Ο νέος ιερο-ομολογητής Σέργιος Srebryansky

Οι επτά σκληρές δεκαετίες του κομμουνισμού στη’Ρωσία ανέδειξαν μία σειρά νεομαρτύρων, που έδωσαν τη ζωή τους για τον Κύριο. Όχι λιγώτερης σημασίας είναι και οι πολλοί νεο-ομολογηταί πού στολίζουν τήν Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, οι οποίοι υπέφεραν τα ίδια βασανιστήρια μ` εκείνους πού υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο, αλλ’ αυτοί επέζησαν καί πέθαναν αργότερα με φυσικό θάνατο.

Αφού πέρασαν τό καμίνι των δοκιμασιών, φυλακίσεων και εξοριών, τελειοποιήθηκαν στήν χριστομίμητη αρετή της αγάπης, ακόμα καί -ίσως Ιδιαίτερα- στήν αγάπη πρός τους εχθρούς.

Ενας τέτοιος ομολογητής ήταν υ άγιος Σέργιος, υ πνευματικός της γυναικείας μονής των Αγίων Μάρθας & Μαρίας στή Μόσχα, πού ιδρύθηκε από τήν νεομάρτυρα δούκισσα Ελισσάβετ. Η πορεία της ζωής του, η οποία πέρασε από τήν υπηρεσία πού προσέφερε ώς έγγαμος στρατιωτικός ίερεύς, μετά ώς οργανωτής μιας φιλανθρωπικής μονής, έπειτα ως σταθερός ομολογητής τής πίστεως στή φυλακή καί στήν εξορία, καί ως άνθρωπος της προσευχής με πνευματικά ύψη, μπορεί νά σταθή ως μιά έμπνευση στους ορθοδόξους Χριστιανούς κάθε κατηγορίας.

Ο νέος ιερο-ομολογητής Σέργιος γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1870 σέ ένα χωριό στήν περιοχή του voronezh, στην οικογένεια του ιερέως Βασιλείου Srebryansky . Στήν βάπτισί του ονομάστηκε Μητροφάνης. Όπως τα περισσότερα παιδιά των ιερέων τότε, ο Μητροφάνης έλαβε εκκλησιαστική εκπαίδευση. Τό 1892 αποφοίτησε από τό εκκλησιαστικό σεμινάριο του  Voronezh, αλλά δεν έγινε ιερέας αμέσως.

Ενα μέρος των διανοουμένων τότε -χωρίς νά εξαιρούνται καί παιδιά των κληρικών- είχαν μιά κριτική στάσι απέναντι στήν Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τέτοιοι άνθρωποι, πού συγχρόνως ποθούσαν νά υπηρετήσουν τό λαό καί δεν ήταν αδιάφοροι γιά τά ηθικά θέματα, προχωρούσαν νά γίνουν κοινωνιολόγοι ή εργάζονταν σέ πρακτικές εργασίες.

Ετσι ο Μητροφάνης, κάτω από την επίδρασι τέτοιων Ιδεών, εγγράφτηκε στό Κτηνοτροφικό Ινστιτούτο της Βαρσοβίας. Η συναναστροφή του μέ φοιτητάς πού ήταν αδιάφοροι γιά τά θέματα της πίστεως καί τό γεγονός ότι βρισκόταν στήν ρωμαιοκαθολική Πολωνία πού ήταν εχθρική πρός την Όρθοδοξία, τον ωθούσαν ν’ αρχίση νά εκκλησιάζεται σέ μιά ορθόδοξη εκκλησία. Στήν Βαρσοβία γνώρισε την σύζυγό του, την Όλγα VLADIMIROVNA  κόρη ενός ίερέως πού εφημέρευε στό ναό της Αγίας Σκέπης στην περιοχή του ΤVER. Η Όλγα ήταν καθηγήτρια καί είχε πάει στή Βαρσοβία νά επισκεφθή κάποιους συγγενείς. Παντρεύτηκαν το 1893.

Ο Μητροφάνης, ενώ ζούσε  στη Βαρσοβία, άρχισε νά έχη άμφιβολίες γιά τό πόσο σωστή  ήταν η επιλογή του γιά τήν πορεία της ζωής του. Μέσα στήν ψυχή του είχε ένα ζωηρό πόθο νά υπηρετήση τούς ανθρώπους, αλλά αναρωτιόταν αν έφτανε νά περιορίση τόν εαυτό του σε μιά εξωτερική υπηρεσία τού κόσμου. Ή ψυχή τού νέου, πού είχε διατηρήσει τις θρησκευτικές του εμπειρίες από παιδί καί είχε δεχθή μιά ορθόδοξη εκπαίδευση δέν ικανοποιήθηκε μέ μιά τέτοια εργασία- έτσι αποφάσισε νά ξεκινήση τό δρόμο της ιερωσύνης.

Στις 2 Μαρτίου 1893 χειροτονήθηκε διάκονος καί το επόμενο έτος ιερεύς. Τό 1896 άρχισε νά διδάσκη θρησκευτικά σέ ένα σχολείο, καί τό 1897 τοποθετήθηκε προϊστάμενος στο ναό της Αγίας Σκέπης στο 51 στράτευμα του CHERNIGOV.

Εδώ ο π. Μητροφάνης έδωσε όλο τον εαυτό του στήν υπηρεσία του Θεού καί στο ποίμνιό του. Παρηγορητής ψυχών, σοβαρός καί θαυμάσιος κήρυκας, του οποίου τά λόγια ρουφούσαν οι ακροαταί του. Τό ποίμνιό του ελκύσθηκε αμέσως από τόν ειλικρινή καί ζηλωτή ποιμένα. Μιά πολύ δυνατή ενορία δημιουργήθηκε, καί έτσι ο π. Μητροφάνης ανέλαβε τό δύσκολο έργο της ανεγέρσεως ενός νέου ναού πού τελείωσε επιτυχώς. Επίσης ίδρυσε βιβλιοθήκη καί σχολείο της ενορίας. Ο π. Μητροφάνης προσέφερε όλες τις δωρεές, πού τού χάριζαν οι ευεργέτες, στήν εκκλησία, στο σχολείο καί στή βιβλιοθήκη.

Τό 1903 ήταν παρών στην άγιοκατάταξι του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ καί εκεί γνωρίστηκε μέ τήν δούκισσα Ελισσάβετ, στην οποία ο π. Μητροφάνης έκανε καλή εντύπωσι γιά την ειλικρινή πίστη τήν ταπείνωσι καί τήν απλότητά του.

Τό 1904 άρχισε ο ‘Ρωσο – Ιαπωνικός πόλεμος καί τό σύνταγμα πού υπηρετούσε ο π. Μητροφάνης στάλθηκε στην Ανατολή. Τούς ακολούθησε καί ο π. Μητροφάνης, γιατί στά επτά χρόνια υπηρεσίας κοντά στους στρατιώτες, είχαν γίνει σάν μιά μεγάλη οικογένεια, καί μαζί τους τώρα θά ζούσε όλες τις δυσκολίες τού πολέμου. Όπου βρισκόταν ευκαιρία, αυτός καί οι βοηθοί του έστηναν μιά υπαίθρια εκκλησία καί τελούσε τήν θεία λειτουργία. Ακόμα καί τήν ώρα της μάχης έμενε κοντά στο σύνταγμά του.

Σημειώνει στο ημερολόγιό του- «Σέ όλες τίς μάχες τελούσα τήν θεία λειτουργία κάτω από τις σφαίρες. Έδωσα τήν τελευταία θεία κοινωνία σέ πολλούς στρατιώτες καί έθαψα πολλούς πού σκοτώθηκαν. Στις ακολουθίες οι στρατιώτες, αυθόρμητα, έπεφταν στά γόνατα στο χώμα της υπαίθρου καί μέ ζήλο έκαναν μετάνοιες καί προσεύχονταν».

Γιά την ουσιαστική του υπηρεσία ο π. Μητροφάνης έλαβε τό οφφίκιο του αρχιμανδρίτου καί ένα χρυσό επιστήθιο σταυρό.

Τό 1908 η δούκισσα Ελισάβετ κόπιαζε γιά την ίδρυση της γυναικείας μονής των Αγίων Μάρθας & Μαρίας. Είχε ζητήσει από πολλούς συμβουλές γιά τό καταστατικό της μονής, αλλά εκείνες πού ήταν σύμφωνες μέ την ψυχή της δούκισσας ήταν οι συμβουλές του π. Μητροφάνη, καί αυτές έγιναν τό κεντρικό θεμέλιο της μονής. Γιά νά τίς θέση σέ εφαρμογή, η δούκισσα κάλεσε τόν αρχιμανδρίτη Μητροφάνη νά γίνη πνευματικός της μονής καί εφημέριος.

Ο π. Μητροφάνης όμως δέν ήθελε νά αποχωριστή το ποίμνιο της ενορίας του, στήν οποία έδινε ολη τή δύναμι καί τό χρόνο του. Αλλ’ ούτε καί τό ποίμνιό του δέν ήθελε νά τον αποχωριστή. Θυμάται ο π. Μητροφάνης ότι γιά ώρες οι ενορίτες περίμεναν στο ναό γιά νά τόν δουν καί ν’ άκούσουν τίς συμβουλές του.

Ωστόσο δέν τόλμησε νά άπορρίψη την προσφορά της δούκισσας καί της είπε, ότι θά τό σκεφθή καί θά της δώση την οριστική απάντησί του άργότερα…

(συνεχίζεται)

[πηγή· περιοδικό «THE ORTODOX WORD», τ. 303, σ. 157 — ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ.

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2017/02/srebryansky.html