Απόσπασμα απο το βιβλίο: «Γέννημα και Θρέμμα Ρωμηοί»
του Σεβ. Ναυπάκτου και αγίου Βλασιου Ιεροθέου Βλάχου 

Πως και από ποιους καταλύθηκε το Ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας;

            Η επικεφαλίδα αυτή μπορεί να φανή λίγο προκλητική. Γίνεται λόγος για τον εκβαρβαρισμό του δυτικού χώρου, όταν γνωρίζουμε ότι εκεί υπάρχει ένας μεγάλος τεχνικός πολιτισμός και επιστημονική πρόοδος, όταν μάθαμε να θεωρούμε τα Κράτη και τα έθνη της Δύσεως ως «φωτισμένα».
Από την αρχή πρέπει να τονισθή ότι η έκφραση αυτή, «εκβαρβαρισμός της Δύσεως», δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην σύγχρονη εποχή και την πορεία των σημερινών Κρατών στον δυτικό χώρο, αλλά στο τι έγινε στο παρελθόν, πως δηλαδή έχασαν την μεγάλη και αρχοντική πολιτιστική κληρονομιά και περιέπεσαν στην βαρβαρότητα. Αυτό μπορεί ακόμη να συμπληρωθή από την θέση ότι και τα σύγχρονα Κράτη μπορεί να διαθέτουν τεχνολογικό εξοπλισμό και επιστημονική πρόοδο, αλλά στερούνται πολιτιστικής παραδόσεως που αναπαύει το πνεύμα του ανθρώπου. Το γεγονός αυτό γίνεται αντιληπτό από την ευκολία με την οποία διάφορα ανατολικά ρεύματα εισέρχονται στον δυτικό χώρο. Πραγματικά, οι δυτικοί, απογοητευμένοι από την ανυπαρξία πνευματικής υποδομής, ψάχνουν να βρουν κάτι άλλο βαθύτερο και ουσιαστικότερο για να λύσουν τα έντονα ψυχολογικά και υπαρξιακά τους ερωτήματα.

                Δεν πρόκειται να γίνη ανάλυση της καταστάσεως που επικρατεί σήμερα στον δυτικό κόσμο. Θα γίνη, όμως, προσπάθεια να δούμε πως η Δύση αποδεσμεύθηκε από τον πολιτισμό και την βαθύτατη πνευματική υποδομή που είχε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Είναι γνωστό, βέβαια, ότι ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που επεκτεινόταν από την Ισπανία μέχρι την Αίγυπτο, είχε επηρεασθή και εμποτισθή από τον ελληνικό πολιτισμό και την αποκαλυπτική θεολογία, όπως διασώζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά με την πάροδο του χρόνου, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην πόλη Βυζάντιο και ονομάσθηκε Νέα  Ρώμη, το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αποδυναμωμένο από την κεντρική διοίκηση, δέχθηκε την επίθεση των βαρβαρικών φυλών, οι οποίες τελικά το κατέλαβαν. Οι Βάρβαροι προσπάθησαν να καταστρέψουν ό,τι είχε σχέση με τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό και να δημιουργήσουν δική τους παράδοση και δικό τους πολιτισμό. Έτσι, αυτό που ονομάζουμε σήμερα ευρωπαϊκό πολιτισμό δεν έχει σχέση με τον ελληνορθόδοξο ή Ρωμαϊκό πολιτισμό. Μπορεί να διαθέτη μερικά στοιχεία του, αλλά στην βάση του είναι διαφορετικός[1].
Δεν πρόκειται να κάνουμε ανάλυση του θέματος βάσει Ρωμαίικων πηγών. Δηλώνω από την αρχή ότι δέχομαι απόλυτα τις έρευνες που έχει κάνει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και ακολούθησε ο π. Γεώργιος Μεταλληνός. Πολύ ωραία ανάλυση γίνεται και από τον Αναστάσιο Φιλιππίδη στο βιβλίο του «Ρωμηοσύνη ή Βαρβαρότητα». Από τις μελέτες αυτές γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τελικά καταλήφθηκε από τους Φράγκους, οι οποίοι προσπάθησαν να καταστρέψουν ό,τι είχε σχέση με τον ρωμαϊκό πολιτισμό. Ξέρουμε επίσης ότι μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Δύσεως δεν είχε αλλοιωθή ούτε αλλοτριωθή σημαντικά από το πνεύμα που έφεραν οι Βάρβαροι, γι’ αυτό και διαρκώς επαναστατούσε εναντίον των Βαρβάρων κατακτητών. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε και την Γαλλική επανάσταση. Γνωρίζουμε επί πλέον ότι ο δυτικός ευρωπαϊκός πολιτισμός βρίσκεται στον αντίποδα του ρωμαϊκού πολιτισμού.
Αυτά είναι γνωστά και έχουν αναλυθή και παρουσιασθή από τους προμνημονευθέντας Καθηγητάς σε δημοσιευμένα έργα τους. Θα ήθελα όμως στην συνέχεια να εκθέσω τις απόψεις ενός δυτικού επιστήμονα και ερευνητού, του Jacques Le Goff, από το βιβλίο του με τίτλο: «Ο Πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης», που μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα.
Πριν αρχίσω την παράθεση μερικών σκέψεων του συγγραφέως, πρέπει να υπογραμμίσω εμφαντικά δύο πράγματα. Πρώτον, ότι θα παρουσιασθούν ορισμένα σημαντικά ιστορικά στοιχεία, που δείχνουν ότι η Δύση εκβαρβαρίστηκε από την είσοδο των βαρβαρικών φυλών, ιδιαιτέρως των Φράγκων. Τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία είναι σημαντικά, γιατί παρουσιάζονται και από Φράγκο ερευνητή – ιστορικό. Δεύτερον, δεν θα δεχθώ μερικές παρατηρήσεις και ερμηνείες του συγγραφέως, γιατί είναι εμφανές ότι εντάσσονται στην φράγκικη ιστοριογραφία. Βέβαια, δεν είμαι ιστορικός επιστήμων, αλλά το λέγω αυτό γιατί οι αναλύσεις του συγγραφέως θα κριθούν βάσει των ερμηνειών του π. Ιωάννου Ρωμανίδη και του π. Γεωργίου Μεταλληνού.
Πέρα από αυτό, το βιβλίο του Jacques Le Goff είναι σημαντικό, γιατί μας προσφέρει μερικές εξαιρετικές μαρτυρίες. Επειδή, δυστυχώς, εμείς οι Έλληνες είμαστε έτοιμοι να αμφισβητούμε δικούς μας ερευνητάς, όπως τους προαναφερθέντας, αποδίδοντας σε αυτούς τον χαρακτηρισμό του φανατικού, γι’ αυτό και είναι καλό να δούμε πως ομιλούν και οι δυτικοί επιστήμονες.
1.Βιογραφικά στοιχεία του Jacques Le Goff

Η μεταφράστρια του βιβλίου από την Γαλλική έκδοση, Ρίκα Μπενβενίστε[2], ισχυρίζεται ότι ο Jacques Le Goff είναι από τους ανθρώπους εκείνους που ανακάλυψαν στον 20ό αιώνα τον Μεσαίωνα. Μάλιστα κατά τον λόγο της, η συμμετοχή του «στη συζήτηση για τις θεωρητικές και μεθοδολογικές επιλογές του ιστορικού και η δημιουργία ενός εργαστηρίου για την ιστορική ανθρωπολογία της μεσαιωνικής Δύσης είναι ανεκτίμητες»[3].
«Ο J. Le Goff γεννήθηκε στην Τουλόν το 1924, φοίτησε στην Ecole Normale Superieure, στη Γαλλική Σχολή της Ρώμης, αλλά και στα Πανεπιστήμια της Πράγας και της Οξφόρδης. Άρχισε την καριέρα του στο Πανεπιστήμιο της Λίλλης, στη συνέχεια εργάστηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) και από το 1960 εντάχθηκε στην Έκτη Πτέρυγα της Ecole Practique des Hautes Etudes (που μετονομάστηκε σε Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales το 1975)»[4]. Σήμερα είναι διευθυντής σπουδών στην ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών επιστημών στην Γαλλία, «όπου διευθύνει το σεμινάριο της «Ιστορικής Ανθρωπολογίας της Μεσαιωνικής Δύσης». Είναι επίσης μέλος της επιτροπής που διευθύνει το περιοδικό Annales ESC. Είναι, τέλος, μαζί με κάποιους άλλους, σύμβολο της «νέας ιστορίας», όπως αυτή καλλιεργήθηκε από τη γαλλική ιστορική σχολή»[5].
Όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν αφ’ ενός μεν ότι έχει την δυνατότητα να έχη πρόσβαση στις πηγές και να μελετά την ιστορία της μεσαιωνικής Δύσεως, αφ’ ετέρου δε ότι, όπως θα δούμε, δεν μπορεί να αποδεσμευθή τελείως από την δυτική προβληματική.
Είναι σημαντικό ένα απόσπασμα του συγγραφέως από τον πρόλογό του για την ελληνική έκδοση, στο οποίο λέγονται τα εξής: «Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, είχε συσσωματώσει τον ελληνικό και εξελληνισμένο κόσμο, το ρωμαϊκό και εκρωμαϊσμένο κόσμο. Ο εκχριστιανισμός θα μπορούσε να ενισχύσει και να εμβαθύνει αυτήν την ένωση. Δυστυχώς, ο Μεσαίωνας χώρισε μια δυτική λατινόφωνη Ευρώπη, που πρέσβευε το ρωμαϊκό χριστιανισμό, από μια ανατολική ελληνική Ευρώπη, που επαγγελόταν το λεγόμενο ορθόδοξο χριστιανισμό. Εκεί όπου προηγουμένως επικρατούσε έλλειψη κατανόησης και κάποτε αντίθεση, αλλά επιχειρούνταν και η προσέγγιση ανάμεσα στη μεσαιωνική δυτική Χριστιανοσύνη και τη βυζαντινή Χριστιανοσύνη, οι τουρκικές κατακτήσεις στη νοτιο-ανατολική Ευρώπη επέβαλαν το διαχωρισμό. Ευτυχώς, απ’ όταν οι Έλληνες κατέκτησαν την ανεξαρτησία τους, στις αρχές του 19ου αιώνα, και στη συνέχεια και οι άλλοι χριστιανικοί ορθόδοξοι λαοί, η Ευρώπη αυτή δεν έπαψε να συνάπτει σχέσεις, ολοένα και στενότερες, με τη δυτική Ευρώπη»[6].
Στο απόσπασμα αυτό φαίνεται η σύγχυση που επικρατεί μεταξύ της δυτικής λατινοφώνου Ευρώπης και της ανατολικής ελληνικής Ευρώπης, καθώς επίσης και η διαφορά μεταξύ του λεγομένου ρωμαϊκού Χριστιανισμού και ορθοδόξου Χριστιανισμού. Από τις μελέτες του π. Ιωάννου Ρωμανίδου και του π. Γεωργίου Μεταλληνού γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του ορθοδόξου και του ρωμαϊκού Χριστιανισμού, αφού ο Ορθόδοξος είναι η Ρωμηοσύνη, ενώ ο δυτικός Χριστιανισμός εκφράζει την φραγκολατινική παράδοση. Επίσης, η διάκριση μεταξύ δυτικής και ανατολικής Ευρώπης ελέγχεται, γιατί υπάρχει η ενιαία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στο δυτικό και ανατολικό της τμήμα, ο δε σύγχρονος ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι διαμορφωμένος από την επικράτηση των Φράγκων κατακτητών και την προσπάθεια των δυτικών να απαλλαγούν από την φράγκικη νοοτροπία. Οπότε πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ της Ευρώπης προ του Καρλομάγνου και μετά από αυτόν.
Επίσης, ο επηρεασμός του Jacques Le Goff από την φράγκικη ιστοριογραφία φαίνεται στο ότι κάνει λόγο για κοινή κληρονομιά από την αρχαιότητα, και θέτει το ερώτημα: «Τι θα ήταν η Ευρώπη δίχως την ελληνική κληρονομιά;»[7]. Είναι εμφανές και στο σημείο αυτό ότι δίνεται προτεραιότητα στην αρχαία ελληνική παράδοση, και παραθεωρείται η ορθόδοξη Ρωμαίικη παράδοση, όπως βιώθηκε δια μέσου των αιώνων μέχρις ημών, δια της πείρας των θεουμένων.
Οι παρατηρήσεις αυτές δεν μειώνουν το έργο του συγγραφέως. Λέγονται όμως για να μπορούμε να διαβάσουμε και να αξιοποιήσουμε κατά τον καλύτερο και αυθεντικότερο τρόπο τις πληροφορίες που μας διασώζει και μας μεταφέρει. Αυτό ακριβώς θα κάνουμε στην ανάλυση που θα ακολουθήση.

2. Η είσοδος των Βαρβάρων στο δυτικό τμήμα της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας

Ο Jacques Le Goff, έχοντας μια ορισμένη προοπτική, πολλές φορές λέγει ότι η μεταφορά της Πρωτεύουσας του Ρωμαϊκού Κράτους από την Παλαιά Ρώμη στην Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη, μετέφερε τον ρωμαϊκό κόσμο από την Δύση στη Ανατολή. Το Βυζάντιο αποτέλεσε την συνέχεια της Ρώμης και η Δύση «πτώχυνε και εκβαρβαρίστηκε»[8]. Γι’ αυτόν τον λόγο η «μεσαιωνική Δύση γεννήθηκε πάνω στα ερείπια του ρωμαϊκού κόσμου»[9]. Ισχυρίζεται, επομένως, ότι άρχισε να χάνεται η ιδιαίτερη πολιτιστική παράδοση που επικρατούσε χρόνια στον χώρο αυτόν.
Έχουμε σημειώσει ενωρίτερα ότι η μεγάλη διαφοροποίηση του δυτικού τμήματος από το ανατολικό έγινε κυρίως τον 8ο αιώνα με την επικράτηση των Φράγκων. Τότε δημιουργήθηκε ένας άλλος τρόπος ζωής και σκέψεως. Παρά την διαφοροποίηση αυτή μεγάλες μάζες του πληθυσμού ήταν και είναι Ρωμηοί στην συνείδηση, την καρδιά και τις πολιτιστικές παραδόσεις.
Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε ότι με την πάροδο του χρόνου επικρατεί ένας βαρβαρισμός στον δυτικό χώρο. Σε πολλά σημεία του βιβλίου αυτού γίνεται λόγος για την διαφορά μεταξύ Ρωμαίων και Βαρβάρων, για τις επιδρομές των Βαρβάρων, που εκβαρβαρίζουν τις ρωμαϊκές περιοχές. Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου τιτλοφορείται «η εγκατάσταση των βαρβάρων» (5ος-7ος αιώνας), όπου συναντούμε άφθονο υλικό. Θα ήθελα να παρουσιάσω μερικές φράσεις και χαρακτηρισμούς του Jacques Le Goff.
Επανειλημμένως γίνεται λόγος για διάκριση Ρωμαίων και Βαρβάρων[10]. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός ασκούσε έλξη στους Βαρβάρους[11]. Αλλού λέγεται ότι «οι παρηκμασμένοι Ρωμαίοι εκβαρβαρισμένοι εσωτερικά, υποβιβάζονταν στο επίπεδο των χονδροειδών Βαρβάρων που ήταν εξωτερικά ευγενείς»[12]. Οι ρωμαϊκές μάζες «εκβαρβαρίζονται»[13]. «Ο σαξωνικός λαός είναι ανηλεής, οι Φράγκοι δόλιοι, οι Γέπιδες απάνθρωποι, οι Ούνοι άσεμνοι»[14].
Περιγράφεται αναλυτικά η εγκατάσταση των βαρβαρικών φυλών στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Άλλοτε με αργές διεισδύσεις και προωθήσεις, άλλοτε με απότομες επελάσεις, που συνδέονταν με μάχες και σφαγές, «η εισβολή των βαρβάρων, μεταξύ των αρχών του 5ου και του τέλους του 8ου αιώνα, μεταμόρφωσε βαθιά τον πολιτικό χάρτη της Δύσης, που κατ’ όνομα βρισκόταν υπό την εξουσία του βυζαντινού αυτοκράτορα»[15].
Δεν πρόκειται να κάνουμε πλήρη περιγραφή της εγκαταστάσεως των Βαρβάρων στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά να σημειώσουμε μερικούς σταθμούς, όπως του περιγράφει ο Jacques Le Goff.
Μεταξύ των ετών 407 και 429 από διάφορες επιδρομές ερημώνεται η Ιταλία, Γαλατία και Ισπανία. Το σημαντικότερο γεγονός είναι η πολιορκία, κατάληψη και λεηλασία της Ρώμης από τον Αλάριχο και τους Βησιγότθους του 410. «Οι Βάνδαλοι, Αλανοί, Σουήβοι ερημώνουν την Ιβηρική χερσόνησο». Οι Βάνδαλοι, που είναι οι μόνοι από τους Βαρβάρους που είχαν στόλο, «φθάνουν στη βόρεια Αφρική και κατακτούν τη ρωμαϊκή επαρχία της Αφρικής, δηλαδή την Τυνησία και την ανατολική Αλγερία». Βέβαια, μετά το θάνατο του Αλάριχου «οι Βησιγότθοι αποσύρονται από την Ιταλία προς τη Γαλατία το 412 και έπειτα το 414 στην Ισπανία, απ’ όπου αναδιπλώνονται το 418 για να εγκατασταθούν στην Ακουϊταλία»[16].
Στο μέσον του 5ου αιώνος γίνονται μεγάλες και ουσιαστικές αλλαγές. Οι σκανδιναυοί βάρβαροι, Άγγλοι, Γιούτοι και Σάξωνες καταλαμβάνουν την Βρεττανία. Σχηματίζεται προσωρινά η αυτοκρατορία των Ούνων στην Αττίλα, ο οποίος «συνενώνει τις μογγολικές φυλές που είχαν περάσει στη Δύση και έπειτα νικά και απορροφά άλλους Βαρβάρους»[17]. Το 468 οι Βησιγότθοι κατακτούν πάλι την Ισπανία. Την εποχή εκείνη εμφανίζεται ο Χλωδοβίκος και ο Θεοδώριχος, που επιβουλεύονται την Δύση. Ο Χλωδοβίκος, που συγκεντρώνει τις φραγκικές φυλές, καταλαμβάνει την Γαλατία οπότε το 511 οι Φράγκοι είναι κύριοι της Γαλατίας με εξαίρεση την Προβηγκία[18].
Γενικά, «στις αρχές του 6ου αιώνα φαίνεται ότι έχει εξασφαλισθεί ο διαμελισμός της Δύσης ανάμεσα στους Αγγλο-Σάξωνες, στη Μεγάλη Βρεττανία που είναι αποκομμένη από κάθε σχέση με την ηπειρωτική Ευρώπη, τους Φράγκους, που κατέχουν τη Γαλατία, τους Βουργούνδιους που περιορίζονται στη Σαβοΐα, τους Βησιγότθους που είναι κύριοι της Ισπανίας, τους Βανδάλους, που εγκαταστάθηκαν στην Αφρική και τους Οστρογότθους, που κυριαρχούν στην Ιταλία»[19].
Η τελική κατάληψη του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έγινε τον 8ο αιώνα από τους Φράγκους. Ο Πιπίνος ο Βραχύς, γιος του Καρόλου Μαρτέλ συνάπτει συμμαχία με τον Πάπα, αφού του δίνει την κοσμική εξουσία σ’ ένα τμήμα της Ιταλίας, γύρω από την Ρώμη, ο δε Πάπας με την σειρά του του δίνει τον τίτλο του Βασιλιά[20]. Η μεγαλύτερη κυριαρχία των Φράγκων στη Δύση έγινε από τον Καρλομάγνο, που θεωρείται μεγάλη μορφή και ηγέτης της Φραγκικής Αυτοκρατορίας.
Στην πραγματικότητα οι Φράγκοι εισάγουν το φεουδαλιστικό σύστημα. «Οι φράγκοι βασιλείς θεωρούν το βασίλειο ιδιοκτησία τους, όπως ακριβώς τα γαιοκτήματά τους ή τους θησαυρούς τους. Το βασίλειο που τους ανήκει οι φράγκοι βασιλείς το μοιράζουν ανάμεσα στους κληρονόμους τους»[21]. Με τις διανομές αυτές θα διαγραφούν τα μελλοντικά έθνη. Δηλαδή, η δυτική Φραγκία θα αποτελέση την Γαλλία, η ανατολική Φραγκία θα αποτελέση την Γερμανία, η οποία θα προχωρή προς τα δυτικά και προς νότο, όπου βρίσκεται η Ιταλία.
Ο Βασιλιάς της Γερμανίας Όθων Α’ στέφθηκε Imperator Augustus, αφού εγγυήθηκε την κοσμική εξουσία στον Πάπα. Ο γιος του Όθων Β’ (973-983) έφερε τον τίτλο Imperator Romanorum, και ο γιος του τελευταίου Όθων Γ’, ανεκήρυξε την παλινόρθωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όμως ο λαός της Ρώμης εξεγέρθηκε εναντίον του Όθωνος Γ’ και στην συνέχεια ο διάδοχός του Ερρίκος Β’ επέστρεψε στο «Regnum Francorum», δηλαδή βασίλειο των Φράγκων[22].
Από την σύντομη αυτή αναδρομή φαίνεται ότι μετά την μεταφορά της Πρωτεύουσας του Ρωμαϊκού Κράτους από την Παλαιά Ρώμη στην Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη, πολλοί Βάρβαροι επιβουλεύτηκαν το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τελικά, επικράτησαν οι Φράγκοι που δημιούργησαν την αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους και ανέπτυξαν έναν ιδιαίτερο πολιτισμό. Όμως πάντοτε υπήρχε αντίδραση στις επιδρομές αυτές των Βαρβάρων από τον ρωμαϊκό πληθυσμό των περιοχών αυτών. Η επανάσταση δε του λαού της Ρώμης εναντίον του Όθωνος Γ’, που οικειοποιήθηκε τον τίτλο του Ρωμαίου Αυτοκράτορος, δεν είναι άσχετη με την ύπαρξη της ρωμαϊκής συνείδησης του πληθυσμού της δυτικής Ρωμηοσύνης.
Ο Jacques Le Goff σημειώνει ότι όταν έσβησε το ρωμαϊκό όνειρο του έτους 1000, με την επανάσταση του λαού της Ρώμης: «μια ανανέωση είναι έτοιμη να δει το φως της ημέρας: η ανανέωση ολόκληρης της Δύσης. Η ξαφνική της εκδήλωση καθιστά τον 11ο αιώνα εποχή αληθινής εκκίνησης της δυτικής Χριστιανοσύνης»[23].
Και από αυτό το συμπέρασμα είναι φανερό ότι έχουμε μια πολιτική και θρησκευτική απομάκρυνση του δυτικού χώρου από την ορθόδοξη ανατολή, από την ρωμαϊκή πολιτιστική παράδοση. Βέβαια, αυτό δεν διαπότισε όλο τον πληθυσμό, αλλά όμως δείχνει την διαφορά. Επομένως, αυτό που σήμερα λέμε δυτικό πολιτισμό είναι δημιούργημα συγκρούσεων και αποστασιοποιήσεων από την Ρωμηοσύνη, την ζωή και το φρόνημα των αληθινών Ρωμηών. Στην πραγματικότητα είναι δημιούργημα των βαρβάρων Φράγκων.
Οι Βάρβαροι, που ήταν ειδωλολάτρες, δέχονταν τον Χριστιανισμό. Το χαρακτηριστικό είναι ότι «οι προσηλυτισμένοι βάρβαροι – Οστρογότθοι, Βησιγότθοι, Βουργούδιοι, Βάνδαλοι και αργότερα Λογγοβάρδοι» δέχθηκαν τον αρειανισμό[24], ενώ οι Φράγκοι δέχθηκαν την Ορθοδοξία, την οποία όμως ανέμειξαν με παγανιστικά ήθη και έθιμα. Ο Jacques Le Goff λέγει: «η αριστοτεχνική κίνηση του Χλωδοβίκου ήταν η προσχώρησή του, μαζί με τον λαό του, όχι στον αρειανισμό, όπως οι άλλοι βάρβαροι βασιλείς, αλλά στον καθολικισμό»[25]. Φαίνεται και εδώ η σύγχυση που παρατηρείται στα γραπτά του Jacques Le Goff, αφού ταυτίζει τον καθολικισμό, όπως τον γνωρίζει σήμερα, με την Ορθοδοξία. Το γεγονός είναι ότι ούτε οι Φράγκοι ούτε οι άλλοι βαρβαρικοί λαοί γνώριζαν την Ορθοδοξία. Αγράμματοι, καθώς ήταν, άξεστοι, και επειδή ανέμειξαν στοιχεία της Ορθοδοξίας με τις παγανιστικές τους αντιλήψεις, έμειναν μακρυά από την Ορθοδοξία. Οι απόψεις τους για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, η διάθεσή τους να θεολογούν χωρίς ορθόδοξες προϋποθέσεις, αλλά μόνο μέσα από την προοπτική του ιερού Αυγουστίνου, δημιούργησαν πολλά προβλήματα στον δυτικό χώρο.
Η εγκατάσταση των Βαρβάρων στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν έγινε ανώδυνα και ήρεμα. Στις πηγές της εποχής εκείνης βλέπουμε ότι αυτή η είσδυση συνδεόταν με σφαγές, λεηλασίες και αλλοιώσεις της πολιτιστικής παραδόσεως. Ο Jacques Le Goff μας δίνει  μερικές τέτοιες πληροφορίες, τις οποίες πρέπει να παρουσιάσουμε στην συνέχεια γιατί είναι πολύ χαρακτηριστικές.
Οι Βάρβαροι που εγκαταστάθηκαν τον 5ο αιώνα στην Δύση δεν ήταν «λαοί νέοι, αλλά άγριοι που μόλις έβγαιναν από τα δάση και από τις στέπες τους». Ο Jacques Le Goff όμως ισχυρίζεται ότι καθώς προχωρούσαν προσλάμβαναν διάφορα στοιχεία από τους λαούς που συναντούσαν[26]. Από μια μαρτυρία του 440 αποσπούμε τα εξής: «ο σαξωνικός λαός είναι ανηλεής, οι Φράγκοι δόλιοι, οι Γέπιδες απάνθρωποι, οι Ούνοι άσεμνοι»[27].
Στην περιγραφή του Αμμιανού Μαρκελλίνου παρουσιάζεται η αγριότητα των Ούνων: «Η αγριότητά τους τα ξεπερνάει όλα: με ένα σίδερο χαράσσουν βαθιές πληγές πάνω στα μάγουλα των νεογέννητων για να καταστρέψουν κάθε σπέρμα χνουδιού· έτσι γηράσκουν αμούστακοι και άχαροι σαν ευνούχοι. Έχουν κοντόχοντρο σώμα, εύρωστα μέλη και παχύ αυχένα. Οι τετράγωνοι ώμοι τους τους δίνουν τρομακτική όψη. Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για ζώα δίποδα, ή για εκείνες τις κακοφτιαγμένες μορφές, σε σχήμα κορμού, που περιβάλλουν το στηθαίο των γεφυριών. Οι Ούνοι ούτε ψήνουν, ούτε καρυκεύουν ό,τι τρώνε τρέφονται μονάχα με άγριες ρίζες ή με ωμό κρέας από το πρώτο ζώο που θα εμφανισθεί μπροστά τους τυχαία: το ζεσταίνουν για λίγο, πάνω στην πλάτη του αλόγου τους, ανάμεσα στα πόδια τους. Δεν έχουν καταφύγιο. Δεν χρησιμοποιούν ούτε σπίτια, ούτε τάφους… Σκεπάζονται με ύφασμα ή με δέρματα από αρουραίους που συρράπτουν μαζί· δεν έχουν ένδυμα για το εσωτερικό και ένδυμα για να βγαίνουν· αν κάποτε φορέσουν μια κάπα με παλιό χρώμα, θα την εγκαταλείψουν μόνο όταν θα φθαρεί τόσο πολύ που να τους πέφτει… Θα έλεγε κανείς ότι είναι καρφωμένοι πάνω στα άλογά τους… Δεν πατούν το πόδι στη γη ούτε για να φάνε, ούτε για να πιουν, κοιμούνται ξαπλωμένοι στον αδύνατο λαιμό του υποζυγίου τους, απ’ όπου ονειρεύονται άνετα τα πάντα…»[28].
Ο άγιος Αμβρόσιος τους θεωρεί απάνθρωπους εχθρούς και προτρέπει του Χριστιανούς να υπεραμυνθούν «της πατρίδος εναντίον της βαρβαρικής εισβολής» με τα όπλα. Και ο Επίσκοπος Κυρήνης Συνέσιος, χρησιμοποιώντας τον στίχο της Ιλιάδας, προτρέπει, όπως ο Όμηρος, «να διώξουν τους καταραμένους σκύλους που έφερε το πεπρωμένο»[29].
Ο Επίσκοπος του Άουχ Ορέντιος γράφει μετά την εισβολή του 417 στην Γαλατία: «Δείτε πόσο ξαφνικά ο θάνατος βάρυνε πάνω σ’ ολόκληρο τον κόσμο, με πόση βία ο πόλεμος χτύπησε αυτούς τους λαούς. Ούτε το τραχύ έδαφος με τα πυκνά δάση και τα ψηλά βουνά, ούτε το ρεύμα των ποταμών με τις δίνες, ούτε η προστασία που παρέχουν στην τοποθεσία τα κάστρα, και στις πόλεις τα τείχη, ούτε το εμπόδιο που σχηματίζει η θάλασσα, ούτε η θλιμμένη μοναξιά των ερήμων, ούτε τα φαράγγια, ούτε καν τα σπήλαια, στα οποία δεσπόζουν σκοτεινοί βράχοι δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τα χέρια των Βαρβάρων. Πολλοί χάθηκαν, θύματα της κακής πίστης, της ψευδορκίας, πολλοί καταγγέλθηκαν από τους συμπολίτες τους. Οι ενέδρες έκαναν μεγάλο κακό, το ίδιο και η λαϊκή βία. Η μητέρα υπέκυψε στην αθλιότητα μαζί με τα παιδιά της και τον σύζυγό της, και ο αφέντης υπέπεσε στη δουλεία μαζί με τους δουλοπάροικούς του. Κάποιοι έγινα βορά για τους σκύλους· πολλοί είδαν τα σπίτια τους μέσα στις φλόγες, είδαν να τους παίρνουν τη ζωή και ύστερα να τους προσφέρουν στην πυρά. Στις κωμοπόλεις, στα γαιοκτήματα, στην ύπαιθρο, στα σταυροδρόμια, σε όλα τα καντόνια από τι μια και την άλλη πλευρά του δρόμου υπάρχει θάνατος, οδύνη, καταστροφή, πυρκαγιά, πένθος. Μια μονάχα πυρά μετέτρεψε σε καπνό ολόκληρη τη Γαλατία»[30].
Φοβερές καταστροφές έγιναν και στην Ισπανία, όπως περιγράφονται από τον Επίσκοπο Ιδάτιο: «Οι Βάρβαροι αφανίζουν τις Ισπανίες· η μάστιγα της επιδημίας τις λυμαίνεται επίσης, η τυραννία των εκβιαστών λεηλατεί τους πόρους και τις περιουσίες που είναι κρυμμένες στις πόλεις και στίφη απείθαρχων στρατιωτών τις εξαντλούν. Μια απάνθρωπη πείνα θερίζει τόσο που, υπό το κράτος της, οι άνθρωποι κατασπαράζουν ανθρώπινη σάρκα· οι μητέρες πνίγουν τα παιδιά τους, τα ψήνουν και τρέφονται με τα σώματά τους. Τα ζώα που είχαν συνηθίσει στα πτώματα των ανθρώπων που πέθαναν από πείνα, από φονικά όπλα ή από επιδημία, σκοτώνουν ακόμη και ολοζώντανους ανθρώπους· δεν αρκούνται στη σάρκα των πτωμάτων και επιτίθενται στο ανθρώπινο είδος. Έτσι, οι τέσσερις μάστιγες, τα όπλα, η πείνα, η επιδημία και τα ζώα μαίνονται σ’ ολόκληρο τον κόσμο και πραγματοποιούνται οι προβλέψεις του Κυρίου με τους προφήτες του»[31].
Οι Βάρβαροι της Μεσαιωνικής Δύσεως μοιάζουν με του προγόνους τους Αλανούς, οι οποίοι περιγράφονται ρεαλιστικά από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο: «Την απόλαυση που τα γλυκά και ειρηνικά πνεύματα συναντούν στη φιλόπονη σχόλη, εκείνη τη βρίσκουν στους κινδύνους και στον πόλεμο. Στα μάτια τους είναι υπέρτατη ευτυχία να χάσουν τη ζωή τους στο πεδίο της μάχης· ο θάνατος από γηρατειά ή από ατύχημα είναι όνειδος και ανανδρία που φορτώνουν με φριχτές προσβολές· το να σκοτώσουν έναν άνθρωπο είναι ηρωϊσμός για τον οποίο δεν βρίσκουν αρκετούς επαίνους. Το πιο δοξασμένο τρόπαιο είναι η κόμη του εχθρού· αποτελεί κόσμημα για το πολεμικό άλογο. Σ’ αυτούς δεν βλέπουμε ούτε ναό, ούτε ιερό, ούτε καν μια καλύβα σκεπασμένη με καλαμιές. Ένα γυμνό σπαθί, μπηγμένο στη γη σύμφωνα με το βαρβαρικό έθιμο, γίνεται το έμβλημα του Άρη· τον τιμούν με ευλάβεια ως Κυρίαρχο των περιοχών που διατρέχουν»[32].
Ο Jacques Le Goff χρησιμοποιεί την μαρτυρία του Γρηγορίου της Τουρ: «Τον καιρό εκείνο διαπράχθηκαν πολλά εγκλήματα… καθένας έβλεπε τη δικαιοσύνη σύμφωνα με τη δική του βούληση». Και συμπληρώνει: «Η εκζήτηση των βασανιστηρίων ενέπνευσε για μεγάλο διάστημα τη μεσαιωνική εικονογραφία. Ό,τι οι Ρωμαίοι ειδωλολάτρες δεν επέβαλαν στους χριστιανούς μάρτυρες το επέβαλαν στους δικούς τους οι καθολικοί Φράγκοι. «Συχνά κόβουν τα χέρια και τα πόδια, την άκρη της μύτης, βγάζουν τα μάτια, ακρωτηριάζουν το πρόσωπο με πυρακτωμένο σίδερο, μπήγουν αιχμηρές ράβδους κάτω από τα νύχια των χεριών και των ποδιών… Όταν, αφού τρέξει το πύον, οι πληγές αρχίζουν να κλείνουν, τότε τις ανανεώνουν. Εν ανάγκη καλούν έναν γιατρό, ώστε αφού ο δυστυχής γιατρευτεί να μπορεί να βασανισθεί με ένα πιο μεγάλο μαρτύριο». Ο άγιος Λεζέ (Léger), επίσκοπος του Ωτέν (Autun), το 677 πέφτει στα χέρια του εχθρού του, του Εβροΐνου, αυλάρχη της Νευστρίας. Του κόβουν τη γλώσσα, του χαράσσουν τα μάγουλα και τα χείλη, τον υποχρεώνουν να περπατήσει ξυπόλητος και να διασχίσει μια τάφρο όπου έχουν σπείρει αιχμηρές πέτρες που τρυπάνε σαν καρφιά και τέλος του βγάζουν τα μάτια. Ανάλογος ήταν και ο θάνατος της Βρουγχίλδης που, αφού την βασάνισαν τρεις ημέρες, τελικά την κρέμασαν από την ουρά ενός ατίθασου αλόγου που το μαστίγωσαν μέχρι να αφηνιάσει…
Η ασυγκίνητη γλώσσα των κωδίκων είναι αυτή που εντυπωσιάζει περισσότερο. Απόσπασμα από τον σαλικό νόμο: «Για την αποκοπή ενός χεριού ή ενός ποδιού, ή ενός ματιού, ή της μύτης: 100 σόλδια· αλλά μόνον 63 αν το χέρι παραμείνει κρεμασμένο· για την αποκοπή του αντίχειρα: 50 σόλδια, αλλά μόνον 50 να παραμείνει κρεμασμένο· για την αποκοπή του δείκτη (το δάκτυλο που χρησιμεύει στην τοξοβολία): 35 σόλδια· για δύο δάκτυλα μαζί 35 σόλδια· για τρία δάκτυλα 50 σόλδια»[33].
Οι σφαγές και οι λεηλασίες έγιναν και από τους Φράγκους. Ο Jacques Le Goff θα γράψη χαρακτηριστικά: «Στα ανατολικά, ο Καρλομάγνος εγκαινίασε μια παράδοση κατακτήσεων στην οποία συγχέονται σφαγή και προσηλυτισμός, που ήταν ο δια της βίας εκχριστιανισμός και ασκήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στον Μεσαίωνα. Κατά μήκος της Βόρειας θάλασσας, από το 772 μέχρι το 803, κατακτήθηκαν πρώτα και με δυσκολία οι Σάξωνες με μια σειρά από εκστρατείες με αλληλοδιαδεχόμενες φαινομενικές νίκες και εξεγέρσεις των υποτιθέμενων ηττημένων, από τις οποίες η πιο θεαματική ήταν αυτή της οποίας ηγείτο ο Βιδουκίνδος. Άγρια καταστολή ακολούθησε την καταστροφή που υπέστησαν οι Φράγκοι στο Σύνταλ (Suntal): ο Καρλομάγνος διέταξε να αποκεφαλισθούν στο Βερντέν τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιοι στασιαστές.
Με τη βοήθεια των ιεραποστόλων, που κάθε χρόνο τίθενται επικεφαλής στρατιωτών, από τους οποίους άλλοι βάπτιζαν, άλλοι λεηλατούσαν, πυρπολούσαν και έσφαζαν, και με μαζικές εκτοπίσεις, ο Κάρολος κατάφερε τελικά να υποτάξει τους Σάξωνες. Σύμφωνα με ένα διάταγμα που εκδόθηκε για να βοηθήσει την κατάκτηση, κάθε τραυματισμός κάποιου ιεραποστόλου και κάθε προσβολή της χριστιανικής θρησκείας τιμωρούνταν με θάνατο. Στη Βρέμη, στο Μύνστερ, στο Πάντερμπορν, στο Βερντέν και στο Μίντεν ιδρύθηκαν επισκοπές»[34].
Η είσοδος, λοιπόν, των βαρβάρων στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συνδέεται με φοβερές λεηλασίες και σφαγές. Ο Ρωμαϊκός πληθυσμός καταστρέφεται. Οι Βάρβαροι, κυρίως οι Φράγκοι, προσπαθούν να επιβληθούν με τους φόνους και τον φόβο. Κυρίως οι Ορθόδοξοι Κληρικοί δέχθηκαν την επιθετική τους μανία. Αφού κατέσφαξαν τους Ρωμαίους Κληρικούς τοποθέτησαν του δικούς τους και έτσι αλλοίωσαν την σύνθεση της Χριστιανικής Ιεραρχίας, αλλά στην πραγματικότητα κατέστρεψαν και την αποστολική παράδοση και διαδοχή.
Βέβαια σε μερικές περιγραφές παλαιών πηγών υπάρχει το στοιχείο της υπερβολής. Όμως και η υπερβολή αυτή δείχνει την αντίδραση των Ρωμηών της Δύσης στην είσδυση των βαρβαρικών φυλών στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ο Jacques Le Goff διαπιστώνει χαρακτηριστικά: «Η έναρξη της ιστορίας της Μεσαιωνικής Δύσης είναι λοιπόν μακάβρια. Για δέκα αιώνες ο τόνος θα παραμείνει ο ίδιος. Η δουλεία, η πείνα, ο λοιμός, τα ζώα θα παραμείνουν οι ολέθριοι πρωταγωνιστές τούτης της ιστορίας»[35].
Μέσα σε αυτήν την λαίλαπα είναι ενδιαφέρον να ρωτήση κανείς τι ακριβώς έκανε η Εκκλησία και η Κωνσταντινούπολη. Πως αντιδρούσε σε αυτήν την κατάσταση. Δεν είναι δυνατόν να αναφερθούμε διεξοδικά σε αυτό το σημείο. Εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι οι Ορθόδοξοι Κληρικοί προσπαθούσαν να διασώσουν ό,τι μπορούσαν, να διαφυλάξουν τον λαό, κάνοντας διαπραγματεύσεις με τους Βαρβάρους, μοιράζοντας τρόφιμα, και εξασκώντας ελεημοσύνη[36]. Βέβαια, ο Jacques Le Goff ισχυρίζεται ότι «οι επίσκοποί της, που ανήκουν όλοι σχεδόν στην αριστοκρατία των μεγάλων γαιοκτημόνων, είναι πανίσχυροι μέσα στις πόλεις τους, στις επισκοπικές τους περιφέρειες, και επιδιώκουν να γίνουν το ίδιο ισχυροί και μέσα στο βασίλειο»[37]. Από έρευνες και αναλύσεις που έκανε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης φαίνεται ότι οι επίσκοποι που εγκαταστάθηκαν από τους Φράγκους είχαν τέτοιες ιδιότητες και εξασκούσαν τέτοια εξουσία, όχι οι Ρωμηοί Επίσκοποι και Κληρικοί, που δέχονταν την επιθετική μανία των πρώτων.
Αλλά και η Κωνσταντινούπολη αντιδρούσε στην διείσδυση των Βαρβάρων. Ο Jacques Le Goff ισχυρίζεται ότι στην αρχή οι αυτοκράτορες τηρούσαν μια παθητική στάση απέναντι στους Βαρβάρους, αφού επεδίωκαν να τους κρατούν σε υποταγή, παραχωρώντας στους Βαρβάρους Βασιλείς τίτλους υπάτου ή πατρικίου. Αργότερα όμως εγκατέλειψαν την παθητικότητα και έκαναν αντεπίθεση. Ο Ιουστινιανός θέλησε να επανακτήση όλο το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμαίοι στρατηγοί «διαλύουν το βασίλειο των Βανδάλων στην Αφρική (533-534), τη γοτθική κυριαρχία στην Ιταλία,… αποσπούν τη Βαϊτική από τους Βησιγότθους στην Ισπανία». Όμως οι επιτυχίες τους αυτές είναι εφήμερες[38].

3. Η δυτική ιστοριογραφική προοπτική

Παραθέσαμε προηγουμένως μερικές από τις μαρτυρίες του Jacques Le Goff για την εισβολή των Βαρβάρων στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από αυτήν. Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήση τις πηγές, αν και δεν μπορεί να αρνηθή και μερικές υπερβολές που παρατηρούνται σε τέτοιες αναφορές – περιγραφές. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, ο Jacques Le Goff δεν μπορεί να ξεφύγει από την προοπτική μέσα στην οποία γράφεται η ιστορία στην Δύση. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να δούμε και τρεις παρατηρήσεις του για την εισβολή των Βαρβάρων, οι οποίες, κατά κάποιον τρόπο, επιδιώκουν να αμβλύνουν το μακάβριο κλίμα της εποχής εκείνης.
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι η είσοδος των Βαρβάρων έγινε δεκτή από τους Ρωμαίους λόγω της αθλιότητος που υπήρχε. Δηλαδή, όπως λέγεται από τον Jacques Le Goff, η παθητική στάση των κατοίκων ευνόησε την εγκατάσταση των Βαρβάρων. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της πιέσεως που δέχονταν οι πληθυσμοί από την τάξη των πλουσίων, γι’ αυτό και γίνεται λόγος για εκβαρβαρισμό του δυτικού πληθυσμού πριν φθάσουν οι Βάρβαροι, και για αυτοκτονία του ρωμαϊκού πολιτισμού. Επειδή όμως ο συγγραφεύς δεν μπορεί να εξηγήση όλα τα φαινόμενα, γι’ αυτό και υποστηρίζει ότι τελικά ο ρωμαϊκός πολιτισμός στην Δύση δεν πέθανε, αλλά επέζησε δια μέσου των Βαρβάρων[39].
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέμα αυτό, απέδειξε στα γραπτά του ότι οι διαρκείς επαναστάσεις των Ρωμαίων της Δύσεως εναντίον των κατακτητών, και κυρίως εναντίον των Φράγκων, αποδεικνύουν ότι οι Βάρβαροι δεν έγιναν αποδεκτοί από τον ρωμαϊκό πληθυσμό[40]. Ούτε οι επαναστάσεις, ούτε και η εξέγερση των Ρωμαίων της Δύσεως από τον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως μπορούν να ερμηνευθούν με την θεωρία της ελεύθερης και οικειοθελούς υποδοχής των Βαρβάρων από τους Ρωμαίους της Δύσεως. Επίσης, δεν μπορούν να ερμηνευθούν οι σφαγές που έγιναν, όπως τις αναφέραμε πιο πάνω. Δεν δικαιολογούνται τέτοιες ενέργειες, αν τις εντάξουμε μέσα στην άνετη και ελεύθερη επικράτηση των Βαρβάρων.
Η δεύτερη παρατήρηση του Jacques Le Goff, που αμβλύνει κάπως την εντύπωση που προξενεί η έλευση των Βαρβάρων, είναι ότι γίνεται λόγος για ώσμωση μεταξύ των Βαρβάρων και των Ρωμαίων. Σε πολλά σημεία του βιβλίου του Jacques Le Goff φαίνεται ότι, όχι τόσο από την αρχή, αλλά με την πάροδο του χρόνου, οι Βάρβαροι εκπολιτίστηκαν, δέχθηκαν πολλά στοιχεία του ρωμαϊκού πολιτισμού[41], και στην συνέχεια δημιούργησαν δικό τους πολιτισμό.
Η τοποθέτηση αυτή εντάσσεται μέσα στην δυτική ιστοριογραφία, σύμφωνα με την οποία ο ελληνικός πολιτισμός καταστράφηκε τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση. Στην μεν Ανατολή μετατράπηκε σε βυζαντινό, στην δε Δύση καταστράφηκε από τα βάρβαρα γερμανικά φύλα υπό την ηγεσία των Φράγκων, οι οποίοι δημιούργησαν δικό τους πολιτισμό στα ερείπια του ελληνικού πολιτισμού που καταστράφηκε[42]. Αυτό, βέβαια, δεν είναι σωστό.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Jacques Le Goff εξαναγκάζεται να παραδεχθή μερικές αλήθειες, που δείχνουν ότι δεν μπορούμε να μιλούμε για ώσμωση μεταξύ Βαρβάρων και Ρωμαίων και, φυσικά, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για δημιουργία κοινού πολιτιστικού επιπέδου. Οι κοινωνίες που δημιουργήθηκαν με την εγκατάσταση των Βαρβάρων δεν ήταν κοινωνίες ίσων, δεν υπήρχε ισότητα, αφού οι Βάρβαροι επεδίωκαν να υπερισχύουν ως κάτοχοι της ιδιότητος του ελευθέρου, έναντι των Ρωμαίων, που έγιναν και θεωρούνταν υποτελείς[43]. Οι βαρβαρικοί λαοί προσπαθούσαν να μη χάσουν τα ήθη και έθιμα και τις παραδόσεις τους[44]. Έπειτα, πως μπορούμε να μιλούμε για ώσμωση μεταξύ Βαρβάρων και Ρωμαίων, όταν συνήθως οι πρώτοι απέφευγαν να κατοικούν μέσα στις πόλεις, αλλά κατοικούσαν στην περιφέρεια, και όταν οι Φράγκοι Βασιλείς προτιμούσαν να παραμένουν στις μεγάλες τους επαύλεις και όχι στα αστικά τους παλάτια;[45] Επίσης, είναι γνωστόν ότι οι βαρβαρικοί λαοί δεν υποτάσσονταν σ’ έναν κοινό νόμο, αλλά κάθε λαός δικαζόταν σύμφωνα με τον δικό του νόμο. «Ο Φράγκος σύμφωνα με την φραγκική παράδοση, ή μάλλον σύμφωνα με την παράδοση της φραγκικής ομάδας στην οποία ανήκει, ο Βουργούνδιος σύμφωνα με το βουργουνδικό έθιμο, ο Ρωμαίος σύμφωνα με το ρωμαϊκό νόμο»[46]. Άλλωστε, γι’ αυτό πολλοί βάρβαροι ηγεμόνες «θεώρησαν αναγκαία μια νέα νομοθεσία που προοριζόταν για τους Ρωμαίους»[47].
Η τρίτη παρατήρηση του Jacques Le Goff, όπως φαίνεται σε πολλά σημεία του βιβλίου του που μελετούμε και είναι συνέχεια των δύο προηγουμένων παρατηρήσεών του, είναι ότι με την ώσμωση Βαρβάρων και Ρωμαίων τελικά προήλθε μια αναγέννηση στην Δύση. Γράφει χαρακτηριστικά: «όταν σβήνει το ρωμαϊκό όνειρο του έτους 1000, μια ανανέωση είναι έτοιμη να δει το φως της ημέρας: η ανανέωση ολόκληρης της Δύσης»[48]. Και σε άλλο σημείο, μιλώντας για τον εκβαρβαρισμό των Ρωμαίων, γράφει: «Οι παρηκμασμένοι Ρωμαίοι, εκβαρβαρισμένοι εσωτερικά, υποβιβάζονταν στο επίπεδο των χονδροειδών Βαρβάρων που ήταν εξωτερικά ευγενείς»[49].
Όταν, όμως, γίνεται λόγος για αναγέννηση, και κυρίως για καρολίγγεια αναγέννηση, περισσότερο εννοείται η προσπάθεια εκπολιτισμού των βαρβαρικών λαών, φυσικά και αυτών των ηγεμόνων τους. Οι Βάρβαροι θαυμάζουν τον πολιτισμό των Ρωμαίων και προσπαθούν να τον μιμηθούν[50]. Η καρολίγγεια παιδεία αποβλέπει στην μόρφωση των ανωτέρων αξιωματικών, επεκτείνεται σε μερικές περιοχές, παρήγαγε μια τέχνη, αλλά, όπως ο ίδιος ο Jacques Le Goff ομολογεί, «ήταν ένα ξεκίνημα που απέτυχε ή τσακίστηκε πρόωρα», συνετέλεσε όμως στην μετέπειτα αναγέννηση[51].
Στο βιβλίο όμως του Jacques Le Goff παρουσιάζεται εκφραστικά η αλήθεια ότι η εγκατάσταση των βαρβαρικών λαών στην Δύση συνετέλεσε στην οπισθοδρόμηση του πολιτιστικού επιπέδου των κατοίκων της. Πρόκειται για ποσοτική οπισθοδρόμηση, αφού καταστράφηκαν ανθρώπινες ζωές, μνημεία, θησαυροί τέχνης, δρόμοι, εργαστήρια, αποθήκες για εμπορεύματα, αρδευτικά συστήματα, κλπ. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα λέγονται από τον Παύλο Διάκονο για την φρίκη που επικρατούσε στην Ιταλία: «Μέσα σε μια μέρα αγροκτήματα ή πόλεις πολυπληθείς ως τότε βυθίστηκαν στην πιο βαθιά σιωπή εξαιτίας της γενικής φυγής. Τα παιδιά διέφευγαν εγκαταλείποντας άταφο το πτώμα των γονιών τους, οι γονείς εγκατέλειπαν τα σπλάχνα των παιδιών τους που κάπνιζαν. Αν, κατά τύχη, έμενε κάποιος για να θάψει τον συγγενή του καταδικαζόταν να μείνει ο ίδιος άταφος… Ο αιώνας επανήλθε στη σιωπή που προϋπήρχε της ανθρωπότητας: δεν ακούγονταν πια φωνές στους αγρούς, δεν ακουγόταν πια το σφύριγμα των βοσκών… Μάταια οι σοδειές περίμεναν κάποιον θεριστή και ενώ πλησίαζε ο χειμώνας τα σταφύλια κρέμονταν ακόμη στ’ αμπέλια. Οι αγροί μετατράπηκαν σε νεκροταφεία και τα σπίτια των ανθρώπων σε τρώγλες για άγρια ζώα…»[52].
Υπάρχει ακόμη οπισθοδρόμηση της τεχνικής, αφού υποχωρεί η επεξεργασία της πέτρας και παραχωρεί την θέση της στο ξύλο, καθώς επίσης εξαφανίζεται η τέχνη της υαλουργίας[53]. Επικρατεί ακόμη οπισθοδρόμηση στην φιλοκαλία και τα ήθη. «Δεν προβάλλει απλώς το βάθος των αγροτικών προκαταλήψεων, αλλά όλες οι σεξουαλικές παρεκκλίσεις αποχαλινώνονται και η βία εξαγριώνεται: χτυπήματα και τραυματισμοί, λαιμαργία, μέθη»[54]. Βλέπουμε ακόμη την οπισθοδρόμηση στην διοίκηση και την κυβερνητική μεγαλοπρέπεια.
Είναι χαρακτηριστικά όσα λέγει ο Jacques Le Goff: «Ο φράγκος βασιλιάς, ο οποίος ενθρονίζεται με την ανύψωσή του πάνω σε μια ασπίδα και φέρει το δόρυ ως μοναδικό έμβλημα, στη θέση του σκήπτρου ή του διαδήματος, έχει για διακριτικό σημείο την μακριά κόμη: rex crinitus. Βασιλιάς – Σαμψών, με χαίτη, και κάποιοι γραφείς, οικιακοί δούλοι και η  φρουρά του από anstrutiones τον ακολουθούν από το ένα γαιόκτημα  στο άλλο. Όλα αυτά στολίζονται με παραμυθένιους τίτλους που τους δανείζονται από το λεξιλόγιο της ύστερης Αυτοκρατορίας. Ο αρχισταβλίτης γίνεται «κόμης του στάβλου», connetable, οι σωματοφύλακες «κόμητες του παλατιού» και το συνονθύλευμα  των μεθυσμένων στρατιωτών και χονδροκομμένων κληρικών ονομάζεται «θαυμαστοί άνδρες» ή «ένδοξοι». Επειδή δεν συλλέγονται φόροι, ο πλούτος του βασιλιά περιορίζεται σε κιβώτια με χρυσά νομίσματα, γυάλινα μικροαντικείμενα και κοσμήματα, και όταν πεθαίνει ο βασιλιάς, σύζυγοι, συμβίες, παιδιά και νόθα, τα διεκδικούν με τον ίδιο τρόπο που μοιράζονται τη γη και το ίδιο το βασίλειο»[55].
Είναι φανερό από όσα παρουσιάσαμε προηγουμένως ότι η εγκατάσταση των βαρβαρικών λαών στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δημιούργησε μεγάλα προβλήματα. Οι Βάρβαροι υπέταξαν τους Ρωμαίους, αλλοίωσαν την πολιτιστική τους παράδοση, και προσπάθησαν να δημιουργήσουν δικό τους πολιτισμό. Ωστόσο όμως οι υποτελείς Ρωμαίοι κράτησαν τα δικά του έθιμα και παραδόσεις.

4.Ο ιδιαίτερος τρόπος ζωής με την είσδυση των βαρβαρικών λαών

Οι δυτικοί ιστοριογράφοι ισχυρίζονται ότι με την είσδυση των Βαρβάρων στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δημιουργήθηκε μια ώσμωση μεταξύ των Ρωμαίων και των Βαρβάρων, όπως είδαμε προηγουμένως. Αυτό όμως δεν ευσταθεί, γιατί δεν μπορούν να εξηγηθούν τόσο οι βιαιότητες και οι σφαγές, όσο και η διαφορά του πολιτιστικού επιπέδου μεταξύ των Βαρβάρων και των Ρωμαίων. Το γεγονός είναι ότι αναπτύχθηκε ένας ιδιαίτερος τρόπος ζωής, και ένας ιδιαίτερος πολιτισμός, που είναι σαφώς αντίθετος προς τον Ρωμαίικο πολιτισμό. Θα το δούμε αυτό σε τέσσερα χαρακτηριστικά σημεία.
Πρώτον. Η διαφορά μεταξύ του πολιτισμού των Ρωμαίων και των Φράγκων φαίνεται στον λεγόμενο φεουδαλισμό και το φεουδαλιστικό σύστημα. Η φεουδαρχία αποτελεί τον πυρήνα του φραγκικού τρόπου ζωής και δείχνει την αντίθεσή του προς τον ρωμαίικο τρόπο ζωής. Βεβαίως, μπορεί να συναντήση κανείς και στην Ρωμαϊκή περίοδο έναν γεωργικό φεουδαλισμό, αλλά διαφέρει σαφώς από τον φραγκικό, γιατί δεν είχε θεολογική υποδομή, δεν στηριζόταν στην διάκριση μεταξύ των κατά φύσιν ευγενών και των κατά φύσιν δούλων. Όσα θα πούμε στην συνέχεια θα δείξουν αυτόματα την μεγάλη διαφορά μεταξύ Φράγκων και Ρωμαίων.
Κατά τον Καθηγητή π. Ιωάννη Ρωμανίδη, οι Φράγκοι κατακτητές είχαν και εφήρμοσαν το φεουδαρχικό σύστημα. Ο ρήγας των Φράγκων είχε υπό την εξουσία του όλα τα φέουδα ως κτήματά του και τα παραχωρούσε ισοβίως στους Φράγκους ευγενείς, πολεμάρχους, δούκας, κόμητας, βαρώνους και κατωτέρους ιππότας. Με τον καιρό αναγνωρίζονταν ως «κληρονομικά οικογενειακά δικαιώματα». Ο Φράγκος ηγεμών έδιδε φέουδο και σε επισκόπους, που κατείχαν θέση διοικητού και όχι πνευματικού πατρός[56].
Το φεουδαλιστικό σύστημα στην Δύση επικράτησε με την εμφάνιση των Φράγκων, και βέβαια αυτή η εμφάνιση συμπίπτει με τον αφανισμό των Ρωμαίων από τις διοικητικές εκκλησιαστικές θέσεις[57]. Όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ακόμη και την εκκλησιαστική διοίκηση, απεκάλεσαν τους εαυτούς τους ευγενείς και τους υποδουλωθέντας Ρωμαίους, δουλοπαροίκους. Έτσι, δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ πλουσίων και πτωχών ή εγγραμμάτων και αγραμμάτων, αλλά μεταξύ κατακτητών και υποδούλων[58]. Πρόκειται, δηλαδή, για μια ρατσιστική διάκριση και διαίρεση του πληθυσμού της Δύσεως. Φυσικά, αυτό επηρέασε και την εκκλησιαστική διοίκηση, όταν η τελευταία καταλήφθηκε από τους Φράγκους, οπότε η χειροτονία, το συνοδικό σύστημα, ο διορισμός των επισκόπων εντάχθηκαν μέσα στην φεουδαλιστική νοοτροπία και διαποτίζονταν από την ατμόσφαιρα της φεουδαρχίας[59].
Και οι δυτικοί ιστορικοί δεν μπορούν να αρνηθούν την ύπαρξη της φεουδαρχίας. Ο Jacques Le Goff μας προσφέρει χαρακτηριστικές πληροφορίες για την φεουδαρχία του Μεσαίωνος στην Δύση, κυρίως με την επικράτηση των Φράγκων.
Παρά το ότι οι Φράγκοι κατακτητές προσπαθούσαν να δανεισθούν την πολιτική και διοικητική κληρονομιά της Ρώμης, όμως ποτέ δεν απέκτησαν την αίσθηση του Κράτους. «Οι φράγκοι βασιλείς θεωρούν το βασίλειο ιδιοκτησία τους, όπως ακριβώς τα γαιοκτήματά τους ή τους θησαυρούς τους. Το βασίλειο που τους ανήκει οι φράγκοι βασιλείς το μοιράζουν ανάμεσα στους κληρονόμους τους. Από καιρό σε καιρό, η τύχη, η παιδική θνησιμότητα ή η πνευματική καθυστέρηση συνενώνουν τα φραγκικά κράτη υπό την εξουσία ενός ή δύο βασιλέων»[60].
Ο Καρλομάγνος για να δημιουργήση ένα σταθερό φραγκικό κράτος δώριζε τα φέουδα – τμήματα γης – σε διάφορα πρόσωπα, ώστε να γίνουν υποτελείς του. Οι δύσκολες συνθήκες που υπήρχαν τότε στην Δύση εξανάγκασαν τους αδύνατους ανθρώπους να ζητούν προστασία στους φεουδάρχες. Αυτό συνετέλεσε στην δημιουργία ενός ιδιαίτερου τρόπου ζωής. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που συμπεραίνει ο Jacques Le Goff: «Διαισθανόμαστε ωστόσο τι είναι αυτό που συμβαίνει την εποχή των Καρολιδών και θα έχει αποφασιστική σημασία για τον μεσαιωνικό κόσμο. Στο εξής, ο κάθε άνθρωπος θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τον άρχοντά του, και αυτός ο κοντινός ορίζοντας, αυτός ο ζυγός που βαραίνει ακόμη περισσότερο αν λάβουμε υπόψη ότι ασκείται σε έναν κύκλο στενό, θα θεμελιωθεί στο δίκαιο· η βάση της εξουσίας θα είναι ολοένα και περισσότερο η κατοχή γης, το θεμέλιο της ηθικής θα είναι η πίστη, που θα αντικαταστήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τις ελληνο-ρωμαϊκές πολιτικές αρετές. Ο αρχαίος άνθρωπος όφειλε να είναι δίκαιος ή τίμιος, ο μεσαιωνικός άνθρωπος θα πρέπει να είναι πιστός. Στο εξής οι κακοί θα είναι οι άπιστοι»[61].
Η φεουδαρχία, που είναι «το σύνολο των προσωπικών σχέσεων που συνδέουν μεταξύ τους ιεραρχικά, τα μέλη των κυρίαρχων στρωμάτων της κοινωνίας», αν και εν σπέρματι υπάρχει κατά την εποχή των Καρολιδών, εν τούτοις ανθίζει γύρω στο 1000 μ.Χ.[62].
Ο Jacques Le Goff μας παρουσιάζει και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του φεουδαλιστικού συστήματος, αυτά είναι δύο, ήτοι η υποτέλεια και το φέουδο.
Ο άρχοντας και ο υποτελής συνδέονται με το συμβόλαιο της υποτέλειας. Γίνεται ιδιαίτερη τελετή, κατά την οποία ο υποτελής δίνει υπόσχεση ότι ανήκει στον άρχοντα και αναλαμβάνει υποχρεώσεις «στη διοίκηση, τη δικαιοσύνη και τον στρατό του άρχοντα». Αυτή η υποτέλεια γίνεται και με συμβολικές πράξεις, αφού ο υποτελής βάζει τα ενωμένα χέρια του μέσα στα χέρια του άρχοντα και του λέγει: «Κύριε γίνομαι άνθρωπός σας». Με την σειρά του ο άρχοντας αναλαμβάνει την προστασία του υποτελούς του.
Εκτός από το χαρακτηριστικό της υποτέλειας, η φεουδαρχία συνδέεται και με το φέουδο, που είναι ένα τμήμα γης. Η παραχώρηση αυτού του φέουδου γίνεται κατά την διάρκεια ιδιαίτερης τελετής, του χρίσματος, κατά την οποία ο άρχοντας προσφέρει στον υποτελή του συμβολικά ένα αντικείμενο, όπως λάβαρο, σκήπτρο, ράβδο, δαχτυλίδι, μαχαίρι, γάντι, κομμάτι άχυρο κλπ. Επίσης, ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία του φεουδαρχικού συστήματος είναι η κληρονομικότητα του φέουδου[63].
Όταν η εκκλησιαστική διοίκηση καταλήφθηκε από τους Φράγκους, απέκτησε και αυτή φεουδαλιστικό χαρακτήρα. Η παράδοση φέουδων στους ιεράρχες γινόταν με την ίδια τελετή, με την διαφορά ότι, αντί ο ρήγας να προσφέρη ένα άλλο αντικείμενο (σπαθί, ακόντιο, ασπίδα) παρέδιδε αρχιερατικό ωμοφόριο. Επίσης, το γεγονός ότι ο Επίσκοπος δεν είχε απογόνους για να κληρονομηθή το φέουδο εξυπηρετούσε καλύτερα τον ρήγα στο να αποτρέπη την αποκέντρωση της στρατιωτικής και οικονομικής δυνάμεως. Έτσι, δια της ιεραρχίας ο ρήγας ή ο αυτοκράτορας συγκέντρωνε ασφαλέστερα την κρατική δύναμη στα χέρια του[64].
Δεύτερον. Η φεουδαλιστική διοργάνωση της κοινωνίας ήταν φυσικό να δημιουργήση τις διάφορες τάξεις, των οποίων γνωρίσματα ήταν οι πόλεμοι και οι διαμάχες μεταξύ τους. Αυτές οι διαμάχες συνέβαιναν τόσο μεταξύ κυριάρχων Φράγκων και υποδούλων Ρωμαίων, όσο και μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών φεουδαρχών. Η μεσαιωνική ιστορία της Δύσεως, αλλά και γενικότερα η ευρωπαϊκή ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες συγκρούσεις και επαναστάσεις. Ο Jacques Le Goff θα γράψη χαρακτηριστικά: «στη Μεσαιωνική Δύση η ταξική πάλη συνοδεύεται από ζωηρούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό των τάξεων»[65].
Όπως λέγει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης όλος ο ευρωπαϊκός  πολιτισμός διακρίνεται από δύο βασικά σημεία. Το ένα είναι ο φεουδαλισμός με την ταξική και ρατσιστική του φιλοσοφία και οργάνωση, και το άλλο οι επαναστάσεις εναντίον των ταξικών αυτών διακρίσεων, με αρχή ότι ο καθένας να αγωνίζεται για την ευδαιμονία[66].
Τρίτον. Η φεουδαρχία έχει σαν κέντρο τους πύργους και αυτό είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμα. Πραγματικά, «το κέντρο της φεουδαρχικής οργάνωσης είναι ο πύργος»[67]. «Ο πύργος γίνεται το κέντρο μιας χωροδεσποτείας που σιγά σιγά απορροφά όλες τις εξουσίες: οικονομική, δικαστική και πολιτική»[68]. Βέβαια, οι πύργοι είναι σημείο εξουσίας και δεσποτείας, αλλά ταυτόχρονα και οχύρωμα από τις διαρκείς επαναστάσεις των υποδούλων Ρωμηών.
Ο Jacques Le Goff σημειώνει για την σημασία των πύργων: «Από τον 10ο αιώνα, γεννώνται γύρω από τον πύργο οι νέοι φεουδαρχικοί θεσμοί. Ο πύργος είναι κατ’ αρχήν ένας οχυρωμένος τόπος, ferte. Αρχικά κατασκευάζεται από ξύλο και τα κύρια στοιχεία τους είναι ένας φράκτης και ένας πύργος που αποτελείται από δύο ορόφους: ένα υπόγειο και μια μεγάλη αίθουσα, στην οποία εισέρχονται από μια μεγάλη σκάλα. Κτίζεται πάνω σε ένα ύψωμα, (motte). Ο πύργος γίνεται η ορατή και συγκεκριμένη βάση των εξουσιών του πυργοδεσπότη του οποίου το λάβαρο κυματίζει πάνω σε έναν πυργίσκο. Ο πύργος γίνεται σύντομα κέντρο κοινωνικής και οικονομικής κυριαρχίας. Από τον 11ο αιώνα, ιππότες και πυργοδεσπότες τείνουν να σχηματίσουν μια κάστα, της οποίας ο τρόπος ζωής εκλεπτύνεται, ενώ η κατασκευή των πύργων και η εσωτερική τους διευθέτηση σιγά σιγά βελτιώνονται. Ο πύργος είναι το κέντρο μιας ιδιαίτερης κοινωνίας· η κοινωνία των πύργων συνιστά έναν στρατιωτικό και καλλιτεχνικό πολιτισμό»[69].
Μέσα στους πύργους καλλιεργείται ένας ιδιαίτερος τρόπος ζωής, ο οποίος διαφέρει σαφώς από τον τρόπο ζωής των υποτελών Ρωμηών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και σήμερα διάφορες εκδηλώσεις της ζωής και τρόποι ψυχαγωγίας που επικρατούσαν στην Δύση και μεταφέρθηκαν και στον δικό μας χώρο, φέρουν την ονομασία που είχαν στην ζωή των πύργων. Όλοι γνωρίζουμε την κλασσική μουσική, το κλασσικό μπαλέτο κλπ. Η λέξη «κλασσικός» προέρχεται από την λέξη κλάση, που ταυτίζεται με την λέξη τάξη. Δείχνει τον ιδιαίτερο πολιτισμό των «ευγενών», των κατακτητών των Ρωμαίων.
Είναι χαρακτηριστικά όσα λέγονται από τον Jacques Le Goff: «Όπως η ενοριακή κοινωνία είναι ο μικρόκοσμος που οργανώνει η Εκκλησία, έτσι και η κοινωνία των κάστρων είναι το κοινωνικό κύτταρο που διαμορφώνουν οι άρχοντες στους πύργους. Συγκεντρώνει τους νεαρούς γιους των υποτελών οι οποίοι στέλνονται να υπηρετήσουν τον άρχοντα και να εκπαιδευτούν στρατιωτικά, – να χρησιμεύσουν και ως όμηροι  ενδεχομένως -, τους υπηρέτες του άρχοντα και ολόκληρο τον κόσμο των διασκεδαστών που προορίζονται να ικανοποιήσουν τις ανάγκες ψυχαγωγίας και γοήτρου των φεουδαρχών. Η θέση των ραψωδών και των τροβαδούρων είναι αμφιλεγόμενη αφού υποχρεώνονται να τραγουδήσουν τα κατορθώματα και τις βασικές αξίες των εργοδοτών τους και εξαρτώνται άμεσα από τους μισθούς και την εύνοια αυτών των αφεντών· συχνά επιθυμούν και μερικές φορές καταφέρνουν να γίνουν και αυτοί με τη σειρά τους άρχοντες – τέτοια είναι η περίπτωση του Minnesanger που γίνεται ιππότης και λαμβάνει τα οικόσημα (το περίφημο χειρόγραφο της Χαϊλδεβέργης, του οποίου οι μικρογραφίες αναπαριστούν τους Minnesanger και τα οικόσημά τους, μαρτυρεί ότι η λυρική ποίηση αναδεικνύεται από την τέχνη των ευγενών)· εξίσου συχνά όμως, νιώθει μνησικακία εξαιτίας της θέσης του ως καλλιτέχνη που εξαρτάται από τα καπρίτσια ενός πολεμιστή, ως διανοούμενου που παρακινείται από ιδεώδη που έρχονται σε αντίθεση με εκείνα της φεουδαρχικής κάστας, και είναι έτοιμος να γίνει κατήγορος των αφεντικών του. Η λογοτεχνική και καλλιτεχνική παραγωγή στο περιβάλλον του πύργου είναι συχνά μια λίγο πολύ συγκεκαλυμμένη μαρτυρία της αντίθεσης στη φεουδαρχική κοινωνία»[70].
Τέταρτον. Στοιχείο στενά συνδεδεμένο με τα προηγούμενα είναι και ο στρατός που διέθεταν οι φεουδάρχες, με τον οποίο ασφάλιζαν την κυριαρχία τους επάνω στους υποτελείς Ρωμαίους και κατέστελλαν τις εξεγέρσεις τους. Με τον στρατό αυτόν οι δυτικοί ηγεμόνες έκαναν τις σταυροφορίες με σκοπό τάχα να ελευθερώσουν του Αγίους Τόπους, στην πραγματικότητα όμως να υποδουλώσουν και τους Ρωμηούς του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πραγματικά, οι σταυροφορίες επέτυχαν να αποδυναμώσουν την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ιδίως με την Δ’ Σταυροφορία κυριεύθηκε από τους σταυροφόρους η Κωνσταντινούπολη, λεηλατήθηκε τρομακτικά, και στην πραγματικότητα από τότε δεν μπόρεσε ποτέ να ανανήψη. Έτσι, η φραγκοκρατία στις επαρχίες του ανατολικού τμήματος του Ρωμαϊκού Κράτους αποδυνάμωσε την Αυτοκρατορία και συνετέλεσε τα μέγιστα στην υποδούλωσή της στους Τούρκους. Επομένως, μπορούμε να κάνουμε λόγο για την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από το 1204, όταν καταλήφθηκε από τους Σταυροφόρους[71].
Γίνεται πολύς λόγος σήμερα για τα ελγίνεια μάρμαρα, τα οποία πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα και ξεχνούμε τους θησαυρούς της Ρωμαίικης – Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας που άρπαξαν οι σταυροφόροι – Φράγκοι και γέμισαν όλες τις βιβλιοθήκες και τα μουσεία τους. Τέτοιες λεηλασίες δεν είχαν ξαναγίνει στην ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Επομένως, η φεουδαλιστική οργάνωση, η ταξική κοινωνία, η ζωή στους πύργους και ο στρατός, όπως και άλλα συναφή στοιχεία, δείχνουν τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής των Φράγκων, που είναι σαφώς αντίθετος προς τον ρωμαίικο τρόπο ζωής και αποτελεί την βάση του λεγομένου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Δεν έχω πρόθεση να επεκταθώ στο σημείο αυτό, αλλά θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι και τα τέσσερα αυτά σημεία που είδαμε προηγουμένως, τα οποία αποτελούν την βάση της δυτικής – φραγκικής κοινωνίας, είναι ξένα προς την ζωή των Ρωμηών και την ουσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στην Ρωμηοσύνη ποτέ δεν επεκράτησε ο φεουδαλισμός με την ταξικά και ρατσιστική του νοοτροπία, και φυσικά δεν έχουμε φαινόμενα πύργων με τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής, ούτε φαινόμενα σταυροφοριών με όλα τα επακόλουθά τους.

5.Συμπέρασμα

 

Από όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως φαίνεται η σημασία του βιβλίου του Jacques Le Goff. Οπωσδήποτε οι μαρτυρίες που μας προσφέρει είναι αξιόλογες, αλλά όμως πρέπει να σταθούμε προσεκτικά και κριτικά απέναντι στις ερμηνείες, οι οποίες εντάσσονται μέσα στην δυτική ιστοριογραφία. Εμείς έχουμε δικές μας ερμηνείες πάνω στα φαινόμενα που παρατηρήθηκαν στον δυτικό χώρο, οι οποίες τουλάχιστον στην περίπτωση αυτή που μελετούμε είναι αντικειμενικότερες.
Το γεγονός είναι ότι, με την είσδυση των βαρβαρικών φυλών στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, επικράτησε ένας βαρβαρισμός, που πέρασε πολύς χρόνος για να ξεπερασθή. Έγινε, βέβαια, μια αναγέννηση, δηλαδή δημιουργήθηκε ένας καινούργιος πολιτισμός, αλλά και αυτός μπορεί να χαρακτηρισθή ως ένας νεοβαρβαρισμός.
Σήμερα θεωρείται ότι τα δυτικά Κράτη είναι πολιτισμένα, φωτισμένα, γιατί στον χώρο αυτόν καλλιεργήθηκε η επιστήμη και η τεχνολογία. Κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήση αυτό, αλλά όμως το πρόβλημα παραμένει, κατά πόσον η επιστήμη και τεχνολογία συνιστούν έναν ολοκληρωμένο πολιτισμό. Όταν καλλιεργούνται μερικά εξωτερικά γνωρίσματα που στηρίζονται απλώς και μόνον στην λογική και παραθεωρούνται άλλες πλευρές της προσωπικότητος του ανθρώπου, αυτό δεν λέγεται πολιτισμός.
Κατά την περίοδο της αναγεννήσεως στην Δύση μελετήθηκε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, δημιουργήθηκαν πολλά κέντρα μελέτης των προβλημάτων που έθεσαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι. Αλλά όταν ο ελληνισμός αποξενωθή από την Ορθόδοξη Παράδοση, όταν παύση να είναι Ρωμηοσύνη, τότε είναι οπισθοδρομικός και ανίσχυρος να λύση τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου.
Κατά συνέπεια, ο σύγχρονος Ευρωπαίος είναι πνευματικά και υπαρξιακά ανάπηρος. Έχει αναπτυγμένη επιστημονική σκέψη, διακρίνεται για την τεχνική υποδομή, έχει κανόνες συμπεριφοράς και καλής αγωγής, αλλά δεν μπορεί να λύση τα οντολογικά και υπαρξιακά του προβλήματα. Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός είναι μονοδιάστατος. Γι’ αυτό και μπορούμε να πούμε ότι στην Δύση επικρατεί ένας ιδιότυπος νεοβαρβαρισμός.

        Η Δύση σήμερα έχει ανάγκη της Ρωμαίικης παραδόσεως, που λύει όλα τα προβλήματα του ανθρώπου. Στο σημείο αυτό βλέπουμε και την μεγάλη προσφορά της Ορθοδοξίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν πρέπει να πηγαίνουμε στην Ευρώπη ως φτωχοσυγγενείς και κομπλεξικοί, αλλά ως πνευματικά άρχοντες, αφού διαθέτουμε την πνευματικά αρχοντιά της ανθρωπότητος, όλα τα καλύτερα στοιχεία του γνησίου ανθρωπισμού.

Αύγουστος 1994


Παραπομπές

——————————————————————————–

[1] Βλ. Ιωάννου Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη, Θεσσαλονίκη 1975, εκδ. Πουρναρά, σελ. 32 και εξής.

[2] Jacques Le Goff: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, εκδ. Βάνιας, 1993. Ελληνική Εκδοση

[3] ένθ. ανωτ. σελ. 639.

[4] ένθ. ανωτ. σελ. 635.

[5] ένθ. ανωτ. σελ. 635.

[6] ένθ. ανωτ. σελ. VIII.

[7] ένθ. ανωτ.

[8] ένθ. ανωτ. σελ. 18.

[9] ένθ. ανωτ. σελ. 17.

[10] ένθ. ανωτ. βλ. σελ. 27-29.

[11] ένθ. ανωτ. σελ. 31.

[12] ένθ. ανωτ. σελ. 31.

[13] ένθ. ανωτ. σελ. 28.

[14] ένθ. ανωτ. σελ. 27.

[15] ένθ. ανωτ. σελ. 35.

[16] ένθ. ανωτ. σελ. 35-36.

[17] ένθ. ανωτ. σελ. 36.

[18] ένθ. ανωτ. σελ. 37.

[19] ένθ. ανωτ. σελ. 38.

[20] ένθ. ανωτ. σελ. 42.

[21] ένθ. ανωτ. σελ. 73.

[22] ένθ. ανωτ. σελ. 80-81.

[23] ένθ. ανωτ. σελ. 81.

[24] ένθ. ανωτ. σελ. 30.

[25] ένθ. ανωτ. σελ. 40.

[26] ένθ. ανωτ. σελ. 29-30.

[27] ένθ. ανωτ. σελ. 27.

[28] ένθ. ανωτ. σελ. 23.

[29] ένθ. ανωτ. σελ. 23-26.

[30] ένθ. ανωτ. σελ. 33.

[31] ένθ. ανωτ. σελ. 34.

[32] ένθ. ανωτ. σελ. 34-35.

[33] ένθ. ανωτ. σελ. 56.

[34] ένθ. ανωτ. σελ. 66.

[35] ένθ. ανωτ. σελ. 34.

[36] ένθ. ανωτ. σελ. 57.

[37] ένθ. ανωτ. σελ. 58.

[38] ένθ. ανωτ. σελ. 39-40.

[39] ένθ. ανωτ. σελ. 27-28.

[40] Πρωτ. Π. Ιωάννου Ρωμανίδη, «Παράδοση», τεύχος 4, σελ. 487.

[41] ένθ. ανωτ. σελ. 29.

[42] Ιωάννου Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 32 και εξής.

[43] Jacques Le Goff: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, εκδ. Βάνιας 1993, σελ 49.

[44] ένθ. ανωτ. σελ. 50.

[45] ένθ. ανωτ. σελ. 51.

[46] ένθ. ανωτ. σελ. 52.

[47] ένθ. ανωτ. σελ. 53.

[48] ένθ. ανωτ. σελ. 81.

[49] ένθ. ανωτ. σελ. 31.

[50] ένθ. ανωτ. σελ. 31.

[51] ένθ. ανωτ. σελ. 183.

[52] ένθ. ανωτ. σελ. 55.

[53] ένθ. ανωτ. σελ. 55.

[54] ένθ. ανωτ. σελ. 55.

[55] ένθ. ανωτ. σελ. 56-57.

[56] Ιωάννου Ρωμανίδη, Ρωμηοσύνη, ένθ. ανωτ. σελ. 157.

[57] ένθ. ανωτ. σελ. 140.

[58] ένθ. ανωτ. σελ. 141.

[59] ένθ. ανωτ. σελ. 157 και εξής.

[60] Jacques Le Goff, ένθ. ανωτ. σελ. 73.
[61] ένθ. ανωτ. σελ. 79.

[62] ένθ. ανωτ. σελ. 132.

[63] ένθ. ανωτ. σελ. 132-134.

[64] Ιωάννου Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη, ένθ. ανωτ. σελ. 157-158.

[65] Jacques Le Goff, ένθ. ανωτ. σελ. 425.
[66] Ιωάννου Ρωμανίδου, ένθ. ανωτ. σελ. 174.

[67] Jacques Le Goff, ένθ. ανωτ. σελ. 586.
[68] ένθ. ανωτ. σελ. 135.

[69] ένθ. ανωτ. σελ. 586.

[70] ένθ. ανωτ. σελ. 433-434.

[71] ένθ. ανωτ. σελ. 98-101.

http://www.egolpion.net/25494AF1.print.el.aspx