«Ὅταν ἡ ψυχή μας εἶναι ἁγιασμένη, ἀκτινοβολεῖ τό καλό» , λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος. Γι’ αὐτό πρέπει νά βροῦμε καί τόν τρόπο νά καθαρίσουμε τό βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀπό κάθε κακία. Ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι ἁγιασμένος καί καθαρός, στέλνει σιωπηλά τήν ἀγάπη του σέ ὅλους. Βέβαια, αὐτό στήν ἀρχή εἶναι λίγο δύσκολο», λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος. «Στήν ἀρχή καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε μέ πόνο: «Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὁ οὐ θέλων κακόν, τοῦτο πράσσω»[1]. Καί στήν συνέχεια ἔλεγε: «βλέπω ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καί αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου. Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος! τίς μέ ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;»[2]»[3]. Δηλαδή κι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δυσκολευόταν στήν ἀρχή κι ἔλεγε αὐτό πού θέλω -τό καλό- δέν τό κάνω, ἀλλά κάνω αὐτό πού δέν θέλω, τό κακό. Γιατί βλέπω ἄλλο νόμο στά μέλη μου πού ἀντιστρατεύεται στόν νόμο τοῦ νοῦ καί μέ αἰχμαλωτίζει στό νόμο τῆς ἁμαρτίας, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ στά μέλη μου. Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος, ποιός θά μέ γλιτώσει ἀπό τό σῶμα αὐτό τοῦ θανάτου; Δηλαδή ἀπό αὐτή τήν ὑποδούλωση, τήν ἁμαρτία. Ἔτσι βίωνε, πρίν τήν πνευματική του ἀναγέννηση, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, αὐτή τήν ὑποδούλωση στόν πονηρό καί στά πάθη.
 
«Αὐτά τά ἔλεγε στήν ἀρχή. Ἦταν πολύ ἀδύνατος τότε καί δέν μποροῦσε νά κάνει τό καλό», λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος, «ἐνῶ τό ἐπιθυμήσουμε καί τό ὀρεγότανε. Ὅταν σιγά-σιγά δόθηκε στήν ἀγάπη καί στήν λατρεία τοῦ Θεοῦ, βλέποντας τίς διαθέσεις του ὁ Θεός εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν καί ἐσκήνωσεν ἐν αὐτῷ ἡ Θεία Χάρις. Ἔτσι κατόρθωσε νά ζεῖ τόν Χριστό. Μπῆκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μέσα του κι αὐτός πού ἔλεγε, «δέν μπορῶ νά κάνω τό καλό, ἐνῶ τό ἐπιθυμῶ», κατόρθωσε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά γίνει ἀνίκανος γιά τό κακό. Πρῶτα ἦταν ἀνίκανος νά κάνει τό καλό, μετά πού ἦλθε ὁ Χριστός μέσα του ἔγινε ἀνίκανος νά κάνει τό κακό. Ἔγινε ἡ καλοσύνη, ἡ ἀγάπη, ἡ ἀρετή, σχεδόν ἕνα μέ τήν φύση του.Φώναζε μάλιστα: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός»[4]». Δέν ζῶ ἐγώ, ἀλλά ὁ Χριστός ζεῖ μέσα μου. «Τό ἔλεγε, τό κήρυττε μέ καύχηση, ὅτι «ἔχω τόν Χριστό μέσα μου». Ἐνῶ πρωτύτερα ἔλεγε: «Ἤθελα νά κάνω τό καλό ἀλλά δέν μποροῦσα». Ποῦ πῆγε τό «ταλαίπωρος ἐγώ ὁ ἄνθρωπος…»; Πάει! Ἡ Χάρις μέσα του ἐτελείωσε τό ἔργο της», τό ὁλοκλήρωσε δηλαδή. Ἀπό ταλαίπωρος ἔγινε χαριτωμένος. Τόν ἐπλήρωσε ἡ Χάρις, ἀφοῦ πρίν ταπεινώθηκε.

 
Ὅλοι μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ γινόμαστε ἀνίκανοι πρός κάθε ἁμαρτία. Καθιστάμεθα ἀνίκανοι, διότι μέσα μας ζεῖ ὁ Χριστός. Εἴμαστε πλέον ἱκανοί μόνο γιά τό καλό. Ἔτσι θ’ ἀποσπάσουμε τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, θά καταστοῦμε ἔνθεοι. Ἅμα δοθοῦμε στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τότε ὅλα θά μεταβληθοῦν, ὅλα θά μεταστοιχειωθοῦν, ὅλα θά μεταποιηθοῦν, ὅλα θά μετουσιωθοῦν. Ὁ θυμός, ἡ ὀργή, ἡ ζήλεια, ὁ φθόνος, ἡ ἀγανάκτηση, ἡ κατάκριση, ἡ ἀχαριστία, ἡ μελαγχολία, ἡ κατάθλιψη», ὅλα αὐτά πού τόσο πολύ βλάπτουν τόν ἄνθρωπο, «μέσα στόν Χριστό, μέσα στήν Ἐκκλησία», ὅλα λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος, «θά γίνουν ἀγάπη, χαρά, λαχτάρα, θεῖος ἔρως. Παράδεισος»[5]! Κι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θεραπεύεται ψυχοσωματικά, ἐφόσον δοθεῖ στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό.
 
Τότε ὁ ἄνθρωπος βλέπει μέ ἄλλα μάτια καί τήν κτίση ὁλόκληρη. Τότε χαίρεται τά πάντα. «Νά χαίρεσθε», ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, «ὅσα μᾶς περιβάλλουν. Ὅλα μᾶς διδάσκουν καί μᾶς ὁδηγοῦν στόν Θεό. Ὅλα γύρω μας εἶναι σταλαγματιές τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή ὅλα εἶναι φέροντα τό ἀποτύπωμα κατά κάποιο τρόπο τοῦ Θεοῦ, εἶναι τά ἀποτελέσματα τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, φανερώνουν τόν Θεό. «Καί τά ἔμψυχα καί τά ἄψυχα καί τά φυτά καί τά ζῶα καί τά πουλιά καί τά βουνά καί ἡ θάλασσα καί τό ἡλιοβασίλεμα καί ὁ ἔναστρος οὐρανός. Εἶναι οἱ μικρές ἀγάπες, μέσα ἀπ’ τίς ὁποῖες φτάνουμε στήν μεγάλη Ἀγάπη, τόν Χριστό. Τά λουλούδια, γιά παράδειγμα, ἔχουν τήν χάρη τους. Μᾶς διδάσκουν μέ τό ἄρωμά τους, μέ τό μεγαλεῖο τους. Μᾶς μιλοῦν γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Σκορποῦν τό ἄρωμά τους, τήν ὀμορφιά τους σέ ἁμαρτωλούς καί δικαίους. Ὅπως κάνει κι ὁ Θεός, ἀδιάκριτα εὐλογεῖ καί εὐεργετεῖ τούς πάντες.
 
Γιά νά γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει νά ἔχει ποιητική ψυχή, δηλαδή εὐαίσθητη ψυχή. Πρέπει νά γίνει ποιητής. «Χοντρές» ψυχές κοντά Του ὁ Χριστός δέν θέλει. Ὁ Χριστιανός, ἔστω καί μόνο ὅταν ἀγαπάει, εἶναι ποιητής, εἶναι μές στήν ποίηση. Τήν ἀγάπη ποιητικές καρδιές τήν ἐνστερνίζονται, τή βάζουν μέσα στήν καρδιά τους, τήν ἀγκαλιάζουν, τή νιώθουν βαθιά.
 
Νά ἐκμεταλλεύεσθε τίς ὡραῖες στιγμές. Οἱ ὡραῖες στιγμές προδιαθέτουν τήν ψυχή σέ προσευχή, τήν καθιστοῦν λεπτή, εὐγενική, ποιητική. Ξυπνῆστε τό πρωί, νά δεῖτε τόν βασιλιά ἥλιο νά βγαίνει ὁλοπόρφυρος ἀπό τό πέλαγος! Ὅταν σᾶς ἐνθουσιάζει ἕνα ὡραῖο τοπίο, ἕνα ἐκκλησάκι, κάτι ὡραῖο, νά μήν μένετε ἐκεῖ. Νά πηγαίνετε πέραν αὐτοῦ, νά προχωρεῖτε σέ δοξολογία γιά ὅλα τά ὡραῖα, γιά νά ζεῖτε τόν μόνον Ὡραῖον! Ὅλα εἶναι ἅγια, καί ἡ θάλασσα καί τό φαγητό. Ὅλα νά τά χαίρεσθε. Ὅλα μᾶς πλουτίζουν, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στή μεγάλη Ἀγάπη, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στόν Χριστό»[6]. Αὐτό διδάσκει ὁ Ἅγιος, μέσα ἀπό τήν κτίση νά ἀνεβαίνουμε στόν Κτίστη.
 
«Νά παρατηρεῖτε», ἔλεγε ὁ Ὅσιος, «ἀκόμα καί τά ἔργα πού ἔφτιαξε ὁ ἄνθρωπος, τά σπίτια, τά κτίρια, μεγάλα ἤ μικρά, τίς πόλεις, τά χωριά, τούς ἀνθρώπους, τόν πολιτισμό τους. Νά ρωτᾶτε, νά ὁλοκληρώνετε τίς γνώσεις σας γιά τό καθετί. Νά μήν στέκεστε ἀδιάφοροι. Αὐτό σᾶς βοηθάει σέ βαθύτερη μελέτη τῶν θαυμασίων τοῦ Θεοῦ. Γίνονται ὅλα εὐκαιρίες νά συνδεόμαστε μέ ὅλα καί μέ ὅλους. Γίνονται αἰτίες εὐχαριστίας καί δεήσεως στόν Κύριο τοῦ παντός. Νά ζεῖτε μέσα σέ ὅλα, στή φύση, στά πάντα. Ἡ φύση εἶναι τό μυστικό Εὐαγγέλιο. Ὅταν, ὅμως, δέν ἔχει κανείς ἐσωτερική Χάρη, δέν τόν ὠφελεῖ ἡ φύση. Ἡ φύση μᾶς ξυπνάει, ἀλλά δέν μπορεῖ νά μᾶς πάει στόν Παράδεισο». Ἀλλά μᾶς δείχνει τόν δρόμο πρός τόν Παράδεισο, σάν ἕνα χέρι. Ὅλη ἡ κτίσις δείχνει πρός τόν Θεό.
 
Ρώτησα τήν πλάση ὁλόκληρη γιά τόν Θεό μου, λέει κι ὁ Ἱερός Αὐγουστῖνος, καί αὐτή μοῦ ἀποκρίθηκε δέν εἶμαι Αὐτός, μά εἶμαι γέννημά Του. Νά θαυμάζεις τόν Κύριο, λέει κι ὁ Ἅγιος Ἱερός Χρυσόστομος, νά θαυμάζεις τόν Κύριο βλέποντας τόν Κτίστη. Κι ἄν ἀπ’ ὅσα βλέπεις, εἶναι κάτι ἀνώτερο ἀπό τίς νοητικές σου δυνατότητες καί δέν μπορεῖς νά καταλάβεις τό γιατί δημιουργήθηκε, καί πάλι νά δοξάζεις τόν δημιουργό Θεό, διότι ἡ σοφία πού ὑπάρχει σέ ὅσα ἔγιναν, εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν διάνοιά σου. Νά μήν λές λοιπόν, γιά ποιό λόγο ἔγινε ἐτοῦτο ἤ ἐκεῖνο; Ἤ σέ τί χρειάζεται ἐτοῦτο ἤ ἐκεῖνο; Γιατί κάθε ἕνα εἶναι χρήσιμο, ἔστω κι ἄν ἀγνοοῦμε τόν λόγο τῆς ὑπάρξεώς του. Ὅταν μπαίνεις σέ ἕνα ἰατρεῖο καί βλέπεις πολλά ἰατρικά ἐργαλεῖα, θαυμάζεις γιά τήν ποικιλία τους, παρόλο πού δέν ξέρεις σέ τί χρησιμεύει κάθε ὄργανο. Ἔτσι νά κάνεις γιά τήν κτίση τοῦ Θεοῦ. Βλέπεις πόσο ὡραῖα ὁ Ἱερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τά διάφορα στοιχεῖα τῆς κτίσεως μέ ἰατρικά ἐργαλεῖα; Γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος τά παρατηρεῖ αὐτά, θεραπεύεται∙ ἐφόσον πίσω ἀπό αὐτά βλέπει Αὐτόν πού τά ἔφτιαξε, τόν Δημιουργό καί Κτίστη τῶν ἁπάντων!
 
Ὅταν βλέπεις πολλά ζῶα καί βότανα καί φυτά καί ἄλλα πράγματα, λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, πού δέν ξέρεις σέ τί χρησιμεύουν, νά θαυμάζεις τήν ποικιλία τῆς δημιουργίας καί νά δοξάσεις γιά αὐτή τόν αρἱστοτέχνη Θεό, πού οὔτε τήν χρησιμότητα ὅλων σοῦ φανέρωσε, ἀλλά οὔτε κι ὅλα σοῦ τά ἄφησε ἄγνωστα.
 
«Ὁ πνευματέμφορος», λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος, «αὐτός πού ἔχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, προσέχει ὅπου περνάει, εἶναι ὅλο μάτια, ὅλο ὄσφρηση. Ὅλες του οἱ αἰσθήσεις ζοῦνε, ἀλλά ζοῦνε μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀλλιώτικος. Ὅλα τά βλέπει καί ὅλα τά ἀκούει. Βλέπει τά πουλιά, τήν πέτρα, τήν πεταλούδα…. Περνάει ἀπό κάπου, αἰσθάνεται τό καθετί, ἕνα ἄρωμα, γιά παράδειγμα. Ζεῖ μέσα σέ ὅλα, στίς πεταλοῦδες, στίς μέλισσες κ.λπ. Ἡ Χάρις τόν κάνει νά εἶναι προσεκτικός. Θέλει νά εἶναι μαζί μέ ὅλα. Αὐτό τό ἔζησα, ὅταν μέ ἐπισκέφθηκε ἡ Θεία Χάρις στό Ἅγιον Ὄρος. Θυμᾶμαι τ’ ἀηδόνι νά ξελαρυγγιάζεται μές στά δέντρα μέ τά φτερά του κατά πίσω, γιά νά ἔχει δύναμη. Νά εἶχα ἕνα ποτηράκι μέ νερό, νά τοῦ ἔδινα νά πίνει κάθε τόσο, νά ξεδιψάει… Γιατί νά ξελαρυγγιάζεται τό ἀηδόνι, γιατί; Ὅμως κι αὐτό τό χαίρεται τό κελάηδημά του, τό αἰσθάνεται, γι’ αὐτό ξελαρυγγιάζεται. Μ’ ἐνέπνεαν πολύ τά πουλάκια στό δάσος. Πέτρινη καρδιά νά ἔχεις, θά συγκινηθεῖς, -ἔλεγε- ὅταν ἀκοῦς τά πουλιά. Πῶς νά μήν αἰσθανθεῖς ὅτι εἶσαι μαζί μέ ὅλα;..
 
Νά ἐμβαθύνετε στόν σκοπό τους. Ὁ σκοπός εἶναι βαλμένος ἀπ’ τόν Πλάστη τους», στόν σκοπό ὅλων τῶν δημιουργημάτων, στούς λόγους τῶν ὄντων, οἱ ὁποῖοι λόγοι τῶν ὄντων δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά φωνές πού μᾶς φανερώνουν τόν Θεό Λόγο. Ὁ σκοπός εἶναι ὁ λόγος πού ὑπάρχει μέσα στό καθετί, εἶναι βαλμένος ἀπό τόν Πλάστη τους. «Ἡ σκοπιμότητα τῆς δημιουργίας δείχνει τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καί τήν πρόνοιά Του. Σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους ἐκφράζεται διαφορετικά ἡ σκοπιμότητα τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε τήν ἐλευθερία, τήν λογική»[7]. Καί ὁ Θεός θέλει νά φτιάξει ἀνθρώπους θεωμένους, κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση μᾶς ἔπλασε, μέ σκοπό νά μᾶς κάνει θεούς κατά χάριν.
 
«Ἔκανα μιά μέρα ἕνα σχέδιο γιά ἐδῶ», λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος. «νά κάνω μιά δεξαμενή ἀνάμεσα στά πεῦκα καί νά βάλω ἕνα ντεπόζιτο μέ δύο κυβικά νερό μέσα καί νά εἶναι αὐτόματη, γιά νά δίνει νερό. Τότε θά ἔλθουν τ’ ἀηδόνια, πού θέλουν πολύ τό νερό καί τίς σκνίπες καί τίς μῦγες…
 
Κάποτε, τότε πού ζοῦσα στά Καλλίσια, γύριζα στό μοναστήρι μετά ἀπό ἀρρώστια καί ἡ κυρα-Μαρία, ἡ τσοπάνισσα, ἦλθε νά μέ πάρει μέ τό γαϊδουράκι. Στό δρόμο τήν ρώτησα: – κυρα-Μαρία, πῶς πᾶνε οἱ ὀμορφιές, τά λιβάδια, τά χρώματα, οἱ πεταλοῦδες, τ’ ἀρώματα, τ’ ἀηδόνια; – Τίποτα, μοῦ λέει, δέν ὑπάρχει τίποτα! – Ναί; τῆς λέω. Μάιος μήνας καί δέν ὑπάρχει τίποτα; – Τίποτα! μοῦ ἀπαντάει. Σέ λίγο τά συναντᾶμε ὅλ’ αὐτά, λουλούδια εὐωδίες, πεταλοῦδες. – Ἔ, κυρα-Μαρία, τώρα τί λέεις; – Ἄ, δέν τά εἶχα προσέξει! Προχωρώντας ἐφθάσαμε στά Πλατάνια. Τ’ ἀηδόνια χαλοῦσαν τόν κόσμο. – Κυρα-Μαρία, μοῦ εἶπες ψέματα! – Ὄχι, μοῦ λέει. Δέν τά εἶχα προσέξει καθόλου! Κι ἐγώ στήν ἀρχή ἤμουν «χοντρός», δέν καταλάβαινα. Μετά ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε τήν Χάρη. Τότε ὅλα ἄλλαξαν. Αὐτό ἔγινε, ἀφοῦ ἄρχισα τήν ὑπακοή»[8]. Ὁ ἄνθρωπος ὅταν ὑπακούει, ταπεινώνεται∙ κι ὅταν ταπεινώνεται, χαριτώνεται, κι ὅταν χαριτώνεται, τότε γίνεται πραγματικά εὐαίσθητος, γίνεται ποιητής. Καί πίσω ἀπό ὅλα τά ὁποῖα βέβαια τά βλέπει, τά παρατηρεῖ, τά αἰσθάνεται, ἐπειδή ἔχει γίνει εὐαίσθητος, πίσω ἀπό ὅλα τά κτίσματα βλέπει τόν Δημιουργό καί Κτίστη.
 
«Θυμᾶμαι τ’ ἀπολιθωμένα δέντρα, τούς κορμούς, πού εἴδαμε στήν Μυτιλήνη. Ὑπάρχουν ἀπό δεκαπέντε ἑκατομμύρια χρόνια. Μ’ ἐντυπωσιάσανε τόσο πολύ! Κι αὐτό εἶναι προσευχή, νά βλέπεις τ’ ἀπολιθώματα καί νά δοξάζεις τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ»[9].
 
«Τόν χειμώνα», ἔλεγε κι ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, «τά δέντρα ἐμφανίζονται σάν νεκρά. Ποῦ εἶναι τά φύλλα τῆς συκιᾶς; Ποῦ εἶναι σταφύλια στό ἀμπέλι; Τόν χειμώνα φαίνονται ὅλα νεκρά. Τήν ἄνοιξη, ὅμως, ὅλα ἐμφανίζονται χλοερά. Κι ὅταν φτάσει ὁ κατάλληλος καιρός, τότε ἀπό τόν θάνατο γεννιέται ζωή. Γνωρίζοντας ὁ Θεός τήν ἀπιστία σου, σοῦ ἐμφανίζει κάθε χρόνο τήν Ἀνάσταση μέ τά φαινόμενα αὐτά. Ἔτσι βλέποντας στά ἄψυχα, νά πειστεῖς γιά ὅσα συμβαίνουν στά ἔμψυχα. Πράγματι μιά ἡμέρα, ὅλοι οἱ νεκροί θά ἀναστηθοῦνε»[10].
 
Εἶναι δυνατόν, ἔλεγε κι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, μέ παραδείγματα ἀπό τήν φύση νά διδασκόμαστε, ὅλα τά πνευματικά.
 
«Οἱ ἄπιστοι περιφέρονται γύρω ἀπό τόν πανέμορφο τάπητα τοῦ κόσμου καί λένε πώς ὅλα ἔγιναν «τυχαῖα», παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος. «Ὁ Θεός μόνο πού ὕφανε αὐτόν τόν κόσμο, γνωρίζει τήν σημασία πού ἔχει κάθε κλωστή στό στημόνι καί στό ὑφάδι, καθώς κι ἐκεῖνοι στούς ὁποίους Ἐκεῖνος τό ἀποκαλύπτει»[11]∙ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται καί καθαρίζονται ἀπό τά πάθη τους καί τήν ἀχλή ἀπό τό σκότος τῆς ἁμαρτίας.
 
«Καί τά ὄρη καί τά βουνά καί τά δέντρα καί ἡ θάλασσα καί τά ψάρια», ἔλεγε ὁ Γέροντας Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, «ὅλα ὑμνολογοῦν τόν Θεό! Ἀλλά ἐμεῖς, ἐπειδή ἔχουμε ἀμαυρώσει τό νοερό τῆς ψυχῆς μας, λίγο τό καταλαβαίνουμε»[12].
 
Ἄς δοξάζουμε τόν Θεό καί ἄς ἀναβαίνουμε πίσω καί πάνω ἀπό τήν κτίση πρός τόν Θεό καί δημιουργό. Ἄς τόν δοξάζουμε καί τώρα καί στούς αἰῶνας.
 
Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
 
 
[1] Ρωμ. 7, 19.
 
[2] Ρωμ. 7, 23-24.
 
[3] Βίος καί Λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Β΄ ἔκδοση, Ἱ.Μ. Χρυσοπηγῆς, (στό ἑξῆς: Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου).
[4] Γαλ. 2, 20.
 
[5] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.
 
[6] Ὅ.π.
 
[7] Ὅ.π.
[8] Ὅ.π.
[9] Ὅ.π.
[11] Ὁμιλίες Δ΄, Κυριακοδρόμιο, Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, ἐκδ. Μπότση, 2012.
 
[12] Γέροντας Ἐφραίμ Κατουνακιώτης, ἔκδοση Ἱ. Ἡσυχαστηρίου «Ἅγιος Ἐφραίμ», Κατουνάκια Ἁγίου Ὄρους.