Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΤΖΑΝΝΗ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ.

Ό Λύχνος επί την λυχνία

Απ’ εκείνον τον καιρό, τον πρώτο της ιερατικής ζωής τού Γέροντα, μάς έχει διασώσει ό πατήρ Εμμανουήλ κάποια θαυμαστά περιστατικά. Αναφέρουμε Λίγα.
Μια φορά βάπτιζαν ένα παιδί. Λέει ό Γέροντας στον παπά-Μανώλη: «Μα δεν έχει νερό ή κολυμβήθρα». Φωνάζει εκείνος τον νεωκόρο: «Γιατί δεν έβαλες νερό»; – «Μα έβαλα»! Βάζει το χέρι του ό παπά-Μανώλης στην κολυμβήθρα, ήταν και σκοτεινά τότε, δεν είχαν βάλει ακόμα πολυελαίους, δεν είχε σταγόνα νερό ή κολυμβήθρα. Ό νεωκόρος τά ‘χασε: «Τί έγινε το νερό; Εξαφανίστηκε»; Πάει και φέρνει σαστισμένος ξανά νερό και το βάζει μέσα.  Όταν όμως ό Γέροντας έβαλε το χέρι του στο νερό για να ευλογήσει, γυρίζει  και λέει στον παπά-Μανώλη: «Πες στο νεωκόρο, να βγάλει έξω την κολυμβήθρα, να χύσει το νερό στο χωνευτήρι, να πλύνει την κολυμβήθρα και να βάλει άλλο νερό». Πάει ό νεωκόρος κ αδειάζει την κολυμβήθρα, και τί να δει; Είχε μέσα μια ακρίδα.
  Κάποτε έφεραν στον παπά-Μανώλη ένα πρόσφορο, από ένα σπίτι όπου παρανόμως συζούσαν. Εκείνος το ‘βαλε χωριστά, για να μην προσκομιστεί. Πήγανε όμως οι βοηθοί, πού ‘χανε στην εκκλησία και τ’ ανακατέψανε. Ό παπά-Μανώλης, πού γνώριζε το χάρισμα τού Γέροντα, τον φώναξε, χωρίς να του πει τίποτε, και τού είπε να διαλέξει τά πρόσφορα, πού θα λειτουργούσανε.Πιάνει ό Γέροντας το ένα, πιάνει το άλλο, κάποια στιγμή τού λέει: «Παπά-Μανώλη, αυτό το πρόσφορο, πάρτο έξω, βρωμάει». Και πράγματι,όταν του το έδωσε, το γνώρισε- ήταν αυτό, πού ‘χαν φέρει από το σπίτι εκείνο, όπου συζούσαν αστεφάνωτοι!
Μια φορά ήρθε κάποιος, τον γνώριζε από παλαιότερα ό παπά-Μανώλη γιατί ενδιαφερόταν για την εκκλησία, πού χτιζόταν τότε, να κάνη έρανο κ.τ.λ. 
 Ήρθε Λοιπόν στο γραφείο αυτός ό άνθρωπος και ζήτησε από τον παπά-Μανώλη εξουσιοδότηση, κατάσταση με σφραγίδα δηλαδή, για να κάνη έρανο να αγοράσουν τον επιτάφιο. Συνέπεσε να ‘ναι και ό Γέροντας στο γραφείο μόλις άκουσε τον άνθρωπο έκανε νεύμα στον παπά-Μανώλη, να τον βγάλει έξω. Όταν βγήκε ρωτάει ό παπά-Μανώλης: «Τον γνωρίζεις;». – «Όχι, δεν τον γνωρίζω πρώτη φορά τον βλέπω, αλλά κοίταξε, μην του δώσεις καμιά εξουσιοδότηση, τίποτε, διότι, αν δεχτείς, θα στενοχωρηθείς». Ό παπά-Μανώλης έκανε υπακοή, δεν έδωσε τίποτε. Το απόγευμα όμως ήταν στο γραφείο μόνο ό άλλος συνεφημέριός τους, πού δεν γνώριζε τίποτε για το περιστατικό όταν λοιπόν ήρθε ό άνθρωπος εκείνος, τού έδωσε κατάσταση σφραγισμένη, για να κάνη τον έρανο. Το βράδυ ήρθαν κι οι άλλοι για τον εσπερινό κι ό συνεφημέριός τους διηγήθηκε την υπόθεση. Τού λέει ό Γέροντας: «Κακώς τού έδωσες»! – «Μα τον γνωρίζεις»; -« Όχι, δεν τον γνωρίζω, αλλά να μην τού έχετε εμπιστοσύνη».
Μετά από λίγο καιρό έφερε πίσω ό άνθρωπος την κατάσταση και μερικά χρήματα. Αλλά ό παπά-Μανώλης είχε μπει σέ υποψία με τά λεγάμενα τού Γέροντα. Αφού λοιπόν εξέτασε προσεχτικά την κατάσταση διαπίστωσε, ότι οι αριθμοί είχαν αλλοιωθεί, δηλαδή οι χίλιες δραχμές, γίνονταν εκατό, οι πεντακόσιες, πενήντα κ.τ.λ. Για να ‘ναι όμως σίγουρος, όταν συνάντησε κάποιο γνωστό του, πού ήταν γραμμένος κι αυτός στην κατάσταση, ότι έδωσε χρήματα, τον ρώτησε, αν πέρασε ό τάδε κι έκανε έρανο για το ναό και πόσα τού έδωσε. Ό άνθρωπος τού απάντησε, ότι πέρασε πράγματι ό άνθρωπος και τού έδωσε πεντακόσιες δραχμές. Στην κατάσταση όμως ήταν γραμμένες μόνο πενήντα. Μετά από μερικές μέρες λέει ό παπά-Μανώλης στο Γέροντα: «Μα πώς το κατάλαβες εσύ πώς είναι τέτοιος, αφού δεν τον γνωρίζεις»; – «Μα από τη μυρωδιά, αυτός μυρίζει…».
Άλλοτε ήρθε ένας κληρικός στην ενορία και ζήτησε να λειτουργήσει. Ό παπά-Μανώλης το είπε στον Γέροντα, εκείνος αντέδρασε: «Εγώ δέ λειτουργώ μαζί του, ούτε και του δίνω ευλογία να λειτουργήσει…». Παραξενεύτηκε ό παπά-Μανώλης και, μια και γνώριζε καλά εκείνον τον κληρικό, τον ρώτησε με τρόπο κι έτσι έμαθε, ότι πράγματι δεν έπρεπε να λειτουργήσει, γιατί είχε μαλώσει πολύ άσχημα με την παπαδιά του κι είχε φύγει από το σπίτι.
Ήρθε καιρός και πέθανε ή μητέρα τού Γέροντα. Πήγανε στην κηδεία, μετά καθίσανε κάπου, ό Γέροντας, ό παπά-Μανώλης, κι ένας άλλος ιερέας. Έγινε κάποια συζήτησι περί τεκνογονίας κι ό ιερέας εξέφρασε την γνώμη, ότι ό «οικογενειακός προγραμματισμός» είναι απαραίτητος και τά τοιαύτα. Ό παπά-Μανώλης βέβαια σκέφτηκε να τού απαντήσει καταλλήλως, αλλά, αφού ήταν παρών ό Γέροντας, συστελλόταν: «ΑΣ μιλήσει ό Γέροντας – σκέφτηκε – αφού είναι ό Γέροντας εδώ, τί να πω εγώ»; Γυρίζει τότε ό Γέροντας προς το μέρος του και τού λέει: «Όχι παπά-Μανώλη, εσύ μίλησε, εσύ μπες μπροστά, εγώ δεν έχω διάθεση, έχω το πένθος μου εγώ». Μίλησε τότε ό παπά-Μανώλης, εμπνευσμένα πολύ κι ό άλλος «μοντέρνος» συνάδελφος δέχτηκε τελικά, ότι είχε δίκιο.
Μετά από μέρες συνάντησε ό Γέροντας τον παπά-Μανώλη και τού λέει: «Λαλεί το Πνεύμα το Άγιον και με το στόμα σου, πού απογοητεύεσαι». – «Ναι, Γέροντα, μα εσύ μού τά μετέδιδες, εγώ την ευλογία σου πήρα και μίλησα. Τού λόγου σου ευλόγησες»!
Κάποτε έφεραν ένα κοριτσάκι δαιμονισμένο, τού είχε διαβάσει δύο-τρεΐς φορές ό παπά-Μανώλης και πήγαινε καλύτερα. Εκείνη τη φορά ό παπά- Μανώλης έβαλε το Γέροντα να το διαβάσει. Δεν ξαναφάνηκε το κοριτσάκι. Μετά από πολλά χρόνια στο πανηγύρι της ενορίας, ήρθε μια κοπέλα και ζητούσε τον Γέροντα.
  Ό παπά-Μανώλης τη ρώτησε, τί τον ήθελε. «Να τον ευχαριστήσω, γιατί όταν ήμουν μικρή, είχα πρόβλημα, κι από τότε, πού με διάβασε, έγινα τελείως καλά. Τώρα αρραβωνιάστηκα κι ήρθα να τον βρω». Ό Γέροντας όμως τότε είχε πια αναχωρήσει για την ουράνια μακαριότητα.
Ενάμισι χρόνο περίπου έμεινε ό Γέροντας στην Αγία Βαρβάρα• περίοδος ιδιαίτερα ευλογημένη κι ειρηνική για το Γέροντα κοντά στους συνεφημερίους του, ανθρώπους, πού τον ένιωθαν, τον αγαπούσαν, τον εκτιμούσαν. Χαρακτηριστικά ό παπά-Κωστής Καμάρης έλεγε πολλές φορές στον παπά-Μανώλη: « Εμείς είμαστε σάν μυρμήγκια μπροστά του, κι όμως δεν νιώθω άσχημα, αισθάνομαι πολύ άνετα». Όπως έλεγαν, πήραν πολλά από τον Γέροντα: τη σεμνότητα, τη συγχωρητικοτητα, την υποχωρητικότητα, το άφιλάργυρο, το φιλακόλουθο. Και πιο πολύ απ’ όλα, όπως λέει ό παπά – Μανώλης, την ευλογία να γνωρίσουν και να ζήσουν έναν άγιο κληρικό, και να τον θυμούνται. Και σήμερα ακόμα ό παπά-Μανώλης το λέει: « Εκείνο, πού εγώ θεωρώ το πιο πολύτιμο, πού πήρα, είναι να τον θυμάμαι. Τον θυμάμαι! Δεν μπορώ να ισχυριστώ, ότι δεν γνώρισα άγιο κληρικό! Είναι μια παρακαταθήκη, πού μάς έδωσε ό Θεός, για να τον άκολουθήσουμε».
Έρχεται ή μετάθεσίς του στην ενορία Μιχαήλ Αρχαγγέλου Νέου Σταδίου, Έδώ θα άναπτύξη μια πρωτάκουστη, για την εποχή εκείνη, πνευματική! δράσι, πού θα «παρασύρει», όχι μόνο την ενορία τού Μιχαήλ Αρχαγγέλου, αλλά όλη την πόλη τού Ηρακλείου και τά περίχωρα σ’ ένα ισχυρό πνευματικό «ρεύμα».
 Ήδη στην Αγία Βαρβάρα, κατ’ απαίτηση τού παπά-Μανώλη, είχε επιδοθεί στο κήρυγμα με άριστα αποτελέσματα. Εδώ όμως, στον Μιχαήλ Αρχάγγελο, φανερώνεται πια ένας άφθαστος, χαρισματούχος ιεροκήρυκας. Και πράγματι το χάρισμα το πήρε απ’ τά χέρια τού Θεού, όπως τού αποκαλύφθηκε. Εκείνον τον καιρό είδε σέ όραμα θείον ένα ποτάμι, πού χωριζότο σέ τρία κανάλια, απ’ όπου χυνόταν άφθονο νερό. Μια φωνή τού είπε, ότι τά| τρία κανάλια συμβολίζουν την Αγία Τριάδα και το άφθονο νερό τους λόγους τού Κυρίου: «Ό πιστεύων εις εμέ, έκ της κοιλίας αυτού, ρεύσουσι  κρουνοί ύδατοζώντος…» Τού είπε επίσης, ότι θα τού δοθεί λόγος πολύς.
Το κήρυγμά του ήταν ζωηρό, άμεσο, ζωντανό πάντοτε μιλούσε έκ στήθους, ποτέ δεν είχε γραμμένα κηρύγματα γεμάτος Θεία Χάρι και παρηγοριά. Παρ’ όλη την ακρίβεια κι αυστηρότητα του, τραβούσε πλήθη ανθρώπων, όχι μόνο από την ενορία, μα κι απ’ όλη την πόλη. Κι απ’ τά χωριά ακόμα έτρεχαν οι άνθρωποι ν’ ακούσουν τον παπά-Κωστη.
  Το κήρυγμά του «έπιανε», οι άνθρωποι κατανύσσονταν, συγκινούνταν νίβονταν, τούς έπιανε δέος, μάθαιναν να φοβούνται, ν’ αγαπούν το Θεό. Ήταν πολύ συνηθισμένο, μετά από κάθε κήρυγμα να συνωθούνται γύρω του πλήθη ανθρώπων, για να τού ζητήσουν να τούς εξομολόγηση. Το κήρυγμα είχε κεντρίσει την συνείδηση τους, γιατί ανέλυε με φοβερή σαφήνεια την κάθε αμαρτία, το κάθε πάθος. Οι άνθρωποι έμαθαν, όχι μόνο να αποφεύγουν τις αμαρτίες, αλλά ακόμη να ελέγχουν και τις πιο ανεπαίσθητες κινήσεις τών παθών.
Ό Γέροντας χόρτασε τον πεινασμένο λαό τού Θεού με τις διδαχές κι εμπειρίες τών Αγίων Πατέρων, τών μεγάλων ασκητών, και διδασκάλων της Εκκλησίας με τέτοιο τρόπο, πού κι ή πιο απλή ψυχή μπορούσε πλήρως να τις κατανόηση. Ότι κήρυττε, εκείνος πρώτος το είχε εφαρμόσει, το είχε ζήσει. Αυτό το ένιωθε ό κόσμος και γι’ αυτό συνέρρεαν πλήθη αμέτρητα στα κηρύγματά του. Ή πνευματική ζωή χιλιάδων ανθρώπων μπήκε σέ άγιοπατερικές βάσεις. Απλοί και σπουδαίοι, ζούσαν μυστηριακή ζωή μέσα στην Εκκλησία. Ή εξομολόγησης και συχνή Θεία Κοινωνία έγιναν κάτι το αυτονόητο. Απλές νοικοκυρές, όπως κι άνθρωποι με υψηλές θέσεις και μεγάλη μόρφωση, κρατούσαν το κομποσκοίνι, και αγωνίζονταν στην «ευχή» τού Ιησού. Ή έλεημοσύνη και φιλανθρωπία έφτασαν με την προτροπή του σέ απίστευτες εκδηλώσεις. Χαρακτηριστικό είναι, ότι συνιστούσε το 1/10 τών εσόδων κάθε οικογένειας ή ατόμου, αν δεν είχε οικογένεια, να διατίθεται για έλεημοσύνη. Οργάνωσε επισκέψεις σέ νοσοκομεία, ιδρύματα, φυλακές. Ότι χρήματα μαζεύονταν από παρακλήσεις ή οποιαδήποτε άλλη ιεροπραξία, πού έκανε, όλα πήγαιναν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ποτέ δεν κράτησε, ούτε δραχμή.
Με τά κηρύγματά του βοήθησε αμέτρητες ψυχές να καταλάβουν την άξια της νηστείας, της αγρυπνίας και προσευχής, της αγνότητας και παρθενίας, της σωφροσύνης κι εγκρατείας, της ανεξικακίας κι αύτομεμψίας και τόσων άλλων μεγάλων αρετών. Αξιώθηκε με το χάρισμα της πνευματικής πατρότητος να καλλιεργήση, με τη Χάρι τού Θεού, τούς «αγρούς» πάρα πολλών ψυχών. Διότι ή μεγαλύτερη και κύρια αποστολή του ήταν αυτή τού πνευματικού πατρός.

 Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΤΖΑΝΝΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2014/10/blog-post_9.html