Ὁ Ἅγιος μεγαλομάρτυρας Εὐστάθιος ὁ Πλακίδας. Μέρος Ε΄

Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ἀφοῦ τόν ἄφησε καί ἐπέστρεφε πρός ἐμένα, ἕνα λιοντάρι τρέχοντας μέ ἅρπαξε καί ἔφυγε γιά τήν ἔρημο. Μερικοί τσοπάνηδες μ᾿ ἔβγαλαν ἀπό τό στόμα του καί ἐμεγάλωσα κοντά τους σ᾿ αὐτό τό χωριό πού καί ἐσύ μεγάλωσες.
Τότε ὁ νεώτερος τινάχθηκε ὄρθιος, τόν ἀγκάλιασε μέ χαρά καί μέ δάκρυα καί τοῦ εἶπε:
-Ἀλήθεια, εἶσαι ὁ ἀδελφός μου, διότι ἀπ᾿ ὅλα αὐτά τά ὁποῖα μοῦ λέγεις, ἐνθυμοῦμαι τά ἴδια καί ἐγώ. Τό εἶδα μέ τά μάτια μου, ὅταν σέ ἅρπαξε τό λιοντάρι καί μένα τήν ἴδια ὥρα μέ ἐδάγκωσε ἕνας λύκος, ἀλλά μερικοί γεωργοί μέ ἐγλύτωσαν.
Ἀφοῦ ἀναγνωρίσθηκαν μεταξύ τους ὅτι ἦσαν ἀδέλφια ἀγκαλιάζοντο καί ἦταν πολύ χαρούμενοι. Ἔκλαιγαν ἀπό πολλή χαρά καί ὁ ἕνας ἀσπαζόταν τόν ἄλλον.
Ἀκούοντας ἐκεῖ κοντά ἡ μητέρα τους τήν συζήτησι αὐτή, ἐθαύμαζε. Ὕψωνε τά χέρια της στόν οὐρανό, ἐστέναζε καί ἔκλαιγε. Ἐγνώρισε ὅτι αὐτοί οἱ νέοι ἦταν παιδιά της καί ἡ καρδιά της γλυκάθηκε μετά ἀπ᾿ αὐτές τίς πίκρες πού τήν  βρῆκαν στήν ζωή της μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα. Ἐπειδή ὅμως ἦταν γυναῖκα λογική, δέν ἐτόλμησε ν᾿ ἀποκαλυφθῆ στά παιδιά χωρίς κάποια ἀπόδειξι γιά τήν ἀγία πίστι στόν Χριστό.

Ἦταν πτωχή καί ντυμένη μέ πτωχά καί χωριάτικα ροῦχα, ἐνῶ αὐτοί ἦταν στρατιῶτες ἐκλεκτοί καί ἀξιοτίμητοι.
Καί ἐθεώρησε καλλίτερο νά πάη στόν διοικητή τους καί νά τόν παρακαλέση κοντά μέ τό στράτευμά του νά ἐπιστρέψη κι αὐτή τήν Ρώμη καί ἐκεῖ θά εἶναι καλλίτερα νά κάνη τήν γνωριμία μέ τά παιδιά της καί νά μάθη γιά τόν μπαμπᾶ τους, ἐάν εἶναι ζωντανός ἤ ὄχι. Ὁπότε ἐπῆγε καί στάθηκε μπροστά στόν στρατηγό τοῦ στρατοῦ καί μέ τήν συνήθη προσκύνησι, τοῦ εἶπε τά ἑξῆς:
-Σέ παρακαλῶ, κράτιστε, νά μοῦ δώσης τήν ἄδεια νά ἔλθω κι ἐγώ δίπλα στό στράτευμά σου καί νά φθάσω στήν Ρώμη, διότι εἶμαι ρωμαία καί αἰχμαλωτίσθηκα ἀπό τούς βαρβάρους σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τήν περιοχή δεκαέξι χρόνια. Τώρα ἐπειδή εἶμαι ἐλεύθερη, μένω σέ ἄλλη χώρα καί ὑπομένω μεγάλη δυστυχία.
Ἐπειδή ὁ Εὐστάθιος ἦταν πολύ ἐλεήμων, ἀμέσως συγκινήθηκε ἀπό τήν παράκλησί της καί τῆς ἔδωσε τήν ἄδεια χωρίς φόβο νά ἐπιστρέψη στήν πατρική της κατοικία καί στόν τόπο της. Τότε ἡ γυναῖκα καθώς στεκόταν ἀντίκρυζε προσεκτικά τόν διοικητή. Τόν ἐγνώρισε ὅτι εἶναι ὁ ἄνδρας της καί εἶχε ἐκπλαγῆ μή μπορώντας νά μιλήση. Ἀλλά ὁ Εὐστάθιος δέν τήν ἐγνώρισε. Ἡ γυναῖκα του φοβόταν ν᾿ ἀποκαλυφθῆ τώρα μπροστά του. Τόν ἐγνώρισε διότι εἶδε τήν δόξα πού εἶχε καί παλαιότερα μέ τούς πολλούς στρατιῶτες, πού ἐστέκοντο μέ σεβασμό καί ὑπακοή μπροστά του. Ἐνῶ ἐκείνη ἦταν  πτωχοντυμένη καί ἀδύνατη ἀπό τούς κόπους της. Ἐπῆρε τά μάτια της ἀπό ἐπάνω του καί παρεκάλεσε τόν Δεσπότη καί Θεό πῶς θά δημιουργηθῆ στό ἐγγύς μέλλον αὐτή ἡ γνωριμία μαζί του.
Κατόπιν εὑρίσκοντας τόν κατάλληλο χρόνο, μπῆκε ἀνάμεσα στόν διοικητή, ὁ ὁποῖος βλέποντάς την, τήν ἐρώτησε:
-Τί ἐπιθυμεῖτε ἀκόμη ἀπό μένα, γερόντισσα;
-Ἐκείνη, ἀφοῦ τόν ἐπροσκύνησε, τοῦ εἶπε:
-Σέ παρακαλῶ, κράτιστε, νά μήν ὀργισθῆς μέ ἐμένα, τήν δούλη σου, διότι ἔχω νά ἐρωτήσω ἕνα πρᾶγμα τήν ἐξοχότητά σου. Νά μέ ἀνεχθῆς λοιπόν, λίγο γιά ν᾿ ἀκούσης ἐμέ τήν δούλη σου.
-Καλά, λέγε μου, τῆς εἶπε ἐκεῖνος.
Ἄρχισε νά τοῦ ἀρθρώνη τά ἑξῆς:
-Ἄχ, δέν εἶσαι ἐσύ ὁ Πλακίδας πού στό βάπτισμά σου ἐπῆρες τό ὄνομα Εὐστάθιος; Ἄχ, δέν εἶδες ἐσύ τόν Χριστό ἐπί τοῦ Σταυροῦ ἀνάμεσα στά κέρατα μιᾶς ἐλαφίνας; Δέν ἐξῆλθες ἐσύ διά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Ρώμη μέ τήν γυναῖκα σου καί τά δύο παιδιά σου, τόν Ἀγάπιον καί τόν Θεόπιστον; Δέν ἅρπαξε διά τῆς βίας ἀπό τά χέρια σου ἐκεῖνος ὁ βάρβαρος καπετάνιος τήν γυναῖκα σου, ἡ ὁποία εἶμαι ἐγώ στ᾿ ἀλήθεια;

Ἀκούοντας αὐτά ὁ Εὐστάθιος σάν νά ἐξύπνησε ἀπό τόν ὕπνο καί γνωρίζοντας ἀμέσως τήν γυναῖκα του, σηκώθηκε καί ἔμειναν ἀγκαλιασμένοι γιά ἀρκετή ὥρα κλαίοντες ἀπό χαρά. Ἦταν ἡ μεγαλύτερη χαρά τῆς ζωῆς τους. Κατόπιν ὁ Εὐστάθιος τῆς εἶπε:
-Νά δοξάσουμε καί νά εὐχαριστήσουμε τόν Χριστό καί Σωτῆρα μας, ὁ Ὁποῖος δέν ἀπεμάκρυνε τό ἔλεός Του ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά, καθώς μᾶς ὑποσχέθηκε, μετά τίς περιπέτειές μας, θά μᾶς παρηγορήση, ὅπως καί τό ἔκαμε.
Ἀφοῦ ἐσταμάτησε τά δάκρυα τῆς χαρᾶς του ὁ Εὐστάθιος, ἡ γυναῖκα του τόν ἐρώτησε:
-Ἀλλά ποῦ εἶναι τά παιδιά μας;
-Κι αὐτός ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του, τῆς ἀπήντησε:
-Τά ἄγρια θηρία τά ἔφαγαν καί τά δύο.
Τότε ἡ γυναῖκα του, τοῦ εἶπε:
-Μή λυπᾶσαι, ἀφέντη μου. Καθώς μᾶς ἐβοήθησε ὁ Θεός καί συναντηθήκαμε ἐμεῖς καί γνωρισθήκαμε, ἔτσι θά μᾶς βοηθήση νά βροῦμε καί τά παιδιά μας.
Καί τότε αὐτός τῆς εἶπε:
-Μά σοῦ εἶπα ὅτ φαγώθηκαν ἀπό τά θηρία.
Τότε αὐτή ἄρχισε νά τοῦ λέγη ὅ,τι ἄκουσε τήν προηγούμενη ἡμέρα, ὅταν ἐδούλευε στόν κῆπο της καί οἱ δύο στρατιῶτες πού συνωμιλοῦσαν μεταξύ τους, κατάλαβε ὅτι εἶναι τά παιδιά τους.
Ὁ Εὐστάθιος ἐκάλεσε ἀμέσως τούς δύο νεαρούς καί τούς ἐρώτησε:
-Ἀπό ποιό ἔθνος εἶσθε, ποῦ γεννηθήκατε καί ποῦ ἐμεγαλώσατε;
Κι αὐτοί τοῦ εἶπαν:
-Ἐμεῖς, Κράτιστε, ἐμείναμε ὀρφανοί ἀπό τούς γονεῖς μας καί πολύ λίγα πράγματα κρατᾶμε στόν μυαλό μας. Ὅμως ἐνθυμούμεθα ὅτι ὁ πατέρας μας ἦταν στρατηγός τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, ὅπως εἶσαι ἐσύ ἡ μεγαλειότης σου, καί δέν ξέρουμε γιατί ὁ πατέρας μας βγῆκε ἀπό τήν Ρώμη μέ τήν μητέρα μας καί μ᾿ἐμᾶς τούς δύο καί, ἀφοῦ ἐπλεύσαμε τήν θάλασσα μέ τό πλοῖο, ἡ μητέρα μας ἔμεινε μέσα, χωρίς νά ξέρουμε γιατί, καί ὁ πατέρας μας κλαίοντας γι᾿ αὐτή τήν συμφορά του, πλησίασε μ᾿ ἐμᾶς ἕνα ποτάμι. Θέλοντας νά τό περάση, ἐπῆρε τόν ἀδελφό μου τόν πέρασε ἀπέναντι καί ἐγύρισε νά πάρη καί μένα, ἀλλά θηρία ἅρπαξαν καί μένα καί τόν ἀδελφό μου καί ἔφυγαν γρήγορα γιά τό δάσος. Χωρικοί ὅμως κυνήγησαν τά θηρία καί μᾶς ἄφησαν κάτω.
Τότε μᾶς ἐπῆραν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι καί μᾶς ἐμεγάλωσαν στά σπίτια τους.
Ἀκούοντας αὐτά ὁ Εὐστάθιος, ἀνεγνώρισε ἀμέσως τά παιδιά του καί, ἀφοῦ τά ἀγκάλιασε, ἔκλαιγε μαζί τους ἀπό χαρά. Τότε ἔγινε μεγάλη χαρά στό στρατόπεδο τοῦ στρατηγοῦ, ὅπως παλιά ἔγινε καί στήν Αἴγυπτο, ὅταν ὁ Ἰωσήφ γνωρίσθηκε μέ τ᾿ἀδέλφια του. Καί διαδόθηκε αὐτή ἡ εὐχάριστη εἴδησις σέ ὅλα τά στρατόπεδα καί ἦλθαν πολλοί ἄνθρωποι νά χαροῦν γι᾿ αὐτή τήν μεγάλη συνάντησι. Δέν ἐχαίροντο τώρα γιά τήν νίκη τους κατά τῶν ἐχθρῶν, ἀλλά πολύ περισσότερο γι᾿ αὐτή τήν ἀνεύρεσί τους.
Ἔτσι παρηγόρησε ὁ Θεός τούς πιστούς δούλους Του. Διότι Αὐτός ἀπέθανε καί ἐπιτρέπει τούς πλουσίους νά γίνωνται πτωχοί, οἱ δοξασμένοι νά πέφτουν χαμηλά καί οἱ ταπεινοί νά χαίρωνται καί νά δοξάζωνται. Ὅταν ὁ Εὐστάθιος ἐπέστρεψε ἀπό τόν πόλεμο χαρούμενος γιά τήν νίκη του καί γιά τήν ἀνεύρεσι τῆς γυναίκας του καί τῶν παιδιῶν του, τότε, πρίν νά φθάση ἀκόμη στήν Ρώμη, ἀπέθανε ὁ βασιλεύς Τραϊνός καί στήν θέσι του ἀνέλαβε ὁ Ἀδριανός (117-138), ὁ ὁποῖος ἦταν πολύ κακός, διότι μισοῦσε τούς καλούς καί ἐδίωκε τούς χριστιανούς.
Ἔτσι μπαίνοντας ὁ Εὐστάθιος στήν πόλι μέ χαρά καί πολλή δόξα, καθώς ἦταν συνήθεια τῶν μεγάλων ρωμαίων στρατηγῶν καί μεταφέροντας μαζί του πλῆθος ἀπό αἰχμαλώτους καί ἄπειρα λάφυρα, ἔγινε δεκτός μέ τιμές βασιλέως ἀπ᾿ ὅλους τούς ρωμαίους. Τόν ἐτίμησαν πρεπόντως γιά τήν ἀνδρεία καί γενναιοψυχία του περισσότερο ἀπό παλαιότερα.
Ὅμως ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος δέν θέλει σ᾿ αὐτό τόν ἄστατο καί παροδικό κόσμο νά τιμῶνται καί δοξάζωνται οἱ δοῦλοι του μέχρι τέλους τῆς ζωῆς τους μ᾿ αὐτή τήν κενόδοξη καί ἐφήμερη δόξα, τούς ἑτοίμασε αἰώνια καί ἀναλλοίωτη δόξα καί τιμή στούς οὐρανούς.
Ὅπως ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε στούς δούλους του ἀπό ἐνωρίτερα τήν πίκρα τῶν δοκιμασιῶν πού θά τούς συμβοῦν καί κατόπιν τούς ὑποσχέθηκε ὅτι θά λάβουν πάλι στόν κόσμο τήν ἴδια δόξα καί τιμή, ἔτσι (τούς ἀπεκάλυψε) καί τήν δόξα τοῦ μαρτυρίου τους γιά νά μποῦν στόν παράδεισο.
Ὄχι μετά ἀπό πολύ καιρό, τούς ἐπανέφερε ὁ Θεός στήν ἀτιμία καί στήν δοκιμασία, τήν ὁποίαν καί ὑπέμειναν μέ γλυκύτητα χάριν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τί συνέβη; Ὁ διώκτης τῶν χριστιανῶν βασιλεύς Ἀδριανός ἤθελε νά προσφέρη θυσία στούς θεούς του νά τούς εὐχαριστήση γιά τήν νίκη πού εἶχε ἐπάνω στούς ἐχθρούς των. Ἔτσι ἐμπῆκε αὐτός μέ τούς μεγάλους στρατιωτικούς του στόν εἰδωλικό ναό, ἀλλά ὁ Εὐστάθιος στάθηκε ἔξω.
Καί προέτρεψαν οἱ ὑπηρέτες τοῦ ναοῦ τούς ἄρχοντές του νά προσκυνήσουν τούς θεούς τους, ἀλλά ὁ Εὐστάθιος μέ ὅλους, ὅσους δέν ἤθελαν, ἀρνήθηκε νά μπῆ στόν ναό. Τότε αὐτοί ἐπῆγαν νά διαμαρτυρηθοῦν πρός τόν βασιλέα.

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010

Ἀναβάσεις