Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΝΙΤΣΑ
Ο νεομάρτυς άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου από ευγενείς μουσουλμάνους γονείς. Ο πατέρας του ήταν δερβίσης και σέχης στο αξίωμα. Σε ηλικία είκοσι ετών ο άγιος εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα, έγινε δερβίσης και απολάμβανε τον σεβασμό των συμπολιτών του όχι λιγότερο από τον πατέρα του. Από εκεί μετέβη στο Βραχώρι (το σημερινό Αγρίνιο) της Αιτωλίας, εγκαταστάθηκε στο οίκημα «Μουσελήμ Σεράι» και έγινε ο ιδιαίτερος δερβίσης του τότε εξουσιαστή του τόπου Γιουσούφ του Άραβα, ο οποίος διετέλεσε και αρχιστράτηγος των Τούρκων στις μάχες για την κατοχή των Ιονίων Νήσων. Ο νεαρός δερβίσης, αν και βυθισμένος στο σκοτάδι της πλάνης, εν τούτοις ζούσε κατά τον έμφυτο νόμο της συνειδήσεώς του. Συχνά τηρούσε τις νηστείες των χριστιανών και του άρεσε να πολιτεύεται όπως εκείνοι.
Όταν ο εξουσιαστής Γιουσούφ ανεχώρησε από την Αιτωλοακαρνανία, ο νέος δεν τον ακολούθησε· έμεινε εκεί, άλλαξε τα δερβίσικα ενδύματα με χριστιανικά και ζούσε ως χριστιανός. Του έλειπε μόνον το άγιο Βάπτισμα. Επειδή οι συμπολίτες του χριστιανοί δεν του το έδιδαν από φόβο μήπως κινδυνεύσουν, βαπτίσθηκε στην Ιθάκη και ονομάσθηκε Ιωάννης. Επιστρέφοντας, μετέβη στην περιοχή του Ξηρόμερου, όπου νυμφεύθηκε και εγκαταστάθηκε στο χωριό Μαχαλάς. Μάλιστα, για να κρύβεται από τους Αγαρηνούς, εργαζόταν ως αγροφύλακας έξω από το χωριό.
Όταν, το 1813, ο πατέρας του έμαθε την αποστασία του γιου του, θρήνησε απαρηγόρητα και έστειλε δύο δερβίσηδες, με σκοπό να τον επαναφέρουν στον μουσουλμανισμό. Αυτοί κατέλυσαν μεν στην οικία του Ιωάννη, αλλά ο άγιος δεν δέχθηκε καν να τους δει και, έτσι, αναχώρησαν άπρακτοι.

Κάποιος Αγαρηνός του χωριού κατήγγειλε τότε στον μουσελίμη του Αγρινίου τον άγιο για την αρνησιθρησκία του και, μάλιστα, ενώ ήταν γιος του περίφημου σέχη. Συνελήφθη λοιπόν χωρίς αναβολή και οδηγήθηκε δέσμιος στο Αγρίνιο. Στις ερωτήσεις του μουσελίμη ο άγιος ομολόγησε με παρρησία πως ήταν πλέον χριστιανός και κατηγόρησε ως βορβορώδη την θρησκεία του Μωάμεθ. Κατησχυμένος ο μουσελίμης διέταξε να τον ρίξουν στην φυλακή και εκεί κρυφά να τον βασανίσουν σκληρότατα. Όταν βεβαιώθηκε πως ήταν αμετάθετος στην γνώμη του, φοβούμενος μήπως χλευασθεί περισσότερο η θρησκεία τους, έδωσε εντολή να τον αποκεφαλίσουν. Οι δήμιοι τον οδήγησαν δεμένο στον πλάτανο, στο μέσον της λεωφόρου της πόλεως. Εκεί ο μάρτυρας του Χριστού ζήτησε να τον λύσουν, για να κάνει το σημείο του Σταυρού, αλλά οι δήμιοι δεν δέχθηκαν. Έτσι, αναφώνησε μόνον, «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου!», και έκλινε την κεφαλή, για να δεχθεί τον διά ξίφους θάνατο στις 23 Σεπτεμβρίου του 1814. Οι Τούρκοι πέταξαν το σώμα του σε ρυάκι, για να φαγωθεί από τα σκυλιά. Μερικοί όμως χριστιανοί το έκρυψαν σε κάποιον αγρό, στο Βραχώρι. Αργότερα μεταφέρθηκε στην Ιερά Μονή του Προυσού και φυλάχθηκε μέσα σε ειδική κρύπτη, από όπου τελικά ανευρέθηκε το 1974.
 
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
 
 
https://wra9.blogspot.com/2022/09/blog-post_852.html