Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΤΖΑΝΝΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ. ΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΗΡ

Πνευματικός Πατήρ

Το κήρυγμα, οι κατανυκτικές Λειτουργίες του Γέροντα, και η εν γένει δράσις του ως ιερέως, έφεραν κοντά του πλήθη ανθρώπων κάθε ηλικίας και φύλου, κάθε κοινωνικής τάξεως. Από τότε άρχισε σαν εξομολόγος να αναπαύονται κάτω από το πετραχήλι του πλήθος ανθρώπων. Ώρες ατελείωτες εξομολογούσε κι οι «ουρές» των ανθρώπων μπρός στο εξομολογητήριο όλο και μεγάλωναν. Στην έπαλξη αυτή κυριολεκτικά θυσιάστηκε.
 Παρ’ όλο που το πάντα φιλάσθενο σαρκίον του διαμαρτυρόταν, εκείνος αψηφώντας τά πάντα, ως ο Ποιμήν ο καλός «έθυσε την ψυχήν αυτού υπέρ των προβάτων». Για να σταματήσει ο Γέροντας την εξομολόγηση χρειαζόταν πάντοτε η «επέμβασης» του καλόκαρδου Δημητρού, του νεωκόρου, πού άρχιζε να διώχνει τους ανθρώπους φωνάζοντας με τη βαθιά του φωνή: «Φύγετε μπλιό! φύγετε! εφάετέ τονε μωρέ μπλιό! εφάετέ τονε!, φύγετε,γιατί θα κλείσω- αύριο πάλι»!
 Σαν εξομολόγος ήταν ακριβής αλλά και φιλάνθρωπος χρησιμοποιούσε με διάκριση την αυστηρότητα, την ακρίβεια και την συγκατάβαση και οικονομία. Βαθύς γνώστης κι ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, «αρχοντικός», ευγενικός, μετέδιδε την ανάπαυση στους εξομολογούμενους. Παρ` όλο πού «καυτηρίαζε» βαθιά τις πληγές της αμαρτίας και «κανόνιζε» με ακρίβεια, όλοι έφευγαν από την εξομολόγηση πετώντας από ανέκφραστη πνευματική αγαλλίαση. Ότι κι αν είχε κανείς έφευγε γεμάτος παρηγοριά, πια γαλήνη…
 Είχε το μεγάλο χάρισμα να συγκαταβαίνει στό πνευματικό επίπεδο του εξομολογούμενου και, κρατώντας τον γερά, να τον σηκώσει, να τον πηγαίνει πάνω απ’ όλες τις γήινες θλίψεις, χαρές, επιδιώξεις, απολαύσεις, και πίκρες και κακομοιριές, σ’ έναν άλλο κόσμο, τον πνευματικό της Χάριτος
Πολλές φορές, όταν χρειαζόταν να βοηθήσει τον εξομολογούμενο, να θυμηθεί κάποιο ξεχασμένο αμάρτημα ή να ξεπεράσει κάποιο δισταγμό  ντροπή, χρησιμοποιούσε το διορατικό χάρισμα, πού τού ‘χε δώσει ο Θεός. Άλλες φορές συγκεκαλυμμένα και άλλες φανερά. Είναι άπειρες οι περιπτώσεις εξομολογουμένων, που τους «έπιανε», τους έλεγε κάποιες αμαρτίες τους, κάποια περιστατικά της ζωής τους, πού δεν ήταν φυσικό δυνατόν να τα γνωρίζει ο Γέροντας ανθρωπίνως. Τον πληροφορούσε η Χάρις του Θεού. 
 Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το εξής περιστατικό:
Κάποτε είχε έρθει μια κοσμική κοπέλα στο μοναστήρι και ζητούσε επιμόνως να εξομολογηθεί στο Γέροντα. Ο Γέροντας, παρ’ όλο που ήταν πολύ άρρωστος, τη δέχτηκε κι εξομολογήθηκε:
–       Έχετε τίποτε άλλο να πείτε;
–       Όχι, Πάτερ.
-Τελειώσατε;
–       Ναι, τελείωσα.
–       Μήπως ξεχνάτε τίποτα;
–       Όχι, όλα τά είπα.
–       Καλά! Κοιτάξτε δεσποινίς, θα σάς βοηθήσει πολύ το τάδε βιβλίο παρακαλώ να το πάρετε απ’ το βιβλιοπωλείο της Αρχιεπισκοπής, εκεί θα το βρείτε.
 Έφυγε η κοπέλα, πήρε το βιβλίο, το διάβασε. Μέσα στο βιβλίο αυτό περιγραφόταν ακριβώς μία αμαρτία, πού την είχε κάνει, αλλά δεν θέλησε  από ντροπή, να την εξομολογηθεί! Τά ‘χασε η κοπέλα. Ξανάρθε στο μοναστήρι, ζήτησε συντετριμμένη συγχώρεση από το Γέροντα κι εξομολόγησε  την αμαρτία αυτή.
Άπειρες επίσης είναι οι περιπτώσεις, πού τα πνευματικά του παιδιά έθεταν ύπ’ όψιν δυσεπίλυτα προβλήματά τους, πνευματικά, οικογενειακά,  οικονομικά, υγείας κ.τ.λ., στα οποία ο Γέροντας τούς έδινε σαφή απάντηση για το τί ακριβώς έπρεπε να κάνουν, αφού έπαιρνε «πληροφορία» άνωθεν, πολλές φορές μάλιστα τούς παρουσίαζε και με κάθε λεπτομέρεια, τί θα γίνει, αν δεν υπακούσουν. Και ποτέ δεν έπεσε έξω.
Άλλοτε πάλι, όταν διέβλεπε κάποιον κίνδυνο, έσπευδε πρώτος να ενημέρωση γι’ αυτόν από απέραντη φιλαδελφία.
Μας διηγήθηκε η κα Μ.Χ., όταν ήρθε στο μοναστήρι, μετά την κοίμηση του Γέροντα: «Να, εδώ καθόταν πριν από χρόνια ο Γέροντας, όταν ήρθα κάποτε κρατώντας από το χέρι τον τρίχρονο γιό μου Ηλία. Με φωνάζει και μου λέει; «Αυτό το παιδί, όταν θα γίνει 17 χρονών, να το προσέξεις». Δεν κατάλαβα τίποτα τότε κι έφυγα. Όταν το παιδί μου έγινε 17 χρονών, αρρώστησε με καλπάζουσα λευχαιμία και το έχασα μέσα σέ λίγους μήνες. Ο Γέροντας  είχε φύγει ήδη από τη ζωή».
Παρόλα αυτά, αυτό πού διέκρινε τον Γέροντα, ήταν η βαθιά, η ειλικρινής, η αληθινή ταπείνωσης. Κι αυτή φανερώθηκε σ’ όλο της το μεγαλείο, όταν άρχισαν να χτυπούν το Γέροντα, στην αρχή μεν οι βίαιοι άνεμοι των ανθρωπίνων πειρασμών, των κατατρεγμών, των συκοφαντιών, των εξευτελισμών, έπειτα δέ οι σφοδρές θύελλες των δαιμονικών πειρασμών. 
 Διότι ο θεός παραχώρησε, όπως και στον δίκαιο Ιώβ, να τον «πειράζει» ο σατανάς, κτυπώντας το σώμα του με φοβερές και πολυχρόνιες ασθένειες.
Δεν ήταν δυνατόν βέβαια, μια τέτοια δράσις, πού έφερε μια αληθινή πνευματική αναγέννηση σέ μια ολόκληρη περιοχή να αφήσει ασυγκίνητο το διάβολο. Έτσι χρησιμοποίησε τις ανθρώπινες αδυναμίες πολλών, για να εμποδίσει το έργο του Γέροντα. Υπήρξαν πολλοί, πού ελεγχόμενοι απ’ τη διδαχή, το έργο, τη ζωή, την παρουσία τού Γέροντα, αντί να διορθωθούν, να προσπαθήσουν να τον μιμηθούν, στράφηκαν εναντίον του, έγιναν άσπονδοι εχθροί του- τούς ήταν «βαρύς και βλεπόμενος», έκαναν το παν να «εξαλείψουν το μνημόσυνό του από την γη συκοφαντώντας, και κατατρέχοντας, εμποδίζοντας με κάθε τρόπο το έργο του!
 Σαν άνθρωπος βέβαια, πικραινόταν ο Γέροντας, θλιβόταν για την κακία, την αδικία, τά τόσα εμπόδια. Όχι όμως για τον εαυτό του, αλλά γιατί λυπόταν το ποίμνιο, όπως και τούς ανθρώπους αυτούς, γιατί ο τρόπος αυτός, τους έκανε θεομάχους. Ότι όμως κι αν γινόταν, ο Γέροντας δεν κατέκρινε κανέναν, ποτέ δεν θύμωσε, ποτέ δεν προσπάθησε να υπερασπιστή τον εαυτό του.
Κάποια φορά βρέθηκε αντιμέτωπος μ’ έναν πολύ ιδιότροπο επίτροπο ο οποίος τού δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα. Ο Γέροντας προσπαθούσε, όπως πάντοτε, με την Αγάπη κι υποχωρητικότητα ν’άντιμετωπίση το πειρασμό αυτό. Όμως ο επίτροπος, πού θεώρησε την στάση του Γέροντα ως φαίνεται, σαν αδυναμία, όλο και γινόταν πιο θρασύς, πιο επιθετικός τον εμπόδιζε να κηρύττει, να λειτουργεί. Κάποια μέρα του έκανε μια πόλη μεγάλη φασαρία. Μετά από μερικές μέρες έπαθε συμφόρηση. Παιδευόταν ούτε ζούσε, ούτε πέθαινε. Τότε πήραν οι άλλοι ιερείς της ενορίας το Γέροντα, πήγανε και του έκαναν Ευχέλαιο. Έβαλαν τον Γέροντα και τού διάβασε την τελευταία ευχή. 
 Μετά από αυτό πέθανε.
Άλλη φορά ο ναός πανηγύριζε. Ήταν του Ευαγγελισμού. Ο Γέροντας έκανε ένα τέτοιο εμπνευσμένο κήρυγμα για την Παναγία, πού όλος ο κόσμος κατανύχτηκε κι έκλαιγε. Κάποιος όμως, προφανώς κινούμενος φθόνο και ζήλεια, μίλησε άσχημα στο Γέροντα, αφού τελείωσε, μπροστά στην παπαδιά του κι ένα πνευματικό του παιδί. Ο Γέροντας, δεν το έλαβε υπ’ όψιν, αγκάλιασε μ’ αγάπη κι ασπάστηκε τον άνθρωπο και τού ευχήθηκε εξ’ όλης καρδίας λόγω της εορτής. Όμως η παπαδιά και περισσότερο το πνευματικό του παιδί, δεν μπορούσαν να το «χωνέψουν». Στο δρόμο του γυρισμού, αγανακτισμένοι άρχισαν να τού λένε: «Μα, γιατί Γέροντα; Γιατί να σάς προσβάλλει; Τί κακό κάνατε; Γιατί να σάς φερθεί έτσι; κτλ.». Όποτε τους λέει ο Γέροντας: «Δεν πειράζει εξ άλλου, όπως ο σωστός μοναχός ταπεινά υπομένει τά πάντα και να ταπεινώνεται έτσι και ο ιερέας όλα πρέπει να τά υπομένει με ανεξικακία».
Εκείνη την εποχή, δημιουργήθηκε γύρω από το Γέροντα κι ο πρώτος κύκλος των πνευματικών θυγατέρων του, πού είχαν αποφασίσει να ακολουθήσουν τη μοναχική ζωή.

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΤΖΑΝΝΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ.
 http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2014/10/blog-post_64.html