ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΥΛΟΣ

 ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

 Μέσα στό ἐρημικό σπήλαιο τοῦ ὄρους Ταύρου ὁ Θεοφιλής Πατριάρχης ἔζησε τήν τελείωσή του. Ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία ἑνός σαρκίου τόσο ταλαιπωρημένου καί ἀσκητικοῦ σάν τό δικό του ξεπήδησε ἡ Θεοδώρητη δύναμη. Καί ἀπό τήν ψυχή του ἀκατάβλητο σθένος μέ τή μορφή μιᾶς ἀκύμαντης γαλήνης καί βαθειᾶς καρτερικότητας. Ἦταν ἐντελῶς δοσμένος στό θέλημα καί στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ.

Τό σπήλαιο ἦταν τυφλό μέ μόνη ἐξαίρεση κάποια μικρή τρύπα στό πάνω μέρος πού εἶχε σχηματιστεῖ ἀπό τίς ἀναδιπλώσεις τῶν πετρωμάτων. Γιά τό Μάρτυρα ὅμως εἶχε ἀνοίξει παράθυρο πρός τόν Οὐρανό.

Βρισκόταν στό ὁριακό ἐκεῖνο σημεῖο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ τά ἔχει δώσει ὅλα γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, προγεύεται τίς ἄρρητες δωρεές Του καί ἀρχίζει νά διακρίνη τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ὅλα τότε τά γήινα γεγονότα, καταστάσεις, ἀνθρώπινες σχέσεις σμικρύνονται καί συρρικνώνονται τόσο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος πού βρίσκεται σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση, ἀρχίζει καί τά νοιώθει ὅλα μακρυά ἀπό τόν ἑαυτό του, ξένα καί ἀδιάφορα. Τό μοναδικό νῆμα, πού τόν συνδέει μέ τά γήινα, εἶναι ἡ ἁγία ἀγάπη καί ἡ συμπόνια πρός αὐτούς, πού νυκτομαχοῦν στό σκοτάδι τῶν παθῶν καί τῆς ἀπιστίας. Μέσα ἀπό τό θεάρεστο αὐτό πόνο ἀναβλύζει ἡ προσευχή, ὅπως ἀναβλύζει τό αἷμα ἀπό μιά πληγή. Προσευχή γιά ὅλους. Φίλους καί ἐχθρούς.

Τό ἔβλεπε ὁ θεῖος Παῦλος καί πονοῦσε γι᾿ αὐτό. Ἔβλεπε μέσα στό βλέμμα τῶν φρουρῶν του τό θάνατο. Ὄχι τό θάνατο πού ἐπεδίωκαν γιά τόν ἴδιο, ἀλλά τό θάνατο τῆς στερημένης ἀπό κάθε ἴχνος ἀγάπης ψυχῆς τους. Ἐπεδίωκαν νά τόν βγάλουν ἀπό τή μέση μέ ὅσο πιό ἀθόρυβο τρόπο γινόταν. Ἔτσι θά μποροῦσαν ἄνετα νά διαδώσουν πώς πέθανε φυσιολογικά, ἀπό κάποια ἀσθένεια. Ποιός θά μποροῦσε νά φανταστῆ πώς θά ἔφταναν στό σημεῖο νά τόν ἀφήσουν νά πεθάνη ἀπό τήν πείνα;

Τελικά τούς ἄκουσε μιά ἡμέρα νά συζητοῦν μεγαλόφωνα ἔξω ἀπό τό σπήλαιο καί νά ἐκδηλώνουν φανερά τόν ἐκνευρισμό τους, γιατί ἀργοῦσαν νά πάρουν νεώτερες ἐντολές ἀπό τή Βασιλεύουσα. Ἀπό τά λόγια τους φάνηκε ἐπίσης πώς εἶχαν στείλει καί οἱ ἴδιοι νεώτερο μήνυμα, πού ἐνημέρωνε τούς ἐχθρούς του πώς παρ᾿ ὅλες τίς ἐξοντωτικές συνθῆκες ζωῆς, στίς ὁποῖες τόν ὑπέβαλαν, ἐκεῖνος κατά θαυμαστό τρόπο διατηροῦσε τίς δυνάμεις του ἀκμαῖες.

Ὁ Θεός τόν ἔτρεφε μέ τό δικό Του τρόπο. Οἱ πορωμένοι ὅμως, πού ἄκουσαν τοῦτο τό θαυμαστό, οὔτε συγκινήθηκαν, οὔτε προβληματίστηκαν. Θεομαχοῦσαν πεισματικά.

Πολλές φορές ὁ ἅγιος τίς νύχτες μέ τήν παρθενική ἡσυχία, πού τόν περισσότερο χρόνο τίς περνοῦσε προσευχόμενος, καθόταν καί ἀναλογιζόταν τί εἴδους τάχα νά ἦσαν οἱ νεώτερες ἐντολές πού θά ἔρχονταν. Βέβαια δέν περίμενε τίποτε τό καλύτερο, γιατί οἱ πηγές τῶν ἐντολῶν, εἴτε προέρχονταν ἀπό τά ἀνάκτορα, εἴτε ἀπό τά Μακεδονιοκρατούμενα Πατριαρχεῖα, σίγουρα θά ἦσαν καρποί μίσους καί ἐμπαθείας. Τό μόνο πού τόν καθησύχαζε, ἦταν ἡ ἀναμφισβήτητη Θεϊκή παντεποπτία καί προστασία.

Ἕνας εὐσεβής στρατιωτικός τῆς τοπικῆς φρουρᾶς, ὁ ὁποῖος ἔτρεφε κρυφή ἐκτίμησι γιά τόν ἅγιο, κατάφερε νά τόν πλησιάση σέ ἀνύποπτο χρόνο καί νά τόν ἐνημερώση ἀρκετά γιά τό τί συνέβαινε στήν Πρωτεύουσα τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ Ὁμολογητής τοῦ Χριστοῦ συγκινήθηκε καί δάκρυσε. Δάκρυα πόνου; Χαρᾶς γιά τήν ἀκλόνητη πίστη τοῦ ποιμνίου; Συγκίνησης γιά τό ὅτι τ᾿ ὄνομά του ἦταν πάντα στά χείλη καί στίς καρδιές τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ; (Αὐτό ἀκριβῶς ἀποτελοῦσε ἐφιάλτη πάντα γιά τούς ἐχθρούς του.) Ὅλα μαζί καί τό καθένα χωριστά χτυποῦσαν τίς εὐαίσθητες χορδές τῆς ψυχῆς του.

“ Ἔν Κωνσταντινουπόλει ἐξηκολούθει νά δεσπόζη ζῶσα ἡ ἀνάμνησις καί συμπάθεια πρός Παῦλον τόν Α΄ ”, γράφει παλαιός Συναξαριστής γιά τήν περίοδο αὐτή τῆς ζωῆς του ἁγίου1.

Τελικά ὕστερα ἀπό μερικές ἡμέρες ἔφθασαν οἱ πολυπόθητες γιά τούς στρατιωτικούς ἐντολές μέ δύο ἔφιππους βασιλικούς ταχυδρόμους.

Ἦρθαν βλοσυροί καί ἀμίλητοι, μπῆκαν στό ἡμισκότεινο σπήλαιο, τόν περιεργάστηκαν γιά ἀρκετή ὥρα, σάν νά ἦταν κανένα περίεργο ὄν, καί ἔφυγαν χωρίς νά ποῦν τίποτε. Κατόπιν κλείστηκαν γιά ἀρκετές ὦρες καί συζητοῦσαν μυστικά, πλήν ἑνός πού ἔμεινε νά τόν φρουρῆ.

Ὁ ἅγιος ἔπεσε σέ προσευχή, γιά νά διώξη τήν ἀγωνία, πού ἀνθρωπίνως τόν ἀπειλοῦσε. Πράγματι ὁ Κύριος δέν ἄργησε νά τοῦ χαρίση ἀκύμαντη γαλήνη, ἀφοῦ παραδόθηκε ὁλόκληρος στό θέλημά Του.

Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ πρός μεγάλη του ἔκπληξη ἦρθαν καί τόν ἔβγαλαν ἀπό τό σπήλαιο καί τόν ὁδήγησαν σέ μιά φτωχική ἀγροικία, σ᾿ ἕναν πληθόκτιστο, ξεμοναχιασμένο οἰκίσκο.

Ὅσο κι ἄν προσπάθησαν οἱ φρουροί νά μήν ἔχουν μάρτυρες σ᾿ αὐτή τή μεταφορά, ὁ μακάριος Παῦλος πρόσεξε πώς πολλοί ἀπό τούς κατοίκους τῆς Κουκουσοῦ, κρυμμένοι ἀνάμεσα στά δένδρα, τόν παρακολουθοῦσαν. Γιά μιά στιγμή, πού συναντήθηκε τό βλέμμα τοῦ Πατριάρχη μέ τό γεμάτο ἀνθρώπινη συμπόνια βλέμμα μερικῶν ἀπ᾿ αὐτούς, σήκωσε τό λιπόσαρκο χέρι του καί τούς εὐλόγησε συγκινημένος.

Ἐδῶ καί καιρό εἶχαν μάθει οἱ κάτοικοι τῆς Κουκουσοῦ ἀπό συντοπίτες τους, πού κατέβαιναν μέχρι τή θάλασσα στά μεγάλα λιμάνια, ποιός ἦταν ὁ ἐξόριστος καί ποιόν εἶχαν φέρει δέσμιο, γιά νά φυλακίσουν στά σπήλαια τοῦ Ταύρου. Οἱ χριστιανοί τῆς Κουκουσοῦ συγκινήθηκαν βαθειά καί ὅλο σκέφτονταν πῶς θά ἀνακουφίσουν τόν ἱερό κατάδικο. Ὅμως ἡ φρουρά δέν ἄφηνε νά πλησιάση κανένας.

Οἱ εἰδωλολάτρες, κι αὐτοί εἶχαν ἐντυπωσιαστῆ ἀπό τή μεγάλη προσωπικότητα πού ἔπασχε στόν τόπο τους καί διερωτῶντο πῶς χριστιανοί ἐξόριζαν χριστιανούς. Εἶχαν ἀκούσει πώς ὁ Βασιλιάς τοῦ Βυζαντίου ἦταν χριστιανός! Μερικοί ὅμως πιό διαβασμένοι τούς ἐνημέρωσαν πώς ὁ Κωνστάντιος δέν ἦταν σωστός χριστιανός καί γι᾿ αὐτό ἐξώρισε τόν ἅγιο Πατριάρχη. Ἔτσι κι αὐτοί ἔνοιωθαν μιά αὐθόρμητη συμπάθεια γιά τόν πολύπαθο Πατριάρχη τῆς Βασιλεύουσας.

Δέν ἦταν ὅμως μόνο αὐτό. Οἱ περισσότεροι, ὅταν εἶχε φθάσει ἡ συνοδεία μέ τόν ἐξόριστο καί περνοῦσε τίς πῦλες τῆς Κουκουσοῦ, τόν εἶχαν δεῖ, γιατί ἔτρεξαν κοντά του. Ἄλλοι γιά νά βοηθήσουν νά τακτοποιηθῆ ἡ φρουρά καί ἄλλοι ἀπό περιέργεια. Εἶχαν δεῖ τό Μάρτυρα καί Ὁμολογητή τοῦ Χριστοῦ καί εἶχαν αἰσθανθεῖ τήν συγκίνησιακή ἐπίδραση τῆς ἁγίας παρουσίας του. Εἶχαν νοιώσει τήν ἱερή γοητεία πού ἀσκεῖ ἕνας ἅγιος, πού πάσχει γιά τό Χριστό.

Ἀφοῦ τόν ἐγκατέστησαν στήν ἀγροικία, τοῦ ἀνακοίνωσαν “ἐπισήμως” ὅτι ὑπῆρχε αὐτοκρατορική διαταγή νά παραμείνη στήν Κουκουσό καί νά μήν ἀπομακρυνθῆ ἀπό αὐτήν, ἄν ἤθελε τή ζωή του. Ἐκτός ἄν ἐρχόταν νεώτερη βασιλική ἐντολή. Τοῦ τόνισαν ὅτι εἶχαν ἐνημερώσει σχετικά τήν τοπική στρατιωτική φρουρά, ἡ ὁποία καί θά τόν παρακολουθοῦσε. Ἐπί πλέον τοῦ εἶπαν ὅτι δέν θἄπρεπε οὔτε νά μιλάη, οὔτε νά γράφη περί τοῦ Ὀμοουσίου τοῦ Υἱοῦ μετά τοῦ Πατρός, ἄν ἤθελε νά κερδίση τήν ἐπιείκεια τοῦ “Ἐνδοξωτάτου καί πεφωτισμένου Βασιλέως”!

Βεβαίως ἀπό τόν ἅγιο δέν ἐπῆραν καμία συγκατάθεση, παρά μόνο μία σιωπηλή εὐλογία γιά τό ταξίδι τους, σάν καρπό τῆς μεγαλοψυχίας του.

Κατά τήν ἔξοδό τους ἀπό τήν Κουκουσό ἔκαναν ὅ,τι μποροῦσαν περισσότερο, γιά νά γίνη ἀντληπτή ἡ ἀναχώρησή τους. Οἱ κάτοικοι, ἄλλοι παρακινούμενοι ἀπό ἐνδιαφέρον καί ἄλλοι ἀπό περιέργεια, παρακολούθησαν τόν ἐντυπωσιακό καλπασμό τους, καθώς ἀπομακρύνονταν, καί ἔνοιωσαν ἀνακούφιση.

συνεχίζεται….

 Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι

 κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

 Ἀμήν.

 Ἀπό τό βιβλίο: “ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ”

Διατίθεται εἰς τήν Ἱεράν Μονήν

Παναγίας Βαρνάκοβας Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φωκίδος

Εὐπάλιον – Δωρίδος

1Βίοι Ἁγίων Μιχαήλ Ἰ. Γαλανοῦ, Μήν Νοέμβριος, Ἔκδοσις Γ. Ἰ. Ἰωαννίδου, Ἀθῆναι, 1910.