς νεολαίας γενικά. Βαθειά στήν ψυχή  του ὁ Βαλέριος ποθοῦσε τίς πιό ἱερές ἰδέες. Δέν ἔκανε πολιτική, δέν ἐπιβουλευόταν, δέν ραδιουργοῦσε ἐναντίον τοῦ Κράτους, καί ἀκριβῶς ἡ ἰδεαλιστική  του στάση τόν ἰσχυροποιοῦσε γιά νά συνεχίσει τήν ἐκπαίδευση τῶν νέων.
Οἱ μαθητές τόν ἀγαποῦσαν πολύ. Εἶχε πετύχει νά δημιουργήσει μιά πνευματική κοινωνία μαζί τους, παρόλο πού καί ὁ ἴδιος ἦταν ἀκόμη ἕνας νέος φοιτητής. Ὅμως μέσα του ἔπαλλε ἡ ἀνάγκη τῆς κάθαρσης, ἡ ἐξάπλωση τῆς ἀλήθειας, μιά ἀμέτρητη διάθεσι ἀγάπης καί τό ὄνειρο ἑνός ἰδεατοῦ κόσμου.
Τό 1941 ἄρχισε ὁ γερμανό-σοβιετικός πόλεμος, μέ τήν συμμετοχή τῶν Ρουμάνων.
Δόθηκε ἕνας αὐστηρός νόμος πού καταδίκαζε ὁποιαδήποτε ἀνατρεπτική δραστηριότητα. Ὁ Βαλέριος συνελήφθηκε μαζί μ΄ ἕνα γκροὐπ νέων μαθητῶν ἀπό τό Ἰάσιο καί καταδικάστηκε γιά 25 χρόνια σέ καταναγκαστικά ἔργα. Εἶχε κατηγορηθῆ οὐσιαστικά γιά τήν ἠθική καί ἐθνική  του παιδεία τήν ὁποία καί ὑποστήριζε. Συνεπῶς ὁ ἴδιος αἰσθανόταν ἐλεύθερος ἀπό κάθε ἐνοχή.
Τόν Ἰανουάριο 1942 ὡδηγήθηκε στά δεσμωτήρια τῆς πόλεως Αϊούντ, μέ ἁλυσίδες στά χέρια καί στά πόδια, γιά νά ἐκτίσει τήν ἀνελέητη καταδίκη του. Στήν φυλακή συνέχισε νά ἀσχολεῖται μέ τήν εκπαίδευση τῶν νέων, ἀλλά ἔθετε ταὐτόχρονα καί σοβαρά βαθειά θέματα συνείδησης.
Στήν ἀρχή διάβαζε καί μελετοῦσε πολλά καί διάφορα, ἀλλά σύντομα ἔπαψε καί διάβαζε μόνο γιά τόν Χριστιανισμό, στόν ὁποῖο εἶδε τό ἀληθινό του φῶς, δηλαδή στήν πνευματική  του πλευρά. Ἐδιάβιαζε τό Γεροντικό, τό βιβλίο «Ἡ σωτηρία τῶν ἁμαρτωλών», τό Συναξάρι, καθώς καί ἔργα τῶν μεγάλων διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως του ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου,  τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.
Ἐπίσης, μελετοῦσε τόν Πασκάλ, τόν Μπουλγκάγκωβ, τόν Μπερδιάγεφ, καθώς καί ὅλα τά μαθήματα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Τό διάβασμά του ἑστιάζετο κυρίως στήν ἁγία Γραφή. Ταὐτόχρονα, προσευχόταν φλογερά στήν μοναξιά τοῦ κρατητηρίου του.
Ἡ φωτεινή  του διάννοια καί ἡ καθαρή  του ψυχή ἀνακάλυψαν γρήγορα τά βάθη τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος. Ἐάν μέχρι τότε ἦταν ἕνας πιστός τώρα  γινόταν ἕνα σκεῦος ἐκλογῆς. Εἶχε ἀναπτερωθεῖ ἀπό τόν παραδοσιακό Χριστιανισμό καί τώρα βυθιζόταν σέ πιό πηγαία πνευματικότητα. Ψάχνοντας ἀδιάκοπτα, μιά ἡμέρα ἔπεσε μέ τό πρόσωπο στό ἔδαφος καί ἄρχισε νά κλαίει λέγοντας: Εἶμαι ὁ πιό ἁμαρτωλός ἄνθρωπος!
Αὐτή εἶναι ἡ ζωτική στιγμή τῆς πνευματικῆς του ζωῆς. Ἀπό ἐδῶ καί πέρα θά ζεῖ γιά νά καθαρίζεται ἐσωτερικά καί νά τελειοποιεῖται μέσω τῆς ἕνωσης μέ τόν Χριστό. Μερικοί τόν θαύμαζαν, ἄλλοι τόν κατηγοροῦσαν καί πολύ λίγοι τόν κατάλαβαν.
Ὁ Βαλέριος σοκάριζε τούς ἄλλους, λόγῳ τῆς συνειδησιακῆς του ἀθλιότητος, τήν ὁποία ὡμολογοῦσε προσωπικά καί δημόσια μέ ταπεινοφροσύνη σέ μιά περίοδο πού ἐμεῖς, μολονότι εἴμασταν χριστιανοί, δέν εἴχαμε ἀκόμη μιά ἀληθινή πνευματική ζωή. Ἡ ὑπερηφάνεια κρυβόταν μέσα μας ὑπό τόν μυστικό μανδύα τῆς τιμῆς καί ἦταν μιά δύσκολη μάχη μέχρις ὅτου ἡ δῆθεν ἀξιοπρέπεια καί ἡ τιμή νά μεταποιηθοῦν πνευματικά.

Ἡ ἀποκατάσταση

Μιά δύσκολἡ στιγμή ἦταν ὅταν οἱ Ἀρχές μᾶς πρότειναν νά πᾶμε σάν στρατιῶτες στό Μέτωπο τῆς Ἀνατολῆς, γιά νά ἀποκατασταθοῦμε στά μάτια τοῦ Ρουμανικοῦ λαοῦ. Μᾶς ἐζήτησαν γι᾿ αὐτό τόν σκοπό  καί μιά δήλωση «ἀποχωρισμοῦ μας ἀπό τό πολιτικό παρελθόν μας».
Ὁ Βαλέριος καί μερικοί ἄλλοι εἶπαν ὅτι δέν ἔχουν κάνει τίποτε γιά ν᾿ ἀποκατασταθοῦν πέρα ἀπό τίς κρίσεις τῆς προσωπικῆς τους συνείδησης. Ἐπιθυμούσαμε νά πολεμήσουμε  τόν κομμουνισμό, ποθούσαμε νά  ἐνώσουμε τήν Χώρα ὄχι σάν κρατούμενοι, οὔτε σάν ἔνοχοι.
Δέν εἴχαμε στίς ψυχές μας τίποτε γιά νά ἀποκατασταθοῦμε καί ἑπομένως ἀρνηθήκαμε νά πᾶμε στό Μέτωπο. Συνεπῶς δέν δεχθήκαμε μέ καμμία δικαιοσύνη νά μπῆ τέτοια σκέψις στήν συνείδησί μας.
Ἐκεῖνο τόν καιρό στό Αϊούντ ἦταν καί μερικοί κομμουνιστές κρατούμενοι, ἀπομονωμένοι ἀπό ἐμᾶς. Ἐχαίροντο διότι εἶχαν μεγαλύτερη ἀπό ἐμᾶς ἐλευθερία γεγονός πού σημαίνει ὅτι μέ ρωσικές καί ἑβραϊκές χρηματοδοτήσεις μποροῦσαν νά ἐξαγοράζουν ὡρισμένους ἀνθρώπους – σημειώνουμε ἐδῶ μόνο τό ὄνομα τοῦ δικαστικοῦ συνταγματάρχη Πετρέσκου, πού ἦταν ὁ πρῶτος διευθυντής τῶν δεσμωτηρίων τῆς Ρουμανίας, καί ὑπάκουε στούς κομμουνιστές.
Αὐτοί εἶχαν προνομιακό κανονισμό, ἐργάζονταν καί πληρώνονταν γιά τήν δουλειά τους, δέχονταν τήν κόκκινη (ρωσική) βοήθεια, μελετοῦσαν τόν Στάλιν, τόν Λένιν καί τόν Μάρξ, εἶχαν πολιτικές ἐπαφές στήν Ρουμανία καί στό Ἐξωτερικό, παρόλο πού, σάν κόμμα, ἦταν ἀνύπαρκτο, ἔχοντας λιγῶτερα ἀπό 1.000 μέλη σέ ὅλη τήν Χώρα τῆς Ρουμανίας.
Αὐτοί οἱ κομμουνιστές χάρηκαν ὅταν ὁ Βαλέριος ἀρνήθηκε νά πολεμήσει ἐναντίον τῶν σοβιετικῶν. Ἀλλά αὐτός τούς εἶπε:
-Ἀρνήθηκα νά πάω στό μέτωπο, ἀλλά ὄχι ὅπως ἐσεῖς, διότι ἐγώ εἶμαι χριστιανός, ἐνῶ ἐσεῖς εἶστε ἄθεοι. Ἐγώ θέλω τήν Μπεσαραμπία μαζί μέ τήν Ρουμανία, ἐνῶ ἐσεῖς θέλετε τήν Ρουμανία μαζί μέ τήν Ρωσία.
Ἐγώ ἐπιθυμῶ νά ἰδῶ τόν κόσμο ἐνωμένο στήν χριστιανική πίστη,  ἐνῶ ἐσεῖς θέλετε νά ὑποδουλώσετε  ὅλο τόν κόσμο κάτω ἀπό τήν δύναμη τοῦ κόκκινου ἀστέρα. Θεωρῶ καθῆκον μου νά σᾶς πῶ ὅτι χωρίς Θεό ἐσεῖς θά φέρετε μόνο καταστροφή στόν κόσμο. Καί πολύ σᾶς  παρακαλῶ νά σκεφτεῖτε τήν πλάνη πού βρίσκεστε καί νά επιζητεῖτε τήν ἀλήθεια καί ἡ ἀλήθεια  θά σᾶς ὁδηγήσει στόν Χριστό. Μόνο ἔτσι θά μποροῦσε νά ὑπάρχει ἕνας τρόπος ἐπικοινωνίας μεταξύ μας.
Πολλοί θύμωσαν. Μέ μιά ψυχή γεμάτη ἀπό χαιρεκακία τόν προδίκαζαν μέ τόν λογισμό τους ὅτι θά εἶχε ὀργανώσει κάποια ἀνταρσία καί ὅτι ἔχει ὅπλα κρυμμένα. Ὁπότε, ἔγιναν ἐξονυχιστικές ἔρευνες, ἀπειλές, τιμωρίες, ἀλλά τελικά ἀποδείχθηκε ὅτι ὅλα ἦταν μιά σκηνοθεσία.
Ὁ στρατιωτικός δικαστής μᾶς κατηγόρησε ὅτι, ἀρνούμενοι τήν ἀποκατάστασή μας, συμμαχοῦμε μέ  τούς κομμουνιστές. Εἰπώθηκαν ταῦτα:
«Οἱ κομμουνιστές αὐτοῦ τοῦ δεσμωτηρίου προστατεύονται ἀπό σᾶς. Ἐμεῖς περιφρουροῦμε μόνο τίς ψυχές μας ἀπό κάθε δολιότητα, διότι κάθε ἔθνος δέν ὑφίσταται ἄν δέν φυλάσσει μιά ἠθική κληρονομιά.
Τό ὅτι δέν εἴχαμε καμμιά σχέση μέ  τους κομμουνιστές κρατουμένους θά τό ἀποδείξει ἡ κατοπινή  τους στάση ἀπέναντί μας, ἐπειδή μετά πού ἀνέλαβαν τήν ἐξουσία, μᾶς κράτησαν μέσα στίς φυλακές μέ τίς πρώτες μας καταδικαστικές τους ἀποφάσεις. Πολλοί ἀπό ἐμᾶς ἐκτίσαμε ποινές καί μέχρι 25 χρόνια φυλακίσεως. Αὐτό ἔγινε παρόλο πού ἐμεῖς δέν ξεκινήσαμε νά κατακτήσουμέ τόν κόσμο, ἀλλά τίς δικές μας ψυχές, βοηθώντας τες νά ζοῦν  ἐν Χριστῶ. Κανένας δέν μᾶς στήριξε. Ἡ ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας δέν μᾶς βοήθησε.  Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι δέν ἐξεπλήρωσε τήν ἀποστολική της διακονία, ἀλλά ἀκολούθησε τήν ἀνάξια πολιτική  τοῦ συμβιβασμοῦ καί τῆς λιποταξίας. Ὅλοι μᾶς ἐμίσησαν, ὄχι ἐμᾶς, ἀλλά τόν Χριστό πού τόν ὡμολογούσαμε.
Ὁ Βαλέριος εἶχε καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι ἡ εκδίκηση ἀνήκει μόνο στόν Θεό. Σέ κανέναν δέν ἐπιτρέπεται νά ἐκδικάζει μόνος του. Ὁ χριστιανός συγχωρεῖ, δείχνει τήν ἀγάπη του, διότι αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ μοναδική ἀρετή πού φέρνει τήν εἰρήνη, ἡ μόνη στάση πού νικᾶ, ἀλλά δέν νικιέται. Κατ᾿ αὐτῆς τῆς γνώμης εἶχαν ξεσηκωθεῖ ἰσχυρές φωνές καί ὁ  Βαλέριος, προσπαθοῦσε νά δικαιολογηθεῖ καί ἀγωνιζόταν πλέον ὁλομόναχος. Ἐν τούτοις, ἔμεινε ἀκλόνητος στήν πίστη του καί ἐν καιρῶ πολλοί προσκολλήθηκαν κοντά του.

Ὁ ἡσυχαστής

Ὁ Βαλέριος προσευχόταν πολύ. Συχνά ἔπεφτε μέ τό πρόσωπο στήν γῆ καί ἔκλαιγε, ζητώντας τό ἔλεος, τήν βοήθεια καί τόν οὐράνιο φωτισμό. Σιγά-σιγά ἐγκατέλειψε τήν μελέτη γιά τήν προσευχή. Τήν νύχτα διάβαζε τόν Παρακλητικό Κανόνα τῆς Θεοτόκου καί τήν ήμερα χαιρετισμούς.
Ἐπήγαινε τακτικά στίς Ἀκολουθίες (τότε ἀκόμη ἐπιτρεπόταν νά γίνονται Ἀκολουθίες στά παρεκκλήσια τῶν δεσμωτηρίων), ἐξωμολογεῖτο ταπεινά καί μετελάμβανε μέ χαρά. Σεβόταν τούς ἱερεῖς, ἀλλά δέν εὕρισκε ἕναν κατάλληλο Πνευματικό γιά τίς ἀνάλογες ἀνάγκες τῆς ψυχῆς του. Τοῦ ἄρεσε νά ψάλλει προσευχές καί ψαλμούς. Ἔκανε πολλές μετάνοιες, ὅσες τοῦ ἐπέτρεπε ἡ σωματική  του κατάσταση. Ἡ ἡσυχία ἦταν τέλεια, ἡ ἀπομόνωση σχεδόν πλήρης. Δηλαδή εἶχε κατάλληλες συνθῆκες γιά τήν πνευματική  του ἀνύψωση.
Κάθε ἡμέρα ἐφρόντιζε γιά τήν ψυχή  του, γινόταν ἄλλος, καινούργιος ἄνθρωπος. Συνήθιζε νά ζῆ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, σύμφωνα μέ τήν χριστιανική διδασκαλία. Ἡ πνευματική  του  πρόοδος ἦταν ἀρμονική καί προσπαθοῦσε νά φθάση στόν νέον κατά Θεόν κτισθέντα ἄνθρωπο. Διά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὁ Βαλέριος διεπέρασε μέσα ἀπό τήν πορεία τῆς πιό γνησίας ὀρθοδόξου πνευματικότητος.

Τό 1943 ὁ Βαλέριος ἀπομονώθηκε, μαζί μέ ἄλλους, στήν Ζάρκα, μέ αὐστηρό κανονισμό, χωρίς βιβλία, χωρίς ἐπαφή μέ τήν οἰκογένεια καί μέ λιγοστή μερίδα φαγητοῦ, πού τοῦ προκάλεσε δυστροφία. (Ἡ Ζάρκα ἦταν ἕνα τμήμα μέ ἰδιαίτερο κανονισμό τοῦ δεσμωτηρίου Ἀϊούντ: Ἀπό τίς πέντε τό πρωί μέχρι τίς δέκα τό βράδυ ἤσουν ἀναγκασμένος νά στέκεσαι ἤ νά κάθεσαι στήν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ, ἔστω κι ἄν ἤσουν ἄρρωστος.
Ὁποιάδήποτε ἰατρική περίθαλψη ἀποκλειόταν. Ἡ σούπα ἦταν σχεδόν μόνο βραστό νερό. Ἀπαγορευόταν νά ὑπάρχει μέσα  κάποιος σπόρος φασολιοῦ, φακῆς ἤ κανένα κομμάτι πατάτας. Στό παράθυρο, τό παντζούρι ἦταν κλεισμένο. Ὑπῆρχε καί ἀρίθμησις στά ξύλα: Μόνο τρία προσανάμματα. Ὦ, Θεέ μου, Θεέ μου ὅταν θυμᾶμαι τό κρῦο τοῦ χειμώνα! Τό πρωΐ  τά νερά γύρω ἀπό τήν δῆθεν τουαλέτα εἶχαν γίνει πάγος).
Ἐδῶ προσηλώθηκε ὁλοκληρωτικά στήν προσευχή Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με, τόν ἁμαρτωλό! Τά πρῶτα χρόνια φυλακῆς ἦταν χρόνια ἀναζήτησης, τά ἑπόμενα ἦταν χρόνια τῶν δακρύων καί τῆς μετανοίας, καί τώρα ἦταν χρόνια ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό, χρόνια βιωμάτων καί ἑνώσεως μαζί Του διά τῆς προσευχῆς. Ὁ καθοδηγητής πού εἶχε στήν διάθεσή του ἦταν ἐκεῖνο τό βιβλιαράκι, γραμμένο ἀπό ἕναν ἄγνωστο, «Περιπέτειες ἑνός Προσκυνητοῦ».

Οἱ ἀσωτίες καί φρικαλεότητες τοῦ στρατιωτικοῦ δικαστῆ

Σ᾿ ὅλο αὐτό τό διάστημα ἡ καταστροφή μας στήν φυλακή συνεχιζόταν. Ὁ στρατιωτικός δικαστής καί τά ἀφεντικά του ἀπό τήν κυβέρνηση ἔκαναν τό πᾶν γιά νά μᾶς σκοτώσουν ψυχικά καί σωματικά. Στόν βασανιστή δέν τοῦ ἔφτανε νά μᾶς τυραννεῖ, ἀλλά ἔκανε κατάσχεσι καί τῶν πραγμάτων τῆς οἰκογενείας μας.
Ἀναρίθμητες γυναῖκες πού ἔρχονταν στό ἐπισκεπτήριο ἔγιναν θύματα τῶν ἀκολάστων παθῶν τοῦ στρατιωτικοῦ δικαστή. Πολλές τόν ἐμπόδιζαν, ἀλλά ἐκεῖνος τούς ἀπαντοῦσε: Σιώπα! Σιώπα γιατί θά σκοτώσω τόν ἄνδρα σου καί τόν ἀδελφό σου! Σιώπα γιατί θά σέ κλείσω κι ἐσένα μέσα! Ἔχω ἀπεριόριστη ἐξουσία. Τελικά, γιατί κάνεις τήν μυροφφόρα; Σοῦ προσφέρω ἕνα ὡραῖο γλέντι. Ἄν θέλεις, θά σοῦ κάνω τό χατήρι νά συναντηθεῖς διακριτικά καί μέ τόν ἄντρα σου! Οἱ καημένες οἱ γυναῖκες ἔρχονταν κλαίγοντας στά κάγκελα.
Ὁ στρατιωτικός δικαστής, μαζί μέ τόν συνταγματάρχη καί μέ ἄλλους ἀνήθικους ἔκαναν καί δημόσια ὄργια στήν πόλη μ΄ αὐτά τά δυστυχισμένα θύματα καί αὐτό τό γεγονός ἀκούστηκε παντοῦ. Ἡ κοινή γνώμη ἦταν ἀγανακτισμένη, ἀλλά φιμωμένη.

Οἱ κυβερνῆτες, ἀντιλαμβανόμενοι ὅλα αὐτά, προσπάθησαν νά «κουκουλώσουν» τίς ἀκολασίες τους. Τότε μερικοί κρατούμενοι προκάλεσάν ἕνα ὁμαδικό σκάνδαλο στό δεσμωτήριο, μέ σκοπό νά στείλουν στόν στρατάρχη Ἀντωνέσκου ἕνα ὑπόμνημα, περιμένοντας ἀπ᾿ αὐτόν ἀπονομή δικαιοσύνης. Λοιπόν ἡ ὑπόθεσι διεξαγόταν εἰρηνικά, ἀλλά ὁ στρατιωτικός (ταγματάρχης) δικαστής ἔκαμε ἀναφορά καί εἶπε ὅτι ἦταν ἐπανάσταση καί προσπάθεια κοινῆς δραπέτευσης τῶν κρατουμένων, μέ σκοπό τήν ἀνατροπή τῆς κυβέρνησης. Ἔτσι στήν συνέχεια τό Ὑπουργεῖο Δικαιοσύνης τοῦ ἔδωσε ἀπεριόριστη ἐξουσία.
Ἀκολούθησε ἕνας ἐφιάλτης. Οἱ χτυπημένοι μέχρι θανάτου ἄνθρωποι, ἀπομονωμένοι, ἐμπαιχθέντες καί ἐξευτελισμένοι, βιάστηκαν νά ζητήσουν συγγνώμη, ὁμολογῶντας ὅτι κακολόγησαν τόν στρατιωτικό δικαστή καί ὅτι ὠργανώθηκαν νά δραπετεύσουν καί νά ἐνεργήσουν ἐναντίον τῆς κυβέρνησης. Κανένας ἀπό τήν Χώρα μας δέν προσπάθησε νά μάθει τήν ἀλήθεια καί νά ἀποκαταστήσει τήν δικαιοσύνη.
Σ᾿ ὅλα τά δεσμωτήρια ὑπῆρχε τρομάρα, ἀλλά στό Ἀϊούντ ὁ στρατιωτικός δικαστής Ἀουρέλ εἶχε ξεπεράσει τά ὅρια. Εἶχε καταστρέψει διά βασάνων ἀνθρώπους μέ ἀδαμάντινο ἦθος καί εἶχε πιστέψει ὅτι ἦταν ἕνας μεγάλος παιδαγωγός.
Γιά δύο χρόνια εἴμασταν τελείως ἀπομονωμένοι ἀπό τόν κόσμο, πεινασμένοι, βασανισμένοι καί ἐμπαιγμένοι ἀπό τόν στρατιωτικό δικαστή. Γιά ἐμᾶς ὁ κόσμος θά ὑπῆρχε πάλι μόνο χάρις σ᾿ αὐτόν. Ὅσο περισσότερο τόν φοβόμασταν, τόσο τόν μισούσαμε, ἀλλά παραμέναμε τά θύματα του. Στίς 23 Αὐγούστου 1944, τά μεσάνυχτα ἦλθε λυσσαλέος καί ἀγριώτατος. Μᾶς ἔβγαλε στό διάδρομο  καί μᾶς  εἶπε:
-Ὁ βασιλιᾶς τῆς Χώρας ἐκήρυξε ἀνακωχή. Ὁ στρατάρχης Ἀντωνέσκου προφυλακίσθηκε. Ὁ Μεγαλειότατος διώρισε μιά καινούργια κυβέρνηση. Ζοῦμε δύσκολους καιρούς. Ἡ ζωή σας εἶναι στά χέρια μου. Ὁ ρουμανικός στρατός πολεμᾶ μαζί μέ  τους Συμμάχους ἐναντίον τῶν Γερμανῶν.
Ὁ στρατιωτικός δικαστής ἦταν σαστισμένος, ἔντρομος καί τσακισμένος.
Ἐμεῖς κλειστήκαμε στά κρατητήρια καί περιμέναμε τόν θάνατο. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα ὅμως εἶδαμε ἀπό τό παράθυρο ὅτι ελευθερώνονταν οἱ κομμουνιστές κρατούμενοι, λόγῳ τοῦ διατάγματος ἀμνηστίας πού ἔβγαλε ἡ καινούργια κυβέρνηση. Παρόλο πού τό διάταγμα μᾶς ἀνέφερε κι ἐμᾶς, δέν ἀποφυλακιστήκαμε. Ἐπειδή ἐφοβοῦντο μήπως μᾶς ἐλευθερώσει ὁ γερμανικός στρατός πού ἀπωθεῖτο πρός τό Ἀϊούντ, μετακινηθήκαμε γιά ἕνα μήνα στό δεσμωτήριο τῆς πόλεως Ἄλμπα-Ἰούλια. Ἐκεῖ μᾶς ἔβγαλαν στά χωράφια γιά δουλειά καί σέ ἐργαστήρια. Θά μπορούσαμε πολύ εὔκολα νά φύγουμε, ἀλλά ἡ συνείδηση ὅτι ἔχουμε μιά ἀποστολή ἐδῶ, μᾶς ἀνάγκασε νά σεβαστοῦμε  τούς παράνομους νόμους.
Σύντομα ἦλθε καί ὁ  Κόκκινος (ρωσικός) Στρατός, σάν μιά βαρβαρική, τρελλή, μέθυση καί ἀτέλειωτη ὀρδή. Ἡ Χώρα κυριεύτηκε ἀπό τούς μπολσεβίκους καί μπῆκε στό μαρξιστικό-λενιστικό ζώδιο. Ἡ κοινωνία μας μπῆκε κάτω ἀπό τίς πτέρυγες τοῦ κομμουνισμοῦ. Οἱ Ἑβραῖοι, οἱ Τσιγγάνοι καί οἱ Οὔγγροι βοήθησαν τούς κομμουνιστές. Ἡ χριστιανική Ρουμανία ἦταν σέ πένθος.
Ἐκεῖνες τίς ἡμέρες τῆς ἀρχῆς τοῦ κομμουνισμοῦ, ὅταν περιμέναμε ἐναγώνια νά θανατωθοῦμε ἤ νά ἐκτοπιστοῦμε στήν Σιβηρία, ὁ στρατιωτικός δικαστής, ὁ ὁποῖος ἐν τῶ μεταξύ εἶχε ἐξαφανιστεῖ, ἐμφανίσθηκε καί πάλι ντυμένος πολιτικά καί, σκηνοθετώντας τήν τελευταία του ἀπάτη. Μᾶς εἶπε:
-Παιδιά, ἐγώ εἶμαι ἕνας μεγάλος ἐθνικόφρονας, σάν ἐσᾶς. Ἤθελαν νά μέ σκοτώσουν, ἀλλά μεταμφιέστηκα. Πρόλαβα νά πάρω τηλέφωνο στήν Γερμανία καί οἱ διευθυντές μέ ἔστειλαν σέ σᾶς μέ μιά ἁγία ἀποστολή, γιά νά σᾶς σώσω. Ἔχω προγραμματίσει ἕνα πλάνο ὁμαδικῆς δραπέτευσης. Ἐγώ θά διοργανώσω τά πάντα ἀπ᾿ ἔξω, ἀλλά ἐσεῖς νά εἶστε ἕτοιμοι. Μπροστά στό κοινό μας ἐχθρό ἦλθε ἡ ὥρα νά ἤμαστε ἀδέλφια!
– Φῦγε ἀπ᾿ ἐδῶ, σατανᾶ! Τοῦ ἀπαντήσαμε. Δέν χόρτασες ἀπό αἷμα ἀκόμη; Λες μόνο ψέματα! Ἐξαφανίσου!
Μέ τήν οὐρά στά πόδια του ἔφυγε ντροπιασμένος ὁ πιό αἰσχρός ἄνθρωπος όού γνώρισα ποτέ στήν ζωή μου. Τόν ακολούθησαν στήν αρχηγία τοῦ δεσμωτηρίου δύο πιό ἤπιοι διευθυντές καί ἀπό τό 1945 διωρίστηκε σάν διοικητής μας ὁ Γουτάν, ἕνας κομμουνιστής.
Σύντομα οἱ κομμουνιστές κατεδίκασαν τούς προηγουμένους ἄρχοντες. Οἱ ἄνθρωποι πού μᾶς ἔβαλαν στήν φυλακή τόσο εὔκολα, τώρα βρέθηκαν μαζί μας στό κρατητήριο. Τούς δεχθήκαμε μέ ἀγάπη, μέ ἀνοιχτή καρδιά,  μέ ὅλη τήν προστασία πού μπορούσαμε νά τούς προσφέρουμε. Ἔμειναν ἄλαλοι, ἐκστατικοί καί κατάλαβαν τό παλαιό λάθος τους. Ὅταν, ὅμως γινόταν  κουβέντα γιά τό μέλλον, αὐτοί ἦταν αἰσιόδοξοι, διότι περίμεναν τήν παρέμβαση τῆς Δύσης καί δαγκώνονταν ἀπό τήν απαισιοδοξία μας.
Ὁ Βαλέριος εἶχε πολλές συζητήσεις μ΄ αὐτούς, ἀλλά κατάλαβε ὅτι, παρόλο πού ἦταν χριστιανοί αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, δέν εἶχαν ποτέ ἀσχοληθῆ ἀληθινά μέ τήν θρησκευτική ζωή καί δέν εἶχαν σκεφτεῖ ποτέ κάτι γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους.  Ἦταν ἄνθρωποι τοῦ πολιτισμοῦ, πού εἶχαν μεγάλες εὐθύνες, ἀλλά ὅταν προσπάθησαν γιά πρώτη φορά νά μελετήσουν τήν προσευχή «Πάτερ ἡμῶν…», κατέληξαν μόνο σέ κάποιες γελοίες ἐξηγήσεις.
Ἡ φυλάκισις ἦταν καί γι΄ αὐτούς γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, ὁπότε ἡ διαδικασία ἐπανευαγγελισμοῦ τους γινόταν καί σ΄ αὐτούς τούς ἡλικιωμένους «χριστιανούς». Μετά ἀπό τρία χρόνια, ἕνας ἀρχιστράτηγος ἔψαχνε τόν Βαλέριο νά τόν εὐχαριστήσει διότι τοῦ εἶχε δώσει μιά Καινή Διαθήκη: «ἔχω χάσει τά πάντα σ΄ αὐτά τά χρόνια, ἔλεγε αὐτός, ἀλλά ὁ Θεός μέ ἀξίωσε νά μήν χάσω τήν ἁγία Γραφή. Παιδί μου, θά σ᾿ εὐχαριστῶ κι ἐδῶ καί στήν ἄλλη ζωή!

Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
________________________________________________

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.