«… Ἄν καί δέν νύσταζα, εἶπα νά ξαπλώσω, γιατί ἔνιωθα λίγη κούραση στά πόδια. Παίρνει νά φωτίζη. Στίς 9 η ώρα (6 περίπου κοσμικά τό πρωί) δέν είχα κοιμηθή.

Σέ μιά στιγμή σάν νά χάθηκε ο τοίχος τού Κελλιού μου (δίπλα στό κρεββάτι πρός τό εργαστήριο). Βλέπω τόν Χριστό μέσα στό φώς, σέ απόσταση έξι μέτρα περίπου. Τόν έβλεπα από τό πλάϊ. Τά μαλλιά του ήταν ξανθά καί τά μάτια του γαλανά. Δέν μού μίλησε. Κοίταξε λίγο δίπλα, όχι ακριβώς εμένα. Δέν έβλεπα μέ τά σωματικά μάτια. Αυτά είτε ανοιχτά είναι είτε κλειστά, καμιά διαφορά δέν έχει. Έβλεπαν τά μάτια τής ψυχής.

Όταν Τόν είδα σκέφθηκα: Πώς μπόρεσαν νά φτύσουν τέτοια μορφή; Πώς μπόρεσαν -οι αθεόφοβοι- νά ακουμπήσουν τέτοια μορφή; Πώς μπόρεσαν νά μπήξουν καρφιά σ αυτό τό σώμα; Πά! πά! πά! Απόμεινα! Τί γλυκύτητα ένιωθα! Τί αγαλλίαση! Δέν μπορώ νά εκφράσω μέ δικά μου λόγια τήν ομορφιά αυτή. Ήταν αυτό πού λέει: «Ο Ωραίος κάλλει παρά τούς υιούς τών ανθρώπων». Αυτό ήταν. Δέν έχω δει ποτέ τέτοια εικόνα Του. Μόνο μία κάποτε -δέν θυμάμαι πού- έμοιαζε κάπως. Θα άξιζε νά αγωνίζεται κανείς χίλια χρόνια γιά νά δή αυτή τήν ομορφιά γιά μιά στιγμή μόνο. Τί μεγάλα καί ανείπωτα είναι δυνατόν νά χαρισθούν στόν άνθρωπο, καί μέ τί τιποτένια ασχολούμαστε!».

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης