Ὁσίου πατρός Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός», Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1974.
Ὁ φημισμένος γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του καὶ γιὰ τὴν βαθύνοια τῆς σκέψεώς του σύγχρονός μας Ὅσιος Ἰουστίνος Πόποβιτς, Σέρβος κληρικὸς καὶ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Βελιγραδίου, ἐκοιμήθη τὸ 1979 ἐξόριστος στὴν γυναικεία Ἱ. Μονὴ Ἀρχαγγέλων Τσέλιε Σερβίας, τῆς ὁποίας ἦταν Πνευματικός, διωκόμενος ἀπὸ τὸ ἀθεϊστικὸ καθεστὼς τῆς χώρας του. Ὁ λόγος του, ἀκραιφνῶς Ὀρθόδοξος, βαθιὰ θεολογικὸς καὶ φιλοσοφικός, ἀποδείχθηκε πολλὲς φορὲς προφητικὸς καὶ ἀποκαλυπτικός. Συνέλαβε τὴν οὐσία τοῦ δράματος τοῦ ἀποστατημένου ἀνθρώπου καὶ ὑπέδειξε μὲ πειστικότητα τὴν λύση τοῦ δράματος αὐτοῦ, ποὺ συνίσταται στὴν ἐπιστροφή του πρὸς τὴν ἀλήθεια τῆς Θεανθρώπινης κοινωνίας τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Κεντρικὴ ἰδέα του εἶναι…ὅτι κάθε οὐμανισμὸς (εὐρωπαϊκὸς ἀνθρωπισμὸς) εἶναι μία μάταιη προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν λύση τοῦ δράματός του. Στὰ χρόνια μας ἐπρόκειτο νὰ ἐπαληθευτοῦν μὲ τραγικὸ τρόπο τὰ λόγια, οἱ ἀγωνιώδεις ἐκκλήσεις καὶ προειδοποιήσεις του πρὸς τοὺς συμπατριῶτες του. Ὁ κοφτερὸς λόγος του ἀναφορικὰ μὲ τὴν κίνηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (κοινοῦ ὀνόματος τῶν ψευδοχριστιανισμῶν τῆς Εὐρώπης, ὅπως εὔστοχα σημειώνει), ποὺ ἐπιδιώκει τὴν ἀνάρμοστη ἕνωση θρησκευτικῶν δογμάτων καὶ θρησκειῶν, εἶναι πολὺ χρήσιμος στὸ νὰ μᾶς ἐφοδιάσει μὲ Ὀρθόδοξα κριτήρια ἑρμηνείας τῶν οἰκουμενιστικῶν (διαχριστιανικῶν καὶ διαθρησκειακῶν) προκλήσεων τῶν ἡμερῶν μας.
Ἀνθρωπιστικὸς Οἰκουμενισμὸς
 
Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι κοινὸν ὄνομα διὰ τοὺς ψευδοχριστιανισμούς, διὰ τὰς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὐμανισμῶν (ἀνθρωπισμῶν), μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Παπισμόν. Ὅλοι δὲ αὐτοὶ οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὄλαι οἱ ψευδοεκκλησίαι, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τὴν ἄλλην αἵρεσιν. Τὸ κοινὸν εὐαγγελικὸ ὄνομά των εἶναι ἡ παναίρεσις. Διατί; Διότι στὸ διάστημα τῆς ἱστορίας οἱ διάφορες αἱρέσεις ἠρνοῦντο ἢ παραμορφώνουν ἰδιώματα τινὰ τοῦ Θεανθρώπου καὶ Κυρίου Ἰησοῦ, οἱ δὲ εὐρωπαϊκὲς αὐτὲς αἱρέσεις ἀπομακρύνουν ὁλόκληρο τὸν Θεάνθρωπο καὶ στὴν θέση του τοποθετοῦν τὸν Εὐρωπαῖον ἄνθρωπον. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τοῦ Παπισμοῦ, Προτεσταντισμοῦ, Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἄλλων αἱρέσεων, ὧν τὸ ὄνομα «λεγεών».

Τὸ ὀρθόδοξο δόγμα, μᾶλλον τὸ πανδόγμα περὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπερρίφθη καὶ ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ λατινικοῦ αἱρετικοῦ παν-δόγματος περὶ τοῦ πρωτείου καὶ τοῦ ἀλάθητου τοῦ πάπα, δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξ αὐτῆς δὲ τῆς παναιρέσεως γεννήθηκαν καὶ γεννῶνται συνεχῶς ἄλλες αἱρέσεις: τὸ Filioque, ἡ ἀποβολὴ τῆς Ἐπικλήσεως, τὰ ἄζυμα, ἡ εἰσαγωγὴ τῆς κτιστῆς χάριτος, τὸ καθαρτήριον πῦρ, τὸ θησαυροφυλάκιο τῶν περισσῶν ἔργων, ἡ μηχανοποιημένη διδασκαλία περὶ τῆς σωτηρίας καὶ ὡς ἐκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περὶ τῆς ζωῆς, ὁ παποκαισαρισμός, ἡ Ἱερὰ Ἐξέτασις, τὰ συγχωροχάρτια, ὁ φόνος τοῦ ἁμαρτωλοῦ διὰ τὴν ἁμαρτία, ὁ ἰησουϊτισμός, ἡ σχολαστική, ἡ καζουιστική, ὁ μοναρχισμός, ὁ κοινωνικὸς ἀτομικισμὸς διαφόρων εἰδῶν…
 
Ὁ Προτεσταντισμός; Εἶναι τὸ πλέον πιστὸ τέκνο τοῦ Παπισμοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ὀρθολογιστικῆς σχολαστικῆς του πίπτει διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἀπὸ τὴν μίαν αἵρεσιν στὴν ἄλλην αἵρεσιν καὶ πνίγεται συνεχῶς στὰ διάφορα δηλητήρια τῶν αἱρετικῶν πλανῶν του. Πρὸς τούτοις, ἡ παπιστικὴ ὑψηλοφροσύνη καὶ ἡ «ἀλάθητος» ἀφροσύνη βασιλεύει ἀπολυταρχικὸς καὶ ἐρημώνει τὰς ψυχᾶς τῶν πιστῶν του. Κατ’ ἀρχὴν ἕκαστος Προτεστάντης εἶναι ἕνας ἀνεξάρτητος πάπας εἰς ὅλα τὰ ζητήματα τῆς πίστεως. Τοῦτο δὲ πάντοτε ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸν ἕνα πνευματικὸν θάνατον στὸν ἄλλον· τέλος αὐτοῦ τοῦ «ἀποθνήσκειν» δὲν ὑπάρχει, καθ’ ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν πνευματικῶν θανάτων τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναρίθμητος.
 
Ἀφοῦ οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, τότε διὰ τὸν παπιστικὸν – προτεσταντικὸν Οἰκουμενισμὸν μὲ τὴν ψευδοεκκλησίαν του καὶ τὸν ψευδοχριστιανισμό του δὲν ὑπάρχει διέξοδος ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδόν του, ἄνευ ὁλοψύχου μετανοίας ἐνώπιον τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας Του. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ φάρμακο δι’ ἑκάστην ἁμαρτίαν, φάρμακο δοθὲν στὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν μόνον Φιλάνθρωπο.
 
Ἄνευ τῆς μετανοίας καὶ εἰσδοχῆς στὴν Ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀφύσικο καὶ ἀδιανόητο νὰ ὁμιλῆ τις περὶ τῆς ἑνώσεως «τῶν Ἐκκλησιῶν», περὶ τοῦ διαλόγου τῆς ἀγάπης, περὶ τῆς intercommunio (δηλ. διακοινωνίας). Τὸ σπουδαιότερο ὅλων εἶναι νὰ γίνη τὶς «σύσσωμος» τὸ Θεανθρωπίνου σώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ διὰ τούτου κοινωνὸς τῆς ψυχῆς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Ἅγιου Πνεύματος, καὶ κληρονόμος ὅλων τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν τοῦ Θεανθρώπου.
 
1. Ὁ σύγχρονος «διάλογος τῆς ἀγάπης», ὁ ὁποῖος τελεῖται ὑπὸ τὴ μορφὴ γυμνοῦ συναισθηματισμοῦ, εἶναι στὴν πραγματικότητα ὀλιγόπιστη ἄρνηση τοῦ σωτηριώδους ἁγιασμοῦ τοῦ Πνεύματος καὶ τῆς πίστεως τῆς Ἀλήθειας (Β’ Θεσ. 2, 13), δηλαδὴ τῆς μοναδικῆς σωτηριώδους «ἀγάπης τῆς ἀληθείας» (Β’ Θεσ. 2, 10). Ἡ οὐσία τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἀλήθεια· ἡ ἀγάπη ζεῖ καὶ ὑπάρχει ἀληθεύουσα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ καρδιὰ κάθε θεανθρώπινης ἀρετῆς, ἑπομένως καὶ τῆς ἀγάπης. Καὶ κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς κηρύττει καὶ εὐαγγελίζεται τὸν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ ὡς τὸν μόνο ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ σάρκωση καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Θείας Ἀλήθειας, δηλαδὴ τῆς Παναλήθειας. Ἐὰν τυχὸν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια ὁτιδήποτε ἄλλο καὶ ὄχι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, τότε αὐτὴ θὰ ἦταν μικρή, ἀνεπαρκής, πεπερασμένη, θνητή. Τέτοια θὰ ἦταν ἡ ἀλήθεια, ἐὰν ἦταν νόημα, ἰδέα, θεωρία, νοῦς, ἐπιστήμη, φιλοσοφία, κουλτούρα, ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἀνθρωπότητα, ὁ κόσμος ἢ ὅλοι οἱ κόσμοι, ἢ ὁποιοσδήποτε ἢ ὁτιδήποτε ἢ ὅλα αὐτὰ μαζί.
 
Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι Πρόσωπο καὶ μάλιστα τὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, τοῦ δεύτερου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀθάνατη καὶ μὴ πεπερασμένη, αἰώνια. Διότι στὸν Κύριο Ἰησοῦ ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωὴ εἶναι ὁμοούσιες: ἡ Ἀλήθεια ἡ αἰώνια καὶ ἡ Ζωὴ ἡ αἰώνια (πρβλ. Ἰω. 14, 6′ 1, 4.17). Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πιστεύει στὸν Κύριο Ἰησοῦ αὐξάνει ἀκαταπαύστως διὰ τῆς Ἀληθείας Του στὶς θεῖες της ἀπεραντοσύνες. Αὐξάνει μὲ ὅλο τὸ εἶναι του, μὲ ὅλη τὴ διάνοιά του, μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχή του. Ἐν Χριστῷ οἱ ἄνθρωποι ζοῦμε «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπη», διότι μόνον ἔτσι μποροῦμε νὰ «αὐξήσωμεν εἰς Αὐτὸν τὰ πάντα, ὃς ἐστὶν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστὸς» (Ἐφ. 4, 15). Αὐτὸ πραγματοποιεῖται πάντοτε «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφ. 3, 18), πάντοτε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἀλλιῶς δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ αὐξάνει σ’ Ἐκεῖνον, «ὃς ἐστὶν ἡ κεφαλὴ» τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὸν Χριστόν.
 
Ἂς μὴν ἀπατοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ὑπάρχει καὶ ὁ «διάλογος τοῦ ψεύδους», ὅταν οἱ διαλεγόμενοι συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα ψεύδονται ὁ ἕνας στὸν ἄλλο. Τέτοιος διάλογος εἶναι οἰκεῖος στὸν «πατέρα τοῦ ψεύδους», τὸν διάβολο, «ὅτι ψεύστης ἐστι καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ» (Ἰω. 8, 44). Οἰκεῖος εἶναι καὶ σ’ ὅλους τοὺς ἑκούσιους ἢ ἀκούσιους συνεργάτες του, ὅταν αὐτοὶ θελήσουν νὰ πραγματοποιήσουν τὸ «καλό» τους διὰ τοῦ κακοῦ, νὰ φθάσουν στὴν «ἀλήθειά» τους μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ψεύδους. Δὲν ὑπάρχει «διάλογος τῆς ἀγάπης» χωρὶς τὸν διάλογο τῆς ἀλήθειας. Διαφορετικὰ τέτοιος διάλογος εἶναι ἀφύσικος καὶ ψευδής. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐντολὴ τοῦ Ἀποστόλου ζητεῖ νὰ εἶναι «ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος» (Ρωμ. 12, 9).
 
Ὁ αἱρετικο-οὐμανιστικὸς χωρισμὸς καὶ ἡ διαίρεση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀλήθειας εἶναι σημάδι ἐλλείψεως τῆς θεανθρώπινης πίστεως καὶ τῆς ἀπολεσθείσης πνευματικῆς θεανθρώπινης ἰσορροπίας καὶ ὀρθοφροσύνης. Ἐν πάση περιπτώσει τοῦτο δὲν ἦταν ποτὲ οὔτε εἶναι ἡ ὁδὸς τῶν Πατέρων. Μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι, ριζωμένοι καὶ θεμελιωμένοι «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» στὴν ἀλήθεια καὶ στὴν ἀγάπη, ἔχουν καὶ ἀναγγέλλουν, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων μέχρι σήμερα, αὐτὴ τὴ θεανθρώπινη σωτηριώδη ἀγάπη πρὸς τὸν κόσμο καὶ πρὸς ὅλα τὰ κτίσματα τοῦ Θεοῦ. Ὁ γυμνὸς ἠθικιστικὸς μινιμαλισμὸς [=μειωμένη χριστιανικὴ ἠθικὴ] καὶ ὁ ἀνθρωπιστικὸς εἰρηνισμὸς τοῦ σύγχρονου Οἰκουμενισμοῦ πράττουν μόνο ἕνα πράγμα: φέρνουν στὸ φῶς τὶς φυματικὲς οὐμανιστικὲς ρίζες τους, δηλαδὴ τὴν ἀρρωστημένη φιλοσοφία τους καὶ τὴν ἀνθρώπινη, «κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων» (Κολ. 2, 8), ἀνίσχυρη ἠθική τους. Φανερώνουν ἐπὶ πλέον τὴν κρίση τῆς ἀνθρωπιστικῆς πίστεώς τους στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν δοκητιστικὴ [=μὴ πραγματικὴ ἀντίληψη] ἀναισθησία τους γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ γιὰ τὴν ἀποστολικὴ καὶ καθολικὴ συνέχειά της, στὴν ἀλήθεια καὶ στὴ χάρη. Ἐνῶ ὁ ἀποστολικὸς ἁγιοπατερικὸς θεονοῦς καὶ ἡ ὀρθοφροσύνη εὐαγγελίζονται μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τὴν ἑξῆς ἀλήθεια τῆς πίστεως: «Ἡ πίστη εἶναι ἡ βάση τῶν ἀρετῶν ποὺ ἀκολουθοῦν, ἐννοῶ τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς ἀγάπης, θέτοντας ἔτσι σὰν βάση τὴν ἀλήθεια μὲ τρόπο ἀσφαλῆ» (Ρ.G. 90, c. 1189Α).
 
Δὲν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἁγιοπατερικὸ μέτρο τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ τῆς σχέσεως πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ποὺ κληρονομήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἔχει oλοτελῶς θεανθρώπινο χαρακτήρα. Τοῦτο ἐκφράζουν θεοπνεύστως οἱ ἑξῆς λόγοι τοῦ ἴδιου Ἁγίου: «Καὶ δὲν τὰ γράφω αὐτά, μὴ γένοιτο, ἐπειδὴ θέλω νὰ θλίβονται οἱ αἱρετικοί, οὔτε νοιώθοντας χαρὰ γιὰ τὴν κακοποίησή τους, ἀλλὰ περισσότερο γιατί χαίρομαι καὶ ἀγάλλομαι μαζί τους γιὰ τὴν ἐπιστροφή τους. Γιατί τί εἶναι πιὸ εὐχάριστο γιὰ τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὸ νὰ βλέπουν τὰ διασκορπισμένα παιδιὰ τοῦ Θεοῦ νὰ μαζεύονται ὅλα μαζί; Οὔτε τὰ γράφω αὐτὰ παρακινώντας σας νὰ δείξετε τὴ σκληρότητα τοῦ Φιλάνθρωπου. Ὄχι τέτοια μανία! Ἀλλὰ τὰ γράφω αὐτὰ γιὰ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐκτελεῖτε καὶ νὰ ἐφαρμόζετε, μὲ προσοχὴ καὶ μετὰ ἀπὸ ἐξέταση, τὰ καλὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ γίνεσθε τὰ πάντα σὲ ὅλους, ἀνάλογα μὲ τὸ τί χρειάζεται καθένας τους ἀπὸ ἐσᾶς. Καὶ θέλω καὶ εὔχομαι νὰ εἶστε ἀπόλυτα σκληροὶ καὶ ἀμείλικτοι μόνο στὸ νὰ μὴ συμπράξετε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς στὴ σύσταση καὶ συγκρότηση τῆς φρενοβλαβοῦς (αἱρετικῆς) δοξασίας τους. Καὶ τοῦτο διότι ἐγὼ ὁρίζω ὡς μισανθρωπία καὶ ὡς χωρισμὸ ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη τὴν προσπάθεια ἐνισχύσεως τῆς πλάνης (της αἱρέσεως), ποὺ ἔχει ὡς συνέπεια τὴν ἀκόμη μεγαλύτερη φθορὰ ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἤδη πέσει σ’ αὐτὴν» (Ρ.G. 91, c. 465C).
 
2. Ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ποὺ διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἀπὸ τὶς ἁγίες Συνόδους, γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἡ ἑξῆς: οἱ αἱρέσεις δὲν εἶναι Ἐκκλησία, οὔτε μποροῦν νὰ εἶναι Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦν οἱ αἱρέσεις νὰ ἔχουν τὰ ἅγια Μυστήρια, ἰδιαίτερα τὸ Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, αὐτὸ τὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων. Γιατί ἀκριβῶς ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ πᾶν καὶ τὰ πάντα στὴν Ἐκκλησία: δηλαδὴ εἶναι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς καὶ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία καὶ γενικὰ κάθε τι ποὺ ἀνήκει στὸν Θεάνθρωπο.
 
Ἡ «intercommunio», δηλαδὴ ἡ διακοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς στὰ ἅγια Μυστήρια, ἰδιαιτέρως στὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ πλέον ἀναίσχυντη προδοσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα. Πρόκειται μάλιστα περὶ προδοσίας ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀποστολικῆς, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἁγιοπατερικῆς, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἁγιοπαραδοσιακῆς, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μίας καὶ μοναδικῆς. Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ σταματήσει κάποιος τὸν χριστοποιημένο νοῦ του καὶ τὴ συνείδηση μπροστὰ σὲ μερικὰ ἅγια γεγονότα, ἅγια μηνύματα καὶ ἅγιες ἐντολές.
 
Πρῶτον, πρέπει νὰ διερωτηθοῦμε σὲ ποιὰ ἐκκλησιολογία καὶ σὲ ποιὰ θεολογία μὲ θέμα τὴν Ἐκκλησία θεμελιώνεται ἡ λεγόμενη «intercommunio»; Γιατί ὁλόκληρη ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῆς Ἐκκλησίας βασίζεται καὶ θεμελιώνεται ὄχι στὴν inter-communio (δια-κοινωνία), ἀλλὰ στὴν θεανθρώπινη πραγματικότητα τῆς communio δηλαδὴ στὴ θεανθρώπινη Κ ο ι ν ω ν ί α (πρβλ. Α΄ Κορ. 1, 9. 10, 16-17. Β΄ Κορ. 13, 13. Ἑβρ. 2, 14. 3, 14. Α΄ Ἰω. 1, 3), ἐνῶ ἡ ἔννοια inter-communio, δια-κοινωνία, εἶναι καθ’ ἑαυτὴν ἀντιφατικὴ καὶ ὁλότελα ἀδιανόητη γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη καθολικὴ συνείδηση.
 
Τὸ δεύτερο γεγονός, καὶ μάλιστα ἱερὸ γεγονὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, εἶναι τὸ ἑξῆς: Στὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὸ θέμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁγίων Μυστηρίων, τὸ μόνο καὶ τὸ μοναδικὸ μυστήριο εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, τὸ Σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, οὕτως ὥστε αὐτὴ νὰ εἶναι καὶ ἡ μόνη πηγὴ καὶ τὸ περιεχόμενο ὅλων τῶν θείων Μυστηρίων. Ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ θεανθρώπινο καὶ παμπεριεκτικὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, τὸ Παν-μυστήριο, δὲν ὑπάρχουν οὔτε μποροῦν νὰ ὑπάρχουν «μυστήρια»· ἑπομένως, καὶ οὐδεμία «δια-κοινωνία» (inter-communio) ὑπάρχει στὰ Μυστήρια. Ὡς ἐκ τούτου μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία, στὸ μοναδικὸ τοῦτο Παμμυστήριο τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ τὰ Μυστήρια. Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξη, καθὼς εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ πηγὴ καὶ τὸ κριτήριο τῶν Μυστηρίων καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετο. Τὰ Μυστήρια δὲν μποροῦν νὰ ἀναβιβάζονται πάνω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε νὰ θεωροῦνται ἔξω ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
 
Ἕνεκα τούτου, σύμφωνα μὲ τὸ φρόνημα τῆς Καθολικῆς του Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ σύμφωνα μὲ ὁλόκληρη τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν παραδέχεται τὴν ὕπαρξη ἄλλων μυστηρίων ἔξω ἀπ’ αὐτήν, οὔτε τὰ θεωρεῖ ὡς μυστήρια, μέχρις ὅτου προσέλθει κάποιος μὲ μετάνοια ἀπὸ τὴν αἱρετικὴ «ἐκκλησία», δηλαδὴ ψευδοεκκλησία, στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Μέχρι τότε ποὺ μένει κάποιος ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ἔχει ἐνωθεῖ μαζί της διὰ τῆς μετανοίας, μέχρι τότε αὐτὸς εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία αἱρετικὸς καὶ ἀναπόφευκτα βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τὶς μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β’ Κορ. 6, 14).
 
Ὁ πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος, μὲ τὴν ἐξουσία ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο, δίνει ἐντολή: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοὺ» (Τίτ. 3, 10). Ἐκεῖνος, λοιπόν, ὁ ὁποῖος, ὄχι μόνο δὲν παραιτεῖται ἀπὸ τὸν «αἱρετικὸν ἄνθρωπον» ἀλλὰ δίνει σ’ αὐτὸν καὶ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο τὴν θεία Εὐχαριστία, αὐτὸς βρίσκεται στὴν ἀποστολικὴ καὶ θεανθρώπινη ἁγία πίστη; Ἐπὶ πλέον ὁ ἀγαπημένος Μαθητὴς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, Ἀπόστολος τῆς ἀγάπης, δίνει ἐντολή: ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν πιστεύει στὴ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν παραδέχεται τὴν εὐαγγελικὴ γι’ Αὐτὸν διδασκαλία ὡς Θεανθρώπου «μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν» (Β’ Ἰω. 1, 10).
 
Ὁ Κανόνας ΜΕ’ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων βροντοφωνεῖ: «Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαι τί, καθαιρείσθω» (Πρβλ. Κανόνα ΛΓ’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου). Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι σαφής, ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν συνείδηση τοῦ κουνουπιοῦ. Δὲν εἶναι ἔτσι;
 
Ὁ Κανόνας ΞΔ’ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων διατάζει: «Εἰ τὶς κληρικός, ἢ λαϊκός, εἰσέλθη εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω». Καὶ τοῦτο εἶναι σαφέστατο καὶ γιὰ τὴν πλέον πρωτόγονη συνείδηση.
 
Ὁ Κανόνας ΜΣΤ’ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων:«Ἐπίσκοπον ἢ πρεσβύτερον αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τὶς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τὶς μερὶς πιστῶ μετὰ ἀπίστου;». Εἶναι ὀφθαλμοφανὲς καὶ γιὰ τοὺς ἀόμματους ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτὴ ὁρίζει κατηγορηματικὰ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωρίζουμε στοὺς αἱρετικοὺς κανένα ἅγιο Μυστήριο καὶ ὅτι αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ θεωροῦμε ὡς ἄκυρα καὶ χωρὶς θεία Χάρη.
 
Ὁ θεόπνευστος φορέας τῆς ἀποστολικῆς καὶ ἁγιοπατερικὴς καθολικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, εὐαγγελίζεται ἀπὸ τὴν καρδιὰ ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, ὅλων τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὅλων τῶν ἁγίων Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἑξῆς θεανθρώπινη ἀλήθεια: «Ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος δὲν εἶναι τύπος τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ (μὴ γένοιτο), ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου θεωμένο… Δία μέσου αὐτοῦ καθοριζόμενοι ἑνωνόμαστε μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τὸ Πνεῦμα Του καὶ γινόμαστε Σῶμα Χριστοῦ (= ἡ Ἐκκλησία)… Καὶ ὀνομάζεται μετάληψη· γιατί διὰ μέσου αὐτῆς μεταλαμβάνουμε τὴν Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ. Κοινωνία δὲ ὀνομάζεται καὶ εἶναι ἀληθινά, ἐπειδὴ διὰ μέσου αὐτῆς κοινωνοῦμε μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μετέχουμε τὴν σάρκα Του καὶ τὴν Θεότητά Του. Δία μέσου αὐτῆς κοινωνοῦμε καὶ ἑνωνόμαστε μεταξύ μας. Γιατί ἐπειδὴ μεταλαμβάνουμε ἀπὸ ἕναν ἄρτο, ὅλοι εἴμαστε ἕνα Σῶμα Χριστοῦ καὶ ἕνα Αἷμα, καὶ γινόμαστε μέλη ὁ ἕνας του ἄλλου, ἀποτελώντας ἕνα σῶμα (σύσσωμοι) τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ἂς φυλαχτοῦμε μὲ κάθε τρόπο νὰ μὴν παίρνουμε μετάληψη αἱρετικῶν, οὔτε νὰ τοὺς δίνουμε. Μὴ δίνετε τὰ ἅγια στοὺς σκύλους, λέγει ὁ Κύριος, οὔτε νὰ ρίχνετε τὰ μαργαριτάρια σας μπροστὰ στοὺς χοίρους (Μάτθ. 7, 6), γιὰ νὰ μὴ γίνουμε συμμέτοχοι στὴν (αἱρετικὴ) κακοδοξία καὶ συνεπῶς καὶ στὴν καταδίκη τους. Γιατί ἐὰν βέβαια ἡ θεία μετάληψη εἶναι ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ μας, τότε ὁπωσδήποτε ἑνωνόμαστε μὲ τὴν θέλησή μας καὶ μὲ ὅλους ποὺ μεταλαμβάνουν μαζί μας. Γιατί αὐτὴ ἡ ἕνωση γίνεται μὲ τὴν θέλησή μας καὶ ὄχι χωρὶς τὴν γνώμη μας. Γιατί ὅλοι ἕνα σῶμα εἴμαστε, ἐπειδὴ μεταλαμβάνουμε ἀπὸ τὸν ἕναν ἄρτο, ὅπως λέγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδ. Ὄρθ. πίστεως 4,13, PG 94, c. 1149. 1152.1153. Πρέβ. Α΄ Κορ. 10, 17).
 
Ὁ ἀτρόμητος ὁμολογητὴς τῶν θεανθρωπίνων ὀρθοδόξων ἀληθειῶν (ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης) ἀναγγέλλει σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν κόσμων: «Τὸ νὰ κοινωνεῖ κανεὶς ἀπὸ αἱρετικὸ ἢ ὁλοφάνερα διαβεβλημένο ὡς πρὸς τὸν βίο του, τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἐξοικειώνει μὲ τὸν διάβολο» (Ρ.G. 99, c. 1668C). Σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο ὁ ἄρτος τῶν αἱρετικῶν δὲν εἶναι «σῶμα Χριστοῦ» (Ρ.G. 99, c. 1597Α). Γι’ αὐτό, «Ὅπως λοιπὸν o θεῖος ἄρτος, ὅταν μετέχουν σ’ αὐτὸν οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅλους ὅσοι μετέχουν τοὺς κάνει νὰ ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα· ἔτσι ἀκριβῶς καὶ o αἱρετικὸς (ἄρτος), καθιστώντας μεταξύ τους κοινωνοὺς αὐτοὺς ποὺ μετέχουν ἀπ’ αὐτόν, τοὺς ἐμφανίζει ἕνα σῶμα ἀντίθετο στὸν Χριστὸ» (Ρ.G. 99, c. 1480CD).
 
Ἐπὶ πλέον «Ἡ κοινωνία ποὺ δίνεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, δὲν εἶναι κοινὸς ἄρτος, ἀλλὰ φαρμάκι (=δηλητήριο), ποὺ δὲν βλάπτει τὸ σῶμα ἀλλὰ ποὺ μαυρίζει καὶ σκοτίζει τὴν ψυχὴ» (Ρ.G. 99, c.1189C)
 
 
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2024/06/blog-post_91.html#more