Δέν πρέπει νά παραλείψω μιά ἀναφορά σέ μερικά στοιχεῖα τοῦ φυσικοῦ κόσμου τῆς Καμτσάτκας, πού παρουσιάζουν ἐξαιρετικό ἐνδιαφέρον καί πρωτοτυπία.  Καί πρῶτα-πρῶτα, στά ποτάμια της.

Ἡ χερσόνησος διασχίζεται σ’ ὅλο τό μῆκος της ἀπό ποταμάκια –ξεπερνοῦν τά διακόσια- πού πηγάζουν ἀπό τά ὀρεινά. Μέ γραφικούς ἑλιγμούς, μεσ’ ἀπό ὁμαλές κοιλάδες ἤ ἀπότομες χαράδρες, φτάνουν μέχρι τούς παραλιακούς βαλτότοπους καί χύνονται στή θάλασσα. Τό μεγαλύτερο ποτάμι, πού ὀνομάζεται κι αὐτό Καμτσάτκα, ἔχει μῆκος 570 βέρστια. Εἶναι ρηχό, μέ πετρώδη κοίτη, καί δέχεται τά νερά ἑκατόν εἴκοσι χειμάρρων.
Τά χρόνια ἐκεῖνα ὁ ποταμός Καμτσάτκα δέν ἦταν πλωτός, παρά μόνο μέχρι τό χωριό Μίλκοβο. Τό ἴδιο καί τ’ ἄλλα ποτάμια. Ἔτσι ὅπως ἦταν λοιπόν παρθένα κι ἀναλλοίωτα ἀπό ἀνθρώπινες ἐπεμβάσεις, προσφέρονταν γιά τήν ἀναπαραγωγή ἑνός πολύτιμου ψαριοῦ, τοῦ κόκκινου σολομοῦ.
Κάθε χρόνο, σέ ὁρισμένη ἐποχή, ἀναρίθμητο πλῆθος σολομῶν ἀνεβαίνουν ἀπό τή θάλασσα πρός τίς πηγές τῶν ποταμῶν, ἐκεῖ πού εἶχαν γεννηθεῖ, γιά νά γεννήσουν κι αὐτοί στό ἴδιο μέρος τ’ αὐγά τους. Εἶναι ἕνα ἀληθινό θαῦμα τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ σολομός, πού ζεῖ στούς ὠκεανούς, γεννάει τ’ αὐγά του πάντα στά ποτάμια, καί μάλιστα ἀποκλειστικά στό ποτάμι ἐκεῖνο πού ὁ ἴδιος γεννήθηκε. Ὅταν ἔρθει ἡ ἐποχή τῆς ὠτοκίας, οἱ σολομοί, σ’ ὅποιο σημεῖο τῆς θάλασσας κι ἄν βρίσκονται, ἀρχίζουν τίς ἀπίστευτες μεταναστεύσεις τους μέ προορισμό τούς ποταμούς, ὅπου εἶδαν τό φῶς τῆς ἡμέρας.
Μόλις φτάσουν στίς ἐκβολές τῶν ποταμῶν, ἀρχίζουν ν’ ἀνεβαίνουν ἀντίθετα στό ρεῦμα!  Εἶναι κι αὐτό ἕνα ἄλλο καταπληκτικό θαῦμα.  Μέ ἀπίστευτη δύναμη ἀντιμετωπίζουν ἀποφασιστικά τήν ὁρμή τοῦ νεροῦ, παρακάμπτουν ἀσυγκράτητοι ὅλα τά φυσικά ἐμπόδια, ὑπερπηδοῦν καταρράκτες ὕψους πολλῶν μέτρων καί κατευθύνονται ἀκάθεκτοι πρός τίς πηγές.
Κάθε θηλυκός σολομός, ὅταν βρεθεῖ στό σημεῖο πού θέλει, χτυπάει δυνατά μέ τήν οὐρά του τόν πυθμένα τοῦ ποταμοῦ κι ἀνοίγει ἕνα μικρό λάκκο στήν ἄμμο ἤ στά χαλίκια. Ὕστερα γεννάει ἐκεῖ μέσα τ’ αὐγά του, δεκαπέντε χιλιάδες περίπου, στρογγυλά, σχεδόν διαφανή, διαμέτρου πέντε-ἕξι χιλιοστῶν.  Στή συνέχεια ὁ ἀρσενικός σολομός γονιμοποιεῖ τ’ αὐγά, καλύπτοντάς τα μ’ ἕνα γαλακτῶδες ὑγρό πού ἐκκρίνει.
Ἀφοῦ ἐπιτελέσουν τό γονικό τους χρέος οἱ σολομοί, σέ ἄθλια πιά κατάσταση, πεθαίνουν καί γίνονται τροφή γιά τίς ἀλεποῦδες, τά σκυλιά καί τά σαμούρια.
Τήν ἄνοιξη ἐκκολάπτονται τά μικρά ψαράκια, πού σέ ἡλικία δύο ἤ τριῶν ἐτῶν εἶναι ἕτοιμα κι αὐτά γιά τό μεταναστευτικό τους ταξίδι στή θάλασσα.
Ὁλόκληρος ὁ κύκλος τῆς ζωῆς τοῦ κόκκινου σολομοῦ, ἀπό τήν ἐκκόλαψή του μέχρι τήν ἐπιστροφή του πάλι στόν ἴδιο τόπο γιά τήν ἀναπαραγωγή, διαρκεῖ ἕξι χρόνια περίπου, τρία χρόνια στό ποτάμι καί τρία χρόνια στή θάλασσα.
Χαρακτηριστικά εἶναι καί τά καβούρια πού ζοῦν στίς ὀχοτσκικές ἀκτές. Ἔχουν νοστιμότατο καί θρεπτικό κρέας καί ἀποτελοῦν σπουδαία τροφή γιά τούς κατοίκους. 
Χρειάζεται ὅμως ἰδιαίτερη ἱκανότητα καί τόλμη γιά τή σύλληψή τους, ἐπειδή δέν εἶναι καί τόσο μικρά. Στά θηλυκά τό πλάτος τοῦ κεφαλιοῦ φτάνει τά εἰκοσιπέντε ἑκατοστά, τό ἄνοιγμα τῶν ποδιῶν τό ἑνάμισι μέτρο καί τό βάρος τους τά ἑπτά κιλά! Τ’ ἀρσενικά εἶναι συνήθως μιάμιση φορά μεγαλύτερα ἀπό τά θηλυκά.

Ἡ τούντρα εἶναι γεμάτη ἀπό μικρά τρωκτικά ζῶα, πού ὁ τρόπος ζωῆς τους εἶναι τόσο ἐνδιαφέρων ὅσο καί ἀστεῖος.
Οἱ μικροί ἀρουραῖοι τῆς Καμτσάτκας, πού ζοῦν κυρίως στήν τούντρα ἀλλά καί στίς ὀρεινές πλαγιές, σκάβουν στή γῆ τίς φωλιές τους, πού ἔχουν πολλά ξεχωριστά διαμερίσματα. Ἐκεῖ μέσα στήνουν τό νοικοκυριό τους.
Στρώνουν παστρικά τό πάτωμα μέ ξερό χορτάρι καί γεμίζουν τίς ἀποθῆκες τους μέ τρόφιμα. Εἶναι ἀξιοθαύμαστη ἡ τάξη πού ἔχουν στήν ἀποθήκευση. Οἱ ρίζες, καθαρισμένες καί στιβαγμένες μεθοδικά κατά εἴδη καί μεγέθη. Τά καρύδια σωριασμένα μέ τρόπο πού ἀξιοποιεῖ ὅλο τό διαθέσιμο χῶρο. Μ’ ἕνα λόγο, βλέπεις παντοῦ νά βασιλεύει ἡ νοικοκυροσύνη καί ἡ εὐταξία.
Λυπόμουν πολύ, ὅταν ἔβλεπα μερικούς ντόπιους νά ὁρμοῦν ἀλύπητα στίς ποντικαποθῆκες, νά σκάβουν τό ἀφράτο χῶμα πού τίς κάλυπτε καί νά τίς λεηλατοῦν, κλέβοντας τά καρύδια, τίς ρίζες, ὅλους τούς καρπούς, πού μέ τόσο κόπο εἶχαν συνάξει τά καημένα τά ζωάκια.
Γιατί αὐτά, παρ’ ὅλο πού ἔμπαιναν ἄφοβα μέσα στίς κατοικίες τῶν ἀνθρώπων, ποτέ δέν πείραζαν καί δέν κατέστρεφαν τό παραμικρό. Οὔτε ἔκλεβαν τά τρόφιμα τοῦ σπιτιοῦ. Ἀκόμα κι ὅταν ἔφτιαχναν τή φωλιά τους μέσα στό σπίτι, ἔφερναν πάντα καρπούς ἀπ’ ἔξω. Σέβονταν τήν περιουσία τῶν νοικοκυραίων πού τά φιλοξενοῦσαν. Ὅχι ὅμως καί… τᾶνω ἄλλων νοικοκυραίων!

Τί ἔκαναν δηλαδή; Πήγαιναν καί κατάκλεβαν τίς ἄλλες τρῶγλες ἤ τούς κήπους. Ἔφερναν τεράστιες ποσότητες καρπῶν στό σπίτι πού ἔμεναν. Τόσες, πού συχνά δέν εἶχαν χῶρο στή φωλιά τους γιά νά τούς ἀποθηκεύσουν. Τούς ἔχωναν λοιπόν σ’ ὅποια τρύπα εὕρισκαν.
Ὅταν ἔμενα, λόγου χάρη, στίς ὄχθες τοῦ ὅρμου Κόρφ, σηκωνόμουν τά καλοκαιριάτικα πρωινά, καί τί νά δῶ!  Οἱ τσέπες τοῦ ζωστικοῦ μου ἦταν φουσκωμένες ἀπό ρεβύθια, καρύδια, παξιμάδια ὅ,τι φαγώσιμο μπορεῖτε νά φανταστεῖτε. Οἱ μπότες πάλι ἦταν γεμάτες μέχρι πάνω μέ μικρές πατάτες, πού οἱ «φίλοι» μου εἶχαν κουβαλήσει ἀπό κάποιο κῆπο.
Τή νύχτα τό δωμάτιό μου γέμιζε συχνά ἀπό πλῆθος ποντικῶν, πού ἄλλοι ἀνέβαιναν στό κρεβάτι μου ἄφοβα καί ἄλλοι ἔπεφταν ἐπάνω μου ἀπό τό ταβάνι. Παρ’ ὅλο πού δέν εἶχα λόγο ν’ ἀντιπαθῶ τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, εἶν’  ἀλήθεια πώς μου ἦταν πολύ δυσάρεστη ἡ αἴσθηση τῆς ἐπαφῆς μαζί τους. Γιά νά προφυλαχθῶ, ἔραψα ἕνα χοντρὸ τσουβάλι καί κοιμόμουν μέ σ’ αὐτό.  Στό κεφάλι μου ἔβαζα ἕνα μεγάλο σκουφί, πού τό ἔχωνα μέχρι τό λαιμό.
Τά ποντίκια αὐτά εἶναι μεταναστευτικά. Στίς ἀρχές τοῦ χειμώνα φεύγουν γιά θερμότερες περιοχές. Τότε ταξιδεύουν κατά χιλιάδες, διανύοντας ἀποστάσεις ἑκατοντάδων χιλιομέτρων. Ἀκολουθοῦν πάντοτε συγκεκριμένη πορεία.  Διασχίζουν ποτάμια, λίμνες, θαλάσσιους ὅρμους, ὄχι βέβαια χωρίς δυσκολίες καί ἀπώλειες.  Κάθε φορά πού περνοῦν ἕνα ὑδάτινο ἐμπόδιο, στέκονται γιά νά ξεκουραστοῦν καί νά στεγνώσουν, καί μετά συνεχίζουν τήν ὁδοιπορία μέχρι τόν τελικό προορισμό τους. Οἱ κάτοικοι τά ὑποδέχονται μ’ ἐνθουσιασμό, γιατί ἡ ἐμφάνισή τους προμηνύει ξερό καλοκαίρι καί ἀφθονία γουνοπαραγωγικῶν ζώων.
Κάποτε πού ταξίδευα μέ σκυλιά στή χιονισμένη τούντρα, βρέθηκα μπροστά σ’ ἕνα ἀπίστευτο θέαμα: Τό ἄσπρο χιόνι ἔγινε ξαφνικά γκριζόμαυρο. Ὅσο ἔπιανε τό μάτι, ἡ ἔκταση ἦταν καλυμμένη ἀπό ἀναρίθμητο πλῆθος ποντικῶν, πού ταξίδευαν ἀπό τή μιά πλευρά τοῦ Εἰρηνικοῦ πρός τήν ἄλλη, τῆς Ὀχοτσκικῆς θάλασσας. Διέσχιζαν ἐγκάρσια τή χερσόνησο, περνώντας βουνά, χαράδρες, ποτάμια καί πολλά ἄλλα ἐμπόδια. Πλησιάσαμε αὐτό τό παράξενο κινούμενο χαλί καί σταματήσαμε ἀναγκαστικά. Τά ποντίκια δέν ἄνοιγαν δρόμο γιά τά ἕλκηθρα καί τά σκυλικά δέν μποροῦσαν νά προχωρήσουν. Οἱ ὁδηγοί κι ἐγώ ἀναγκαστήκαμε νά κατέβουμε καί νά συνεχίσουμε μέ τά σκί, διώχνοντας δεξιά κι ἀριστερά τά ποντίκια καί ἀνοίγοντας ἔτσι δρόμο γιά τά σκυλιά μέ τά φορτία.
Τά δυό πιό χαρακτηριστικά στοιχεῖα τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος τῆς Καμτσάτκας εἶναι τά ἡφαίστεια καί οἱ ἰαματικές πηγές.  Σχεδόν κάθε βουνοκορφή της εἶναι κι ἕνας ἡφαιστειακός κρατήρας. Εἱδικά στήν ἀνατολική πλευρά ὑπάρχουν πάνω ἀπό ἑκατό ἀνενεργά ἡφαίστεια καί εἴκοσι ἐνεργά, πού δέν παύουν νά θυμίζουν ἀπειλητικά τήν παρουσία τους μέ ὑπόκωφους ὑπόγειους κρότους, μέ παράξενους συριγμούς καί μέ τήν περιοδική ἀνάβλυση λάβας. Ἰδιαίτερα ὁ τεράστιος κωνικός γίγαντας Κλιουτσέφσκυ, ὕψους 4.850 μ., ὁ «βασιλιάς» τῶν ἡφαιστείων τῆς Καμτσάτκας, πάντα καπνίζει ἤ ἐκσφενδονίζει σάν συντριβάνι καυτή λάβα. Τό θεάμα, ἰδιαίτερα τίς νύχτες, εἶναι φαντασμαγορικό ἀλλά καί τρομακτικό.
Στό ἡφαιστειογενές ὑπέδαφος τῆς Καμτσάτκας ὀφείλεται καί ἡ ὕπαρξη πολλῶν θερμῶν ἰαματικῶν πηγῶν. Οἱ περισσότερες βρίσκονται στήν περιοχή τοῦ ποταμοῦ Ταβατάμα, τοῦ δεύτερου μεγάλου ποταμοῦ τῆς Καμτσάτκας. Ἐκεῖ ζεῖ ἡ φυλή τῶν τουγγούσων. Πολλοί ἄρρωστοι ἔρχονται στίς πηγές, λούζονται καί συχνά θεραπεύονται. Ἀλλά καί στήν ὑπόλοιπη χερσόνησο ὑπάρχουν διάσπαρτες ἰαματικές πηγές καί λίμνες.  Πολλές ἀπ’ αὐτές εἶναι ἄγνωστες, καί ἀνακαλύπτονται κάποτε τυχαῖα ἀπό τούς κυνηγούς. Ἡ Θερμοκρασία τους κυμαίνεται συνήθως ἀπό 250 C μέχρι 450 C, ἀλλά καμιά φορά ξεπερνάει καί τούς 800C.
Τριανταπέντε βέρστια μακριά ἀπό τό Πετροπαυλόφσκ ὑπάρχουν οἱ περίφημες θερμές πηγές Παρατούνσκυ, πλούσιες σέ θειοῦχα καί νατριοῦχα ἅλατα. Οἱ ἄρρωστοι μποροῦν νά λουστοῦν σ’ αὐτές ὁποιαδήποτε ἐποχή, ἀκόμα καί στό καταχείμωνο, ἐπειδή οἱ ζεστοί ἀτμοί τους θερμαίνουν ὅλο τό περιβάλλον, κι ἔτσι ἀποτρέπεται ὁ κίνδυνος πνευμονίας.
Πάνω ἀπό τή λίμνη τῶν πηγῶν Παρατούνσκυ ὑπῆρχε ὥς τίς ἀρχές του 20οῦαἰώνα μικρός ναός τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ἀμέσως μετά τόν ἐρχομό μου στήν Καμτσάτκα, τήν Παρασκευή τῆς Διακαινησίμου, λειτούργησα σ’ ἐκεῖνο τό ναΐσκο.  Μετά ἁγίασα τίς πηγές καί ἔστησα ἐκεῖ κοντά ἕνα σταυρό. Σχεδίαζα νά ἱδρύσω σ’ αὐτό τόν τόπο ἕνα ὀργανωμένο θεραπευτήριο γιά τούς φτωχούς ἰθαγενεῖς μά δέν τό ἀξιώθηκα.
Σέ διάφορες ἰαματικές πηγές λούστηκα κι ἐγώ ἀρκετές φορές. Τό χειμώνα τοῦ 1916 λόγου χάρη, σέ μιά ποιμαντική μου περιοδεία, ἀρρώστησα βαριά ἀπό πνευμονία. Ἔφτασα στά πρόθυρα τοῦ θανάτου. Μά ἐντελῶς ξανφικά, μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, παρουσίασα κάποια βελτίωση.
Ἐνῶ ὅμως ἤμουν ξαπλωμένος καί ἀκίνητος, ἕνα τεράστιο ποντίκι πήδησε ξαφνικά πάνω στό κρεβάτι μου. Κυριεύθηκα ἀπό μιά τρομερή φρίκη, καί σέ λίγο ἔπεσα σέ παραλήρημα.
Ὁ γιατρός πού μέ φρόντιζε, μέ σήκωσε ἀμέσως καί μέ μετέφερε στό χωριό Ἀνάτσι, ὅπου ὑπῆρχαν ἰαματικές πηγές μέσα σέ ἄγρια, παρθένα φύση. Ταξίδεψα ὥς ἐκεῖ ξαπλωμένος μέσα σ’ ἕνα ἕλκηθρο. Ἡ διαδρομή ἦταν πολύ μεγάλη. Κάποια στιγμή σταματήσαμε. Ὁ γιατρός μοῦ εἶπε:
-Κοιτάξτε τριγύρω!  Σ’ αὐτό τό δάσος θά ξεκουραστεῖτε καί θά βελτιωθεῖ ἡ ὑγεία σας.
Μετά ἀπομακρύνθηκε γιά νά περιεργαστεῖ τήν τοποθεσία, ἐνῶ ὁ κοζάκος ἀγωγιάτης πῆγε νά βρεῖ ξερόκλαδα γιά φωτιά.
Ἔμεινα μόνος. Σηκώθηκα μέ δυσκολία. Ἔστρεψα τό βλέμμα γύρω. Βρισκόμουνα μέσα σέ μιά περίφραξη, ὅπου δέν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό ἕνα κάθισμα.
Βγῆκα ἀπό τήν περίφραξη καί πλησίασα σέ μιά μικρή θερμή λίμνη, πού βρέθηκε μπροστά μου. Ἔβγαλα τά ροῦχα μου καί βούτηξα μέσα. Τό νερό ἦταν τόσο ζεστό, πού μόλις τό ἄντεχα. Ἀμέσως ὅμως ἄρχισα νά αἰσθάνομαι καλύτερα. Ἔνιωσα μάλιστα πώς ἀπό τό σῶμα μου ἔφυγε ἕνα βάρος.
Στό μεταξύ οἱ σύντροφοί μου, πού δέν μέ βρῆκαν στό ἕλκηθρο, ἀνησύχησαν. Ἄρχισαν νά φωνάζουν καί νά μέ ἀναζητοῦν. Ὅταν μέ βρῆκαν μέσα στή λίμνη, φοβήθηκαν μήν ἐπιδεινωθεῖ ἡ ὑγεία μου. Ὡστόσο ὅλα ἐξελιχθηκαν ὁμαλά. Μετά τό λουτρό στήν ἰαματική πηγή, ἔνιωσα ὑπέροχα. Καί πολύ σύντομα ἔγινα τελείως καλά.
Τίς «θαυματουργές» πηγές τῆς Καμτσάτκας χρησιμοποίησα καί ἄλλες φορές, ἀκόμα καί τό χειμώνα, κάτω ἀπό τόν ἀνοιχτό οὐρανό. Αὐτές μονάχα μέ ἀνακούφιζαν ἀπό τούς πόνους τῶν τυραννικῶν ρευματισμῶν, πού μοῦ δημιούργησε τό σκληρό κλίμα τοῦ τόπου.
Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή σημειώνω, ὅτι στή χερσόνησο τῆς Καμτσάτκας τό κλίμα εἶναι πολύ σκληρότερο ἀπ’ ὅ,τι στίς μεσόγειες ἐκπαρχίες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ρωσίας, πού ἐκτείνονται στόν ἴδιο παράλληλο. Αὐτό ὀφείλεται ἀπό τή μιά στό ψυχρό θαλάσσιο ρεῦμα καί ἀπό τήν ἄλλη στή συνεχή καί ἀργή τήξη τῶν πάγων τοῦ βορρᾶ. Ὁλόκληρα παγόβουνα κατεβαίνουν ἀπό τό Βόρειο Παγωμένο Ὠκεανό καί πλέουν στίς θάλασσες Μπερίνγκ καί Ὀχότσκ. Στή τραχύτητα τοῦ κλίματος συμβάλλει καί ὁ θαλασσινός ἀέρας, πού φέρνει πολύ χιόνι τό χειμώνα καί πολλή βροχή τό καλοκαίρι.
Στίς ὀρεινές ἀνατολικές ὄχθες τῆς Καμτσάτκας, καθώς καί στό Πετροπαυλόφσκ, τό κλίμα εἶναι πιό ἤπιο, σέ σύγκριση μέ τήν ἀνοιχτή δυτική πλευρά. Οἱ ἀκτές πάντως εἶναι φτωχές σέ βλάστηση, γιατί μαστίζονται ἀπό τούς ἀνέμους.
Στίς βουνοπλαγιές καί κατά μῆκος τοῦ ποταμοῦ Καμτσάτκα ἁπλώνονται πυκνά δάση ἀπό σημύδες καί ἔλατα, καθώς καί καταπράσινα λειβάδια, ὅπου βόσκουν κοπάδια ἀπό ἐλάφια. Τό χορτάρι ἐδῶ, πλούσιο καί θαλερό, φτάνει σχεδόν στό ὕψος τοῦ ἀνθρώπου! Κάθε καλοκαίρι ἡ γῆ καλύπτεται μ’ ἕνα ὑπέροχο χαλί ἀπό πολυποίκιλα καί πολύχρωμα ἀγριολούλουδα.
Τό σκηνικό ὅμως ἀλλάζει ὅταν προχωρήσουμε στό ἐσωτερικό τῆς χερσονήσου. Πίσω ἀπό τά πυκνά δάση καί τά κατάφυτα λειβάδια ἁπλώνεται ἡ καταθλιπτική, ὑγρή τούντρα μέ τήν ὑποτυπώδη, μονότονη βλάστηση.
Τά καλοκαίρια ἡ περιοχή ὑποφέρει ἀπό τίς «ἐπιδρομές» τῶν ἐντόμων. Σύννεφα τά κουνούπια καί οἱ σκνίπες, πέφτουν πάνω σέ ἀνθρώπους καί ζῶα καί τούς ταλαιπωροῦν ἀφάνταστα.  Πολλές φορές μάλιστα ἀνυπεράσπιστα ἐλάφια ἤ σκυλιά κατατρώγονται κυριολεκτικά ἀπό τίς σκνίπες, πού, κατά παράδοξο τρόπο, χώνονται μέσα στά ρουθούνια καί τ’ αὐτιά τους, γεμίζοντάς τα ἀσφυκτικά.


Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα
Ἀπόδοση ἀπό τά ρωσικά
Ἔκδοση Τρίτη
Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Ἀττικῆς 2001
σελ.121-130


Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις