19. Ὁ Θεός κατευθύνει τή ζωή μας, Ἁγ. Πορφυρίου-Βίος καί Λόγοι, Ἀρχιμ. Σάββα Ἁγιορείτου, 15-11-2018

Ἦταν μιά μέρα βροχερή. Ὅταν σταμάτησε ἡ βροχή, βλέπομε ἀπ’ τό ἐργαστήρι πού ἐργαζόμασταν πολλούς πατέρες ἀπό ἄλλα κελλιά νά πηγαίνουν κατά τόν Ἅγιο Νήφωνα, νά μαζέψουν» (ἀπό τό βιβλίο)… σαλιγκάρια. Ὁ παπα-Ἰωαννίκιος ἔβλεπε τούς πατέρες πού περνούσανε καί στενοχωριότανε. Ἤθελε νά πάω νά μαζέψω κι ἐγώ. Τοῦ λέω: – Ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε νά μήν πάω. Ξεκίνησα καί μέ γύρισε πίσω. Ἅμα ὅμως θέλεις νά πάω, ἐγώ θά κάνω ὑπακοή καί θά πάω. Τότε κι ἐκεῖνος μοῦ λέει: – Πήγαινε. Σήμερα ἔχει πολλά σαλιγκάρια. Ἔ, κι ἐγώ ἁρπάζω τόν τουρβά καί τρέχω. Στήν ἀρχή δέν ἔτρεχα, γιά νά μή μέ δοῦνε οἱ Γέροντές μου. Μετά πού ξεμάκρυνα, τό ’βαλα στό τρέξιμο. Ἔφθασα ψηλά, σέ κάτι ἀπότομα βράχια, πού δέν πήγαιναν οὔτε ἀγριογούρουνα. Διότι τά ἀγριογούρουνα, ὅταν βρέξει, μαζεύονται ὅλα μαζί καί τρέχουν νά φᾶνε σαλιγκάρια. Τρεῖς ὧρες μάζευα. Μάζεψα πολλά, τό γέμισα τόν τουρβά. Ἤμουνα καταϊδρωμένος καί καθώς κατηφόριζα -ἦταν ἀπόγευμα κι εἶχε δροσίσει ἡ ἀτμόσφαιρα- μέ πάγωσε ἕνας παγωμένος ἀέρας πού κατέβαινε ἀπό τόν Ἄθω στή θάλασσα. Ὁ τουρβάς στόν ὦμο μούσκεψε καί πάγωσε ὅλη ἡ πλάτη μου ἀπό τά σάλια τῶν σαλιγκαριῶν.

 

Καθώς κατέβαινα μέσα ἀπό δύσβατα μέρη, ἔπρεπε νά περάσω μέσα ἀπό μιά σάρα – σάρες εἶναι τά ἄγρια μέρη πού ἔχουν λιανολίθαρα. Ὅταν ἔφθασα στά μισά, ἄρχισε ἡ σάρα ὁλόκληρη νά φεύγει σάν ποταμός ἀπό τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ καί νά παρασέρνει πέτρες, βράχια κι ἄλλα. Τό πλάτος ἦταν περίπου δεκαπέντε-εἴκοσι μέτρα. Τά πόδια μου βυθίστηκαν μέχρι τό γόνατο. Ἀδύνατον νά προχωρήσω. Φορτωμένος ὅπως ἤμουνα, μέ κίνδυνο νά σκοτωθῶ, φώναξα: «Παναγίτσα μου!». Στή στιγμή πετάχθηκα ἀπό μιά ἀόρατη δύναμη εἴκοσι μέτρα πιό πέρα, στήν ἀπέναντι πλευρά τῆς χαράδρας πάνω σέ κάτι μεγάλα βράχια, ἕτοιμα κι αὐτά νά κυλήσουν πρός τά κάτω. Τήν ἴδια στιγμή ἀπό κάτω περνοῦσαν οἱ πατέρες, πού ἐπέστρεφαν ἀπό τόν Ἅγιο Νεῖλο κι ἐκεῖνοι μέ τά σαλιγκάρια. Εἶδαν τή σάρα, ὅλο τό κακό, κι ἄρχισαν νά φωνάζουν: «Ἔεε! Μήπως ἦταν κανείς ἐκεῖ;». Ἐγώ βρέθηκα μακριά ἀπό τόν κίνδυνο, χωρίς νά πάθω τίποτα. Μόνο τά παπούτσια μου, τά τσαρούχια μου δηλαδή, ἔμειναν στή σάρα καί τά πόδια μου ἦταν γεμάτα αἵματα»[1]. Δηλαδή ὁ Θεός ἔκανε στόν Ἅγιο ἕνα πολύ μεγάλο θαῦμα καί ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος τόν ἔσωσε ἀπό πάρα πολύ μεγάλο κίνδυνο.
«Οἱ πατέρες φωνάζανε πάλι, ἀλλά ἐγώ δέν μιλοῦσα. Ἤθελα νά μιλήσω, ἀλλά δέν μποροῦσα. Εἶχα πάθει φοβία. Τούς ἄκουγα, ἀλλά δέν ἀποκρινόμουν. Ὁ τουρβάς, ἀπείρακτος στή πλάτη μου, θά ἦταν πάνω ἀπό ὀγδόντα ὀκάδες. Ὅταν συνῆλθα, ἄρχισα νά σκαρφαλώνω στόν ἕνα βράχο, στόν ἄλλο, μέχρι πού ἔφθασα κάτω. Μόλις κατέβηκα κάτω, ἄλλος κίνδυνος. Βλέπω ἕνα φίδι νά ξετυλίγεται μέσα ἀπό ἕνα μεγάλο φυτό πού τό λένε γαλατά. Πολύ τρόμαξα…
Ὁ Θεός μέ γλίτωσε. Ἔφθασα στό κελλί κατατρομαγμένος. Ἔπεσα κάτω. Διηγήθηκα στούς Γέροντες ὅσα μοῦ συνέβησαν. Εἶχα πάθει τρόμο. Διηγήθηκα γιά τή σάρα, γιά τά παπούτσια μου πού χαθήκανε, γιά τά πόδια μου τά γεμάτα αἵματα, γιά τό φίδι. Ὁ Γέροντας πολύ στενοχωρήθηκε καί τιμώρησε τόν παπα-Ἰωαννίκιο. Τοῦ ἔβαλε κανόνα νά μή λειτουργήσει γιά πολλούς μῆνες κι ἐκεῖνος ἔκλαιγε γιά ὅσα συνέβησαν. Μέ ἐκεῖνο, ὅμως, τό κρυολόγημα πού ἐγώ ἔπαθα», λέει ὁ Ἅγιος, «ἔπαθα πλευρίτιδα καί πονοῦσα πολύ»[2]. Δηλαδή ἔπαθε κάτι σάν ἀρχή φυματίωσης.
«Δέν εἶχα διάθεση, δέν ἤθελα νά φάω. Εἰδοποίησαν οἱ Γέροντες κι ἦλθε ἕνας ψηλός, ἁγιότατος ἀσκητής, ὁ πατήρ Ἀντώνιος. Ἦταν ὀσιοπατερείτης. Ἡ ἐκκλησία τοῦ κελλιοῦ του ἦταν ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῷ Ἄθῳ ἀσκησάντων, τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων. Αὐτός ἔκανε καί λίγο τόν γιατρό. Ἦλθε, μέ εἶδε, πάει στήν καλύβη του καί μοῦ φέρνει ἕνα εἶδος δέρματος, πού τό λένε ἐκδόριον, καί μοῦ τό βάζει πάνω στήν πλάτη μου. Καί αὐτό ὅλη τή νύκτα ἔπαιρνε τό ὑγρό τῆς πλάτης μου. Τήν ἄλλη μέρα, παίρνει ἕνα ψαλίδι, τό ἀπολυμαίνει μέ οἰνόπνευμα καί μοῦ κόβει τό ἐκδόριον, πού εἶχε γεμίσει ὑγρό κι ἔγινε σάν μαξιλαράκι μαζί μέ τό δέρμα μου. Ὁ πόνος μου ἐκείνη τή στιγμή ἦταν ἀφόρητος. Ἡ ἐξάντλησή μου πολύ μεγάλη. Λιποθύμησα. Κι ὅταν συνῆλθα λίγο, ἔνιωσα μεγάλη χαρά μέσα μου, γιατί μποροῦσα καί προσευχόμουνα. Ἄρχισα τότε νά ψάλλω: «Ἀπό τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν ἀσθενεῖ μου τό σῶμα, ἀσθενεῖ μου καί ἡ ψυχή…». Ἔτσι πού μέ ἄκουσε ὁ παπα-Ἰωαννίκιος, ἔρχεται κοντά μου, μέ ἀγκαλιάζει, μέ φιλεῖ στό μέτωπο καί μοῦ λέει: – Παιδί μου, νά μέ συγχωρέσεις! Ἔρχεται ὁ Γέροντας, τοῦ λέγει ἄγρια: – Ἄ, τόν στραβό τόν ἄνθρωπο! Ἐγώ δέν εἶχα ὄρεξη, δέν ἤθελα νά φάω, ἔτρωγα πολύ λίγο καί κάθε μέρα καί χειρότερα, πήγαινα γιά θάνατο. Οἱ Γέροντες φοβηθήκανε μήπως πεθάνω, τό ἴδιο κι ὁ πατήρ Ἀντώνιος, πού ἔκανε τόν γιατρό. – Νά φύγει τό παιδί, λέει ὁ πατήρ Ἀντώνιος, δέν θά ἀντέξει. Χρειάζεται φάρμακα, πού ἐδῶ δέν ἔχουμε. Δέν τρώγει κι ὁπωσδήποτε, ὅσο κάθεται, τόσο χειροτερεύει. Σκεφθεῖτε ὅτι ἔφαγα μιά γουλιά ἀπό ἀμύγδαλα κοπανισμένα καί μέ πείραξε. Τόσο τό στομάχι μου εἶχε ἐξασθενήσει.
Οἱ Γέροντές μου μέ θέλανε πάρα πολύ, ἀλλά βρεθήκανε στήν ἀνάγκη νά μέ στείλουν ἔξω στόν κόσμο, γιατί ἐκεῖ οὔτε γάλα, οὔτε κρέας ὑπῆρχε. Κι ἔτσι μοῦ ἔδωσαν ἄδεια, ἔβγαλαν χαρτιά ἀπό τόν Δικαῖο, νά γυρίσω στό χωριό μου γιά δύο μῆνες περίπου, ὥσπου νά συνέλθω. Κι ἔφυγα. Μέ πῆρε ὁ παπα-Ἰωαννίκιος, μέ πῆγε στή Δάφνη μέ βάρκα μέ κουπιά. Δέν εἴχαμε οὔτε μηχανή τότε καθόλου, οὔτε μουλάρια, οὔτε μηχανές ὑπῆρχαν τότε», λέει ὁ Ἅγιος Γέροντας. «Οἱ ἀσκηταί ὅ,τι κουβαλοῦσαν ἐκεῖ πάνω, τό κουβαλοῦσαν στόν ὦμο, στήν πλάτη. Ἔφθασαμε, λοιπόν, στή Δάφνη. Δέν μποροῦσα νά σταθῶ ὄρθιος, μέ ξαπλώσανε σ’ ἕνα δωμάτιο. Ἐκεῖ στεγαζόταν τό ταχυδρομεῖο. Μέ πιάσανε σέ λίγο φρικτοί πόνοι στά νεφρά. Ἔκλαιγα ἀπό τόν πόνο. Ἔκλαιγε κι ὁ παπα-Ἰωαννίκιος. Ἐγώ μέσα στόν πόνο βρῆκα τήν δύναμη νά τόν παρηγορήσω: – Μήν κλαίεις, Γέροντα, θά γίνω καλά, δέν ἔχω τίποτα. Κι ἐκεῖνος παρηγοροῦσε ἐμένα μέσα στό κλάμα: – Μήν κλαίεις, παιδί μου, θά γίνεις καλά. Ἦλθε τό καράβι, μέ ἔβαλε μέσα, μέ ἐφίλησε στό μέτωπο καί χωρίσαμε κλαίγοντας»[3].
Ἔτσι βλέπουμε πῶς οἰκονόμησε ὁ Θεός τά πράγματα καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος, μικρό παιδί ἀκόμα, βγῆκε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά συνεχίσει τήν διακονία του μέσα στόν κόσμο. Εἶναι ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ πού κατευθύνει καθετί στήν ζωή μας.
«Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού δέν ζεῖ κάτω ἀπό τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ», λέει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος. Ἐκείνους μάλιστα πού ἐξῆλθαν γιά νά Τόν ἀναζητήσουν καί βαστάζουν τά πάθη γιά χάρη Του, τούς παρακολουθεῖ προσεκτικά δείχνοντάς τους μέ τό δάχτυλο. Ὁ Θεός εἶναι πού κατευθύνει τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ ἥλιος δέν φαίνεται τόσο ξεκάθαρα, ὅσο πεντακάθαρα φαίνεται ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, μᾶς διδάσκει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος. Δέν εἶναι ἡ δική μας φροντίδα, ἀλλά ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ πού προξενεῖ τό πᾶν, ἀκόμα καί ἐκεῖ πού νομίζουμε ὅτι ἐνεργοῦμε μόνοι μας. Κανένας δέν φροντίζει τόσο τόν ἑαυτό του, ὅσο ὁ Θεός φροντίζει ὅλους ἐμᾶς, γιατί πολύ περισσότερο ἀπό ἐμᾶς, θέλει Ἐκεῖνος νά μήν πάθουμε κανένα κακό. Ἕνα πλοῖο χωρίς κυβερνήτη δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀλλά καταποντίζεται εὔκολα. Πῶς εἶναι δυνατό νά ὑπάρχει ὁ κόσμος γιά τόσα χρόνια χωρίς κάποιον νά τόν κυβερνᾶ; Ὁ Θεός δέν ἀφήνει νά πάθει κάποιο κακό, ἐκεῖνος πού ἐγκαταλείπεται ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά ὁπωσδήποτε ἔχει τήν ἐλπίδα εἰς τόν Θεό. Δέν γίνεται τίποτα πού ὁ Θεός νά ἀγνοεῖ. Τά γνωρίζει ὅλα, μόνο πού δέν ἐπεμβαίνει σέ ὅλα, λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος. Γιατί ὁ Κύριος πού γνωρίζει ὅσα ὑποφέρετε καί εἶναι σέ θέση νά τά ἐμποδίσει, εἶναι φανερό ὅτι δέν τά ἐμποδίζει ἐπειδή προνοεῖ καί ἐνδιαφέρεται γιά σᾶς. Τήν σκέψη αὐτή νά κάνουμε γιά τούς δικούς μας πειρασμούς καί ἀπό αὐτή θά ἀντλήσουμε τήν ἀπαραίτητη παρηγοριά. Δηλαδή, γιά νά παραχωρεῖ ὁ Θεός νά συμβεῖ κάτι, σίγουρα αὐτό εἶναι πρός ὠφέλειά μας καί πρός σωτηρία μας.
Πῶς λοιπόν δέν εἶναι παράλογο νά μή ζητάει κανείς λόγο ἀπό τόν γιατρό ὅταν τόν βλέπει νά καυτηριάζει καί νά κόβει τήν σάρκα τοῦ ἀσθενοῦς καί νά τόν βασανίζει μέ ἀσιτία, ἐνῶ τήν ἀπερίγραπτη σοφία καί ἀνεκδιήγητη φιλανθρωπία καί φροντίδα τοῦ Θεοῦ, τήν Θεια Πρόνοια, νά τήν περιεργάζεται καί νά ἀσχολεῖται μέ αὐτή λεπτομερειακά καί πολλές φορές δυστυχῶς καί νά γογγύζει ἀπέναντι στόν Θεό; Ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι πού συγκρατεῖ τόν κόσμο καί δέν ὑπάρχει κανένας τόπος, λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, δέν ὑπάρχει κανένας τόπος στόν κόσμο ἀπό ὅπου νά ἀπουσιάζει ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
«Πρόνοια εἶναι αὐτοδύναμος λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος διαμορφώνει τήν ὕλη πού ἔρχεται στόν κόσμο καί εἶναι ὁ δημιουργός καί τεχνίτης ὅλων ὅσων γίνονται. Γιατί ἡ ὕλη», αὐτά ὅλα τά λέει ὁ Μέγας Ἀντώνιος, «ἡ ὕλη δέν μπορεῖ νά τακτοποιηθεῖ χωρίς τήν δημιουργική δύναμη τοῦ λόγου πού εἶναι εἰκόνα, νοῦς καί σοφία καί Πρόνοια τοῦ Θεοῦ»[4]. Λέει δηλαδή ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὅτι ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι πού συγκρατεῖ τόν κόσμο, συνέχει τόν κόσμο, συνέχει τά πάντα. Καί δέν ὑπάρχει τίποτα ἀπρονόητο, τίποτα πού νά εἶναι ἔξω ἀπό τήν φροντίδα τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ φροντίδα εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ αὐτοδύναμος, ὁ ὁποῖος διαμορφώνει τήν ὕλη πού ἔρχεται στόν κόσμο καί εἶναι ὁ δημιουργός καί τεχνίτης ὅλων ὅσων γίνονται.
«Σκοπός τῆς Θείας Πρόνοιας», λέγει καί ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «εἶναι νά ἑνώνει μέ τήν ὀρθή πίστη καί τήν πνευματική ἀγάπη ἐκείνους πού ἔχει χωρίσει ἡ κακία μέ διάφορους τρόπους». Ἐνῶ ἡ κακία δηλαδή χωρίζει, ὁ Θεός μέ τήν Πρόνοιά Του ἑνώνει, μέσῳ τῆς ὀρθῆς πίστης καί τῆς πνευματικῆς ἀγάπης. «Ἐκεῖνος λοιπόν πού δέν ἀνέχεται τά ἐνοχλητικά οὔτε ὑπομένει τά λυπηρά καί τά ἐπίπονα, βαδίζει ἔξω ἀπό τή θεία ἀγάπη καί τόν σκοπό τῆς Θείας Πρόνοιας»[5]. Γιατί ὅλα ὁ Θεός τά δίνει ἀπό ἀγάπη καί ἔτσι ὥστε μέ τήν ἀγάπη νά ἑνωθοῦμε μεταξύ μας καί μαζί Του.
«Μέ τό νά γίνει δοῦλος ἐνῶ εἶναι Κύριος, φανέρωσε στήν κτίση τό ἄκρον τῆς Πρόνοιάς Του»[6], λέγει ὁ Ὅσιος Θαλάσσιος, γιά τόν Θεό.
«Ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπό τόν Θεό καί τά καλά καί τά λυπηρά καί τά ἄπρεπα. Τά καλά τά ἐπιτρέπει ὁ Θεός κατά τήν εὐδοκία Του. Τά λυπηρά μέ τήν οἰκονομία Του καί τά ἄπρεπα μέ τήν παραχώρησή Του. Καί ἐπιτρέπει σύμφωνα μέ τήν εὐδοκία Του, ὅταν συμπεριφερόμαστε σύμφωνα μέ τήν ἀρετή. Γιατί ὁ Θεός θέλει νά ζοῦμε χωρίς ἁμαρτίες καί νά συμπεριφερόμαστε σύμφωνα μέ τήν ἀρετή». Ἔτσι κάνουμε τό κατ’ εὐδοκία θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅταν τηροῦμε τίς ἐντολές Του. «Σύμφωνα μέ τήν οἰκονομία Του πάλι», κατ’ οἰκονομία δηλαδή, «ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά γίνονται κάποια πράγματα ὅταν μέ τά σφάλματά μας καί τίς ἁμαρτίες πού κάνουμε παιδαγωγούμαστε. Καί σύμφωνα μέ τήν παραχώρησή Του», παραχωρεῖ ὁ Θεός καί ἐπιτρέπει, ὅταν παρόλο πού παιδαγωγούμαστε δέν ἐπιστρέφουμε, δέν μετανοοῦμε, «παραχωρεῖ νά συμβοῦν κάποια πράγματα πού εἶναι ὀδυνηρά πολύ γιά μᾶς. Καί τέλος παραχωρεῖ καί ἐγκαταλείπει ἐντελῶς ὁ Κύριος ὅσους θέλουν νά παραμείνουν στήν κακία καί δέν θέλουν νά ἐπιστρέψουν, παρόλο πού παιδαγωγήθηκαν ἀπό Αὐτόν»[7].
«Μήπως εἴμαστε ἐμεῖς», λέγει καί ὁ Ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής, «πού κατορθώνουμε καί οἰκονομοῦμε τά ἀναγκαῖα γιά τήν ζωή μας; Ὁ Θεός φροντίζει τήν ζωή μας. Ἡ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἄν δέν βοηθήσει ὁ Θεός, εἶναι καταδικασμένη νά ἀστοχεῖ. Ἐνῶ ἡ θεία οἰκονομία καί χωρίς τήν συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου παρέχει τέλεια ἀγαθά. Δέν ἔζησαν σαράντα χρόνια στήν ἔρημο οἱ Ἰσραηλῖτες χωρίς νά ἔχουν τίποτα ἀπό αὐτά πού δίνει ἡ γεωργία; Καί δέν τούς ἔλειψε καθόλου τροφή, ἀλλά ἡ θάλασσα ἔβγαζε τροφή παράδοξη, τά ὀρτύκια, καί ὁ οὐρανός ἔβρεχε τό μάννα, βροχή ἀσυνήθιστη καί παράξενη∙ καί ἡ πέτρα πού εἶναι κατάξερη, ράγισε καί ἔδινε ἄφθονο νερό. Ὅσο γιά τά ροῦχα καί τά παπούτσια ἄντεξαν ὅλο τόν χρόνο, γιατί δέν πάλιωναν. Καί ποιά γεωργία ἔδινε τροφή στόν Ἠλία τόν καιρό πού ἦταν στόν χείμαρρο; Τά κοράκια δέν τοῦ ἔδιναν τροφή; Γιατί λοιπόν γκρεμίζουμε στή γῆ τήν οὐράνια πολιτεία καί βουλιάζουμε στίς ὑλικές ἀνησυχίες; Καί ντυνόμαστε μέ κοπριές, ἐμεῖς πού φορούσαμε κάποτε πορφύρα;»[8]. Τονίζει δηλαδή ὁ Ἅγιος Νεῖλος, πόσο θά πρέπει ὁ μοναχός, ἀλλά καί ὁ κάθε Χριστιανός, νά ἐμπιστεύεται τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί νά μήν ἔχει καθόλου ἄγχος γιά τά βιοτικά.
Τίποτε ἀπό ὅσα συμβαίνουν, λέει καί ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, δέν πρέπει νά νομίζουμε ὅτι τά παθαίνουμε χωρίς τόν Θεό. Ὅλα γίνονται μέσα στήν Πρόνοια καί στήν συγκατάθεση τοῦ Θεοῦ. Καί εἶναι ὅλα ὅσα δεχόμαστε ἀπό Αὐτόν ἀγαθά, ἔστω καί ἄν εἶναι ὀδυνηρά. Ὅλα εἶναι γιά τό καλό μας, ἔστω καί ἄν μᾶς προξενοῦν κάποιο πόνο.
Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

 Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

https://hristospanagia3.blogspot.com 

 


[1] Βίος καί Λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Β΄ ἔκδοση,
Ἱ.Μ. Χρυσοπηγῆς, (στό ἑξῆς:
Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου).

[2] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.

[3] Ὅ.π.

[4] Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι
τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 (στό ἑξῆς: Φιλοκαλία
τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν
).

[5] Φιλοκαλία
τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν.

[6] Ὅ.π.

[7] Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, Ἔργα, Τόμος
Ε’, ἐκδόσεων Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας.