Μελέτες στήν Φιλοκαλία
Ὁ ὅλος ἄνθρωπος καί μάλιστα ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μέ τήν Βιβλικοπατερική διδασκαλία, εἶναι δυνάμει ναός τοῦ Θεοῦ[1]. Εἶναι ὁ «τόπος», ὅπου ὁ ἄνθρωπος, κάτω ἀπό προϋποθέσεις, ἑνώνεται μέ τόν Θεό. Τότε γίνεται καί ἐνεργείᾳ ναός τοῦ Θεοῦ[2].
«Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου», διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής, «εἶναι τόπος ἅγιος καί ναός τοῦ Θεοῦ»[3], ὅταν λειτουργεῖ σωστά, διότι ἐκεῖ ἀναπέμπεται συνεχής λατρεία πρός τόν Θεό.
Τά πονηρά πνεύματα προσπαθοῦν νά μολύνουν τόν ἐσωτερικό αὐτό ναό.
«Οἱ δαίμονες», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος, «παίρνουν τίς ἀφορμές γιά νά κινοῦν μέσα μας τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀπό τά πάθη, τά ὁποῖα ὑφίστανται μέσα στήν ψυχή. Ἔπειτα, πολεμώντας μέσῳ αὐτῶν, [τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν] τόν νοῦ, τόν ἐξαναγκάζουν νά φθάσῃ στήν συγκατάθεσι τῆς ἁμαρτίας. Ἐάν δέ αὐτός ἡττηθῇ, τόν ὁδηγοῦν στήν κατά διάνοιαν ἁμαρτία καί ὅταν αὐτή ἐκπληρωθῇ[4], τόν ὁδηγοῦν ἔπειτα αἰχμάλωτο στήν πρᾶξι [τῆς ἁμαρτίας]. Καί μετά λοιπόν ἀπό αὐτή, ἐκεῖνοι [οἱ δαίμονες], οἱ ὁποῖοι ἤδη ἐρήμωσαν μέ τούς λογισμούς τήν ψυχή, ὑποχωροῦν μαζί μ’ αὐτούς [τούς λογισμούς]. Ἀλλά μένει μόνο μέσα στόν νοῦ τό εἴδωλο τῆς ἁμαρτίας, σχετικά μέ τό ὁποῖο λέγει ὁ Κύριος: ὅταν δῆτε τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως νά στέκεται σέ τόπο ἅγιο, ἄς ἀντιλαμβάνεται αὐτός πού διαβάζει[5]. Διότι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τόπος ἅγιος καί ναός τοῦ Θεοῦ, μέσα στόν ὁποῖο οἱ δαίμονες ἀφοῦ ἐρήμωσαν τήν ψυχή μέ τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀνεγείρουν τό εἴδωλο τῆς ἁμαρτίας.Κανείς βέβαια, ὅπως νομίζω, ἀπό ὅσους ἔχουν διαβάσει τά ἱστορικά συγγράμματα τοῦ Ἰωσήπου δέν ἀμφιβάλλει, ὅτι αὐτά καί ἱστορικῶς ἔχουν συμβῆ. Ἐπιπλέον κάποιοι λέγουν, ὅτι αὐτά θά συμβοῦν καί ἐπί τοῦ ἀντιχρίστου»[6].

Ὁ νοῦς τοῦ πιστοῦ πρέπει νά εἶναι τόπος ἅγιος καί ναός τοῦ Θεοῦ. Προσπάθεια τῶν δαιμόνων εἶναι νά ὠθήσουν τόν ἄνθρωπο στήν κατά διάνοιαν ἁμαρτία, ὥστε νά στήσουν τό εἴδωλό της στό ναό τοῦ Θεοῦ καί νά τόν βεβηλώσουν.
Ὁ ἄνθρωπος θά πρέπει διά τῆς μετανοίας νά γκρεμίζει τά εἴδωλα τῶν δαιμόνων, πού ὑπάρχουν στό νοῦ του καί νά καθαρίζει ἔτσι τήν καρδιά του. Ἡ συνειδητοποίηση ἀπό τόν ἄνθρωπο ὅτι εἶναι προορισμένος νά γίνει ναοφόρος καί θεοφόρος, δηλαδή νά φέρει μέσα του τόν Θεό, ἄρα καί ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία, τόν συγκρατεῖ ἀπό τήν συγκατάθεση στούς δαιμονικούς λογισμούς καί τόν παρακινεῖ στήν μετάνοια-κάθαρση.
Στό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά ὑπάρχει μόνο ὁ Θεός. Καί βέβαια, ὅπου ὁ Θεός ἐκεῖ ὁ Χριστός καί ὁ Πατήρ καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐκεῖ καί ἡ Ἐκκλησία, ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι πάντα ἀχώριστος ἀπό τήν Ἐκκλησία[7]. Συμφωνοῦν καί ἐδῶ τά φιλοκαλικά κείμενα μέ τήν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία-Χριστολογία-ἐκκλησιολογία.
[1] Πρβλ. Ἐφ. 2, 21-22 καί Β΄Κορ. 6, 16.
[2] Πρβλ. Πράξ. 17,24
[3] Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἑκατοντάς δευτέρα τῶν περί ἀγάπης κεφαλαίων, κεφ. 31, Φιλοκαλία, Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Μπούρα, τόμος Γ΄, σελ. 64.
[4] Πρβλ. Ἰακ. 1, 15.
[5] Ματθ. 24, 15.
[6] Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἑκατοντάς δευτέρα τῶν περί ἀγάπης κεφαλαίων, κεφ. 31, Φιλοκαλία, Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Μπούρα, τόμος Γ΄, σελ. 64-65.
[7] Β. Τσίγκου, Θέματα δογματικῆς τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκκλησιολογία, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 332.