«Θροῦς γογγυσμῶν οὐκ ἀποκρυβήσεται»[1]. Δηλαδή καί ὁ πλέον ἀσήμαντος ἀλλά καί ὁ πλέον ἀδύνατος θόρυβος τῆς ψυχῆς πού γογγύζει, αὐτός δέν μπορεῖ νά κρυφτεῖ. «Μέσα μας ὑπάρχει ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς πού λέγεται «ἠθικολόγος». Αὐτός ὁ «ἠθικολόγος»», λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος, «ὅταν βλέπει κάποιον νά παρεκτρέπεται, ἐπαναστατεῖ, ἐνῶ πολλές φορές αὐτός πού κρίνει ἔχει κάνει τήν ἴδια παρεκτροπή». Κατακρίνει δηλαδή αὐτό τό μέρος τῆς ψυχῆς μας. Εἶναι ἕτοιμο νά καταδικάσει τόν ἄλλον, ἐνῶ ἡ ἴδια ἡ ψυχή, ὁ ἴδιος ἄνθρωπος εἶναι δυνατό νά ἔχει κάνει τό ἴδιο πράγμα. «Δέν τά βάζει, ὅμως, μέ τόν ἑαυτό του, ἀλλά μέ τόν ἄλλο. Κι αὐτό δέν τό θέλει ὁ Θεός. Λέει ὁ Χριστός εἰς τό Εὐαγγέλιο: «Ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτόν οὐ διδάσκεις; Ὁ κηρύσσων μή κλέπτειν, κλέπτεις;»[2]». Εἶναι ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή. «Μπορεῖ νά μήν κλέπτουμε, ὅμως φονεύουμε, κακίζουμε τόν ἄλλο κι ὄχι τόν ἑαυτό μας. Λέμε, παραδείγματος χάριν: «Ἔπρεπε νά κάνεις αὐτό, δέν τό ἔκανες, νά τί ἔπαθες!». Στήν πραγματικότητα, ἐπιθυμοῦμε νά πάθει ὁ ἄλλος κακό». Ὑπάρχει αὐτός ὁ θροῦς, ὁ θόρυβος ὁ κακός στήν ψυχή μας, ὅπως λέει στή Σοφία Σολομῶντος στό πρῶτο κεφάλαιο στόν δέκατο στίχο, καί αὐτός δέν μπορεῖ νά κρυφτεῖ. «Ὅταν σκεπτόμαστε τό κακό, τότε μπορεῖ πράγματι νά συμβεῖ. Κατά ἕναν μυστηριώδη καί ἀφανή τρόπο μειώνουμε στόν ἄλλον τήν δύναμη νά πάει στό ἀγαθό, τοῦ κάνομε κακό»[3], ὅταν τόν κατακρίνουμε, τόν καταλαλοῦμε, ὅταν τόν καταδικάζουμε, τόν κατηγοροῦμε.
 
«Μπορεῖ νά γίνομε αἰτία ν’ ἀρρωστήσει, νά χάσει τή δουλειά του, τήν περιουσία του κ.λπ. Μ’ αὐτό τόν τρόπο δέν κάνομε κακό μόνο στόν πλησίον μας, ἀλλά καί στόν ἑαυτό μας, γιατί ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί τότε προσευχόμεθα καί δέν εἰσακουόμεθα. «Αἰτοῦμεν καί οὐ λαμβάνομεν»[4], ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος στήν ἐπιστολή του. «Γιατί; Τό σκεφτήκαμε ποτέ αὐτό; «Διότι κακῶς αἰτούμεθα»[5]», ἀπαντᾶ πάλι ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος. «Πρέπει νά βροῦμε τρόπο νά θεραπεύσουμε τήν τάση πού ὑπάρχει μέσα μας νά αἰσθανόμαστε καί νά σκεπτόμαστε μέ κακία γιά τόν ἄλλο.

 
Εἶναι δυνατόν νά πεῖ κάποιος, «ἔτσι πού φέρεται ὁ τάδε, θά τιμωρηθεῖ ἀπ’ τόν Θεό» καί νά νομίζει ὅτι τό λέει χωρίς κακία. Εἶναι, ὅμως, πολύ λεπτό πράγμα νά διακρίνει κανείς ἄν ἔχει ἤ δέν ἔχει κακία. Δέν φαίνεται καθαρά. Εἶναι πολύ μυστικό πράγμα τί κρύβει ἡ ψυχή μας καί πῶς αὐτό μπορεῖ νά ἐπιδράσει σέ πρόσωπα καί πράγματα.
 
Δέν συμβαίνει τό ἴδιο ἄν ποῦμε μετά φόβου, ὅτι ὁ ἄλλος δέν ζεῖ καλά καί νά προσευχόμαστε νά τόν βοηθήσει ὁ Θεός καί νά τοῦ δώσει μετάνοια. Δηλαδή οὔτε λέμε, οὔτε κατά βάθος ἐπιθυμοῦμε νά τόν τιμωρήσει ὁ Θεός γι’ αὐτό πού κάνει. Τότε ὄχι μόνο δέν κάνομε στόν πλησίον κακό, ἀλλά τοῦ κάνουμε καί καλό. Ὅταν εὔχεται κανείς γιά τόν πλησίον του, μιά καλή δύναμη βγαίνει ἀπ’ αὐτόν καί πηγαίνει στόν ἀδελφό καί τόν θεραπεύει καί τόν δυναμώνει καί τόν ζωογονεῖ. Μυστήριο πῶς φεύγει ἀπό μᾶς αὐτή ἡ δύναμη. Ὅμως, πράγματι αὐτός πού ἔχει μέσα του τό καλό, στέλνει τήν καλή δύναμη στούς ἄλλους μυστικά καί ἁπαλά. Στέλνει στόν πλησίον του φῶς, πού δημιουργεῖ ἕναν κύκλο προστασίας γύρω του καί τόν προφυλάσσει ἀπό τό κακό»[6]. Αὐτά λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος.
 
Καί συμπληρώνει: «Ὅταν ἔχομε γιά τόν ἄλλο ἀγαθή διάθεση καί προσευχόμαστε, θεραπεύουμε τόν ἀδελφό καί τόν βοηθᾶμε νά πάει πρός τόν Θεό»[7]. Ἄν δέν προσέξει ὁ ἄνθρωπος καί ἔχει κακή διάθεση, τότε μπορεῖ νά βλάψει τόν πλησίον του μέ τίς κακές σκέψεις πού κάνει ἤ μέ τά κακά λόγια πού λέει, ἐάν ὁ πλησίον του δέν εἶναι τειχισμένος, προστατευμένος ἀπό τήν ἱερά ἐξομολόγηση, τήν θεία κοινωνία, τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί ἐν γένει τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, τήν ἀσκητική καί μυστηριακή ὀρθόδοξη ζωή.
 
«Ὑπάρχει μιά ζωή ἀόρατη», ἔλεγε ὁ Ὅσιος Πορφύριος, «ἡ ζωή τῆς ψυχῆς. Αὐτή εἶναι ἰσχυρή καί μπορεῖ νά ἐπιδράσει στόν ἄλλον, ἔστω κι ἄν μᾶς χωρίζουν χιλιόμετρα. Αὐτό γίνεται καί μέ τήν κατάρα, ἡ ὁποία εἶναι δύναμη πού ἐνεργεῖ τό κακό. Ἄν, ὅμως, πάλι μέ ἀγάπη προσευχηθοῦμε γιά κάποιον, ὅση ἀπόσταση κι ἄν μᾶς χωρίζει, μεταδίδεται τό καλό. Ἄρα καί τό καλό καί τό κακό δέν τά ἐπηρεάζουν οἱ ἀποστάσεις. Μποροῦμε νά τά στείλουμε σέ ἀποστάσεις ἀπέραντες. Τό λέει ὁ Σοφός Σολομών: «Θροῦς γογγυσμῶν οὐκ ἀποκρυβήσεται»[8]. Ὁ θροῦς τῆς ψυχῆς μας», ὁ θόρυβος, τό θρόισμα, ὁ ψίθυρος τῆς ψυχῆς μας, «φθάνει μυστηριωδῶς καί ἐπηρεάζει τόν ἄλλον, ἔστω κι ἄν δέν ἐκφράσομε οὔτε μιά λέξη. Καί χωρίς νά μιλήσουμε, μπορεῖ νά μεταδώσουμε τό καλό ἤ τό κακό, ὅση κι ἄν εἶναι ἡ ἀπόσταση πού μᾶς χωρίζει ἀπ’ τόν πλησίον. Αὐτό πού δέν ἐκφράζεται ἔχει συνήθως περισσότερη δύναμη ἀπ’ τά λόγια»[9].
 
«Βδέλυγμα Κυρίῳ λογισμός ἄδικος»[10]. Δηλαδή, μᾶς λέει στίς Παροιμίες τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἀποκρουστικοί καί μισητοί εἶναι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου οἱ κακοί λογισμοί. Ὁ ἄνθρωπος ποτέ δέν πρέπει νά σκέφτεται κακά, νά βάζει κακό λογισμό γιά τόν πλησίον του. «Ἀπό τῶν ζηλούντων σε κρύψον βουλήν»[11], λέει πάλι στήν Σοφία Σειράχ. Γιά νά μήν ἐρεθίζουμε αὐτούς πού μᾶς ζηλεύουν καί μᾶς φθονοῦν΄, εἶναι καλύτερα νά κρυβόμαστε. Νά κρύψουμε τίς σκέψεις μας ἀπό ἀνθρώπους πού μᾶς βλέπουν μέ ζήλια καί φθόνο, γιά νά μήν τούς ἐρεθίζουμε καί γινόμαστε ἀφορμή καί αἰτία νά πέφτουν στό ἁμάρτημα τῆς καταλαλιᾶς, τῆς κατακρίσεως.
 
«Οἱ λογισμοί, δείχνουν τήν πνευματική κατάσταση. Ὁ καλός λογισμός ἔχει μεγάλη δύναμη, ἀλλοιώνει πνευματικά τόν ἄνθρωπο», λέει ὁ Ὅσιος Παΐσιος. «Ὅσο βοηθάει ἕνας καλός λογισμός, δέν βοηθάει καμία ἄλλη ἄσκηση. Ἀντίθετα, ὁ κακός λογισμός τόν βασανίζει τόν ἄνθρωπο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος διώχνη τούς κακούς λογισμούς καί καλλιεργεῖ τούς καλούς, ἐξαγνίζονται ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ μέσα του κι ἔτσι ἀχρηστεύονται ὅλα τά ὅπλα τοῦ διαβόλου. Ὅσο βοηθάει τήν ψυχή ἕνας καλός λογισμός, δέν τήν βοηθάει καμία ἄλλη πνευματική ἄσκηση. Δέν τήν ἀνεβάζουν χρόνια ὁλόκληρα μέ ἀγῶνες ὑπερφυσικούς. Ἕνας καλός λογισμός ἰσοδυναμεῖ μέ μιά πολύωρη ἀγρυπνία. Ἔχει μεγάλη δύναμη. Μεγαλύτερη πνευματική δύναμη ἔχουν οἱ ἁγνοί λογισμοί ἀπό κάθε ἄλλη ἄσκηση, νηστεία, ἀγρυπνία κ.λπ., γι’ αὐτούς πού ἀγωνίζονται νά φυλάξουν τήν ψυχική καί σωματική τους ἁγνότητα. Ἡ βάση γιά ὅλα εἶναι ὁ καθαρός λογισμός. Ὅλα μπροστά σου νά τά βλέπεις μέ καθαρό λογισμό. Γιά παράδειγμα, συναντᾶς μιά σεμνή κοπέλα, νά τήν θεωρεῖς πρόσωπο κατ’ εἰκόνα Θεοῦ. Πιό κάτω βλέπεις μιά ξεπεσμένη γυναίκα, νά τήν βλέπεις σάν ἀδελφή σου πού ἔπεσε. Νά ἀναστενάξεις καί νά πεῖς ἕνα «Κύριε ἐλέησον». Ὁ λόγος αὐτός θά τρυπήσει τήν καρδιά της. Ἔχει δύναμη, θά τήν ὠφελήσει. Οἱ καλοί λογισμοί φέρνουν τήν πνευματική ὑγεία. Θυμᾶστε πῶς ἀντιμετώπισαν τόν Χριστό οἱ δύο λῃστές πού εἶχαν σταυρωθεῖ μαζί Του. Καί οἱ δύο ἔβλεπαν τόν Χριστό πάνω στό Σταυρό, τήν γῆ νά σείεται, ἀλλά ἄλλο λογισμό ἔβαλε ὁ ἕνας κι ἄλλο ὁ ἄλλος. Ὁ ἕνας σώθηκε καί ὁ ἄλλος κολάσθηκε.
 
Ἡ πρόοδος στήν πνευματική ζωή ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ποιότητα τῶν λογισμῶν μας. Οἱ λογισμοί πού δημιουργεῖ ὁ περισπασμός εἶναι πιό ὕπουλοι ἀπό τούς κακούς, ἐπειδή δέν τούς καταλαβαίνουμε, γιά νά τούς πετάξουμε»[12]. Λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος, προσοχή στόν περισπασμό καί στούς λογισμούς περί αὐτῶν πού εἶναι πάρα πολύ ὕπουλοι καί δέν τούς ἀντιλαμβανόμαστε, γιά νά τούς περιφρονήσουμε καί νά τούς πετάξουμε.
 
«Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση πῶς ἕνας ταπεινός λογισμός», λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος. «Εἶχε ἔρθει στό Καλύβι ἕνα ξένο γατάκι. Τό καημένο φαίνεται κάτι εἶχε φάει πού τό πείραξε καί ζητοῦσε βοήθεια. Χτυπιόταν ἀπό τόν πόνο καί πεταγόταν σάν τό χταπόδι, ὅταν τό χτυποῦν… Τό λυπόμουν πού τό έβλεπα σ᾿ αὐτήν τήν κατάσταση, ἀλλά δέν μπορούσα νά κάνω τίποτε. Τό σταύρωνα, τό ξανασταύρωνα, τίποτε! «Βρέ ταλαίπωρε, λέω τότε στόν ἐαυτό μου, βλέπεις τά χάλια σου; Τόσα χρόνια καλόγερος, οὔτε ἕνα γατί δέν μπορεῖς νά βοηθήσης!». Μόλις ἐλεεινολόγησα τόν ἐαυτό μου, ἐκεί πού τό γατάκι κόντευε νά ψοφήση, ἀμέσως συνῆλθε.
 
Ἕνας πού κάνει δουλειά στόν ἑαυτό του», ἔλεγε πάλι ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «δέν βλέπει σφάλματα στούς ἄλλους. Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος τά βλέπει ὅλα καθαρά, καλά. Στήν ἀρχή ἀγωνίζεται κανείς νά μήν κατακρίνει. Στό δεύτερο στάδιο προσπαθεῖ νά φέρει καλό λογισμό ἔναντι στόν λογισμό κατακρίσεως καί στό τρίτο στάδιο τά ἑρμηνεύει ὅλα καλά∙ μπαίνει ἡ ἀγάπη καί ἡ ταπείνωση. Ὅταν ἡ ψυχή ἐξαγνιστεῖ, ὄχι μόνο δέν μπαίνει στόν κόπο νά κάνει δεξιούς λογισμούς, ἀλλά οὔτε κἄν τῆς ἔρχονται ἀριστεροί, δηλαδή καί αὐτά ἀκόμα πού φαίνονται κατακριτέα», αὐτή ἡ ψυχή πού ἔμαθε νά μήν κατακρίνει, «τά βλέπει καλά»[13].
 
«Ἄν θέλετε νά κάνετε δουλειά στόν ἑαυτό σας», ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «νά μήν ἐξετάζετε τί κάνουν οἱ ἄλλοι γύρω σας, ἀλλά νά φέρνετε καλούς λογισμούς καί γιά τά καλά καί γιά τά ἄσχημα πού βλέπετε στούς ἄλλους. Ἄσχετα μέ τί σκοπό κάνει κάτι ὁ ἄλλος, ἐσεῖς βάλτε ἕναν καλό λογισμό. Ὁ καλός λογισμός ἔχει μέσα ἀγάπη, ἀφοπλίζει τόν ἄλλον καί τόν κάνει νά σοῦ φερθεῖ καλά»[14]. Ἀντίθετα, ὁ κακός λογισμός, καί προπάντων ἡ ἀγανάκτηση, κάνουν, ὅπως μᾶς εἶπε καί ὁ Ὅσιος Πορφύριος, μποροῦν νά δημιουργήσουν μεγάλη ζημιά καί μεγάλη, ὀδυνηρή ἔτσι σύγχυση στούς ἀνθρώπους, ταλαιπωρία καί κάτι πού εἶναι ἀπευκταῖο.
 
«Ὅποιος κάνει λεπτή ἐργασία, δικαιολογεῖ τόν ἄλλον κι ὄχι τόν ἑαυτό του», λέει ὁ Ὅσιος Παΐσιος. «Κι ὅσο προχωρεῖ πνευματικά, τόσο ἐλευθερώνεται καί τόσο ἀγαπάει τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Τότε δέν μπορεῖ νά καταλάβει τί θά πεῖ κακία, γιατί ὅλο καλούς λογισμούς ἔχει γιά τούς ἄλλους. Τούς δικαιολογεῖ μέ τήν καλή ἔννοια κι ὅλο ἁγνά σκέφτεται καί τά βλέπει, ὅλα πνευματικά, ἅγια. Ὠφελεῖται ἀκόμα κι ἀπό τίς πτώσεις τῶν συνανθρώπων του, τίς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ γιά γερό φρένο στόν ἑαυτό του γιά νά προσέχει νά μήν ἐκτροχιαστεῖ.
 
Ἀντίθετα, ἕνας πού δέν ἔχει ἐξαγνιστεῖ, σκέφτεται πονηρά, βλέπει ὅλα τά πράγματα πονηρά. Ἀκόμα καί τά καλά τά μολύνει μέ τήν πονηρία του. Δέν ὠφελεῖται οὔτε ἀπό τίς ἀρετές τῶν ἄλλων, γιατί εἶναι σκοτισμένος ἀπό τήν μαυρίλα τοῦ ἀνθρωποκτόνου, ὁπότε κι αὐτές τίς ἑρμηνεύει μέ τό πονηρό του λεξικό. Πάντα εἶναι στενοχωρημένος καί πάντα στενοχωρεῖ τούς συνανθρώπους του μέ τήν πνευματική του αὐτή μαυρίλα. Ἄν θέλει νά ἐλευθερωθεῖ, πρέπει νά καταλάβει ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἐξαγνισμό, γιά νά ἔρθει καί ἡ διαύγεια ἡ πνευματική, ἡ κάθαρση τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς.
 
Προσπαθῆστε», ἔλεγε ὁ Ὅσιος, «ὅσο μπορεῖτε πρίν προλάβει ὁ πειρασμός νά σᾶς φυτεύσει κακούς λογισμούς, νά φυτεύετε ἐσεῖς καλούς λογισμούς, γιά νά γίνει ἡ καρδιά σας ἀνθόκηπος, γιά νά συνοδεύεται ἡ προσευχή σας ἀπό τήν θεία εὐωδία τῆς καρδιᾶς σας. Ὅταν κανείς κρατᾶ ἔστω καί λίγο ἀριστερό, δηλαδή κακό λογισμό γιά κάποιον, ὁποιαδήποτε ἄσκηση κι ἄν κάνει, νηστεία, ἀγρυπνία κ.λπ., πάει χαμένη. Σέ τί θά τόν βοηθήσει ἡ ἄσκηση ἄν δέν ἀγωνίζεται παράλληλα ἄν μήν δέχεται τούς κακούς λογισμούς; Γιατί νά μήν ἀδειάσει ἀπό τό πιθάρι πρῶτα ὅλο τό κατακάθι τοῦ λαδιοῦ πού εἶναι μόνο γιά σαπούνι καί ὕστερα νά βάλει τό καλό λάδι, ἀλλά βάζει τό καλό μέ τό ἄχρηστο καί τό μουρνταρεύει;
 
Ἕνας ἁγνός, καλός λογισμός ἔχει μεγαλύτερη δύναμη ἀπό κάθε ἄσκηση. Κάποιος νέος λ.χ. πολεμεῖται ἀπό τόν διάβολο κι ἔχει ἀκάθαρτους λογισμούς καί κάνει ἀγρυπνίες, νηστεῖες, τριήμερα, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτούς. Ἕνας ἁγνός λογισμός ὅμως πού θά φέρει, ἔχει μεγαλύτερη δύναμη καί ἀπό τίς ἀγρυπνίες καί ἀπό τίς νηστεῖες πού κάνει καί τόν βοηθάει πιό θετικά»[15].
 
Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
 
 
[1] Σοφ.Σολ 1, 10.
 
[2] Ρωμ 2, 21.
 
[3] Βίος καί Λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Β΄ ἔκδοση, Ἱ.Μ. Χρυσοπηγῆς, (στό ἑξῆς: Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου).
 
[4] Πρβλ. Ἰακ 4, 3.
[5] Ὅ.π.
 
[6] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.
 
[7] Ὅ.π.
 
[8] Σοφ.Σολ 1, 10.
 
[9] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.
 
[10] Παρ. 15, 26.
 
[11] Σοφ.Σειρ 37, 10.
 
[13] Ὅ.π.
 
[14] Ὅ.π.
[15] Ὅ.π.