ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΣ Θ΄
 
Περὶ τῆς τελείας ἀτονίας τῆς ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν ἄκρα βία τῆς καρδιακῆς προσευχῆς καὶ τῆς παντοτινῆς νηστείας, καὶ ὅτι ἡ ἀτονία αὐτὴ προξενεῖ στὴν ψυχὴ καὶ στὴν καρδιὰ τὴν γλυκύτητα καὶ τὴν παρηγορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
 
Εὐλόγησον πάτερ.
Ἀτονεῖ ἡ καρδιά μου, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί μου, ἐξασθενοῦν τὰ νεφρά μου, ἀτονεῖ τὸ χέρι μου καὶ ὅλη ἡ ἁρμονία τοῦ ταπεινοῦ καὶ οἰκτροῦ μου σώματος καὶ δὲν μπορῶ ὁ ἐλάχιστος νὰ γράψω λεπτομερῶς τὸ μεγάλο ὄφελος καὶ τὴν μεγάλη δύναμη καὶ τὴν ἄρρητη χάρη, τὴν ὁποία προξενεῖ στὴν ψυχὴ ἡ ἄκρα ἀτονία τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν ἄκρα βία τῆς καρδιακῆς καὶ βίαιης προσευχῆς. Ἀλλά, σ᾿ αὐτὴν τὴν ἄκρα ἀτονία τῆς ἐσωτερικῆς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς κατάστασης τοῦ σώματος ὅποιος θέλει νὰ φθάσει, ἢ νὰ πῶ καλύτερα, ὅποιος θέλει νὰ φθάσει στὰ μέτρα καὶ στὴν κατάσταση τῶν ἁγίων Πατέρων, γιὰ νὰ γευθεῖ κάπως ἡ ψυχή του καὶ ἡ καρδιά του τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ στὸν ἑαυτό του, ἀναλόγως μὲ τὸ μέτρο τῆς ἀτονίας του, εἶναι ἀναγκαῖο δύο πράγματα νὰ ἀκολουθήσει, νηστεία καὶ καρδιακὴ προσευχή. Διότι αὐτὰ τὰ δύο ἀφοροῦν τὴν ψυχὴ καὶ γίνονται γι᾿ αὐτὴν σὰν δύο μελιστάλακτα θεῖα φυτά, τὰ ὁποῖα σταλάζουν στὴν ψυχὴ συνεχῶς καὶ θαυμασίως κάθε θεϊκὴ γλυκύτητα. Λέγω, κάθε θεϊκὴ γλυκύτητα, διότι ὅποιος ἔχει αὐτὲς τὶς δύο ἐργασίες, γεύεται ἡ ψυχή του καὶ ἡ καρδιά του μυστικῶς κάθε πνευματικὴ παρηγορία. Δηλαδή, ὅσος οὐράνιος καὶ ἀκατανόητος πλοῦτος καὶ ὅση πνευματικὴ καὶ ἄρρητη χαρὰ βρίσκονται κρυμμένα μέσα στὶς ἅγιες καὶ θεόπνευστες Γραφές, αὐτός -λέγω- ὅλα αὐτὰ τὰ αἰσθάνεται στὸν ἑαυτό του, ὄχι σὰν σὲ ὄνειρο, ὄχι σὰν σὲ καθρέπτη, ὅπως τὰ φαντάζονται μόνον μὲ τὴν διάνοια ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν αὐτὲς τὶς δύο ἐργασίες, ἀλλὰ τὰ αἰσθάνεται πραγματικῶς τόσο στὴν ψυχή, ὅσο καὶ στὴν καρδιά. Τὰ αἰσθάνεται μάλιστα κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπο·
Ὅταν κάποιος νηστευτὴς βιάσει τὴν καρδιά του στὴν νοερὰ προσευχὴ τόσο πολὺ ὥστε νὰ αἰσθάνεται στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ του τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς, τότε αὐτὸς κυριεύεται ἀπὸ κάποια ἄκρα ἀτονία, τόσο τῆς ἐσωτερικῆς κατάστασης ὅλου τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅσο καὶ τὴς ἐξωτερικῆς ὅλου τοῦ σώματός του. Αὐτὴ ἡ ἄκρα ἀτονία κόβει καὶ ἀπονευρώνει ὁλοκληρωτικῶς κάθε φανερὴ καὶ νοητὴ σαρκικὴ ἡδονὴ ποὺ βρίσκεται κρυμμένη μέσα στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτὰ γεύεται ὁ ἄνθρωπος τὴν οὐράνια καὶ πνευματικὴ ἡδονὴ μέσα του καὶ γι᾿ αὐτὸ λέγει· «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ΄ 21). Αὐτὴ ἡ οὐράνια καὶ πνευματικὴ ἡδονή, τὴν ὁποία γεύεται μέσα του ὁ ἄνθρωπος, ἀναγνωρίζεται καλύτερα μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο·
Λέγοντας κανεὶς μὲ τὴν καρδιά του τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ἀποκτάει μέσα του μία ἀληθινὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ θεῖα Του λόγια. Συγχρόνως δὲ καὶ μαζὶ μὲ ἐκείνην τὴν καθαρὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη εὐλάβεια, σημαδεύεται μέσα του ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι μία παρηγορία καὶ εὐφροσύνη τόσο τῆς ψυχῆς, ὅσο καὶ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Διότι, ὅποτε πλησιάσει στὴν καθαρὴ καρδιὰ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παρηγορεῖται ὄχι μόνον ἡ ψυχή, ἀλλὰ γλυκαίνεται καὶ ἡ καρδιὰ μὲ τρόπο ἀκατανόητο καὶ μυστικό, ὅπως γλυκαίνεται καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ ἀνθρώπου ὅταν προσεύχεται νοερῶς μὲ τὴν καρδιά του γιὰ πολλὲς ὧρες, μὲ ἄκρα προσοχὴ στὴν εὐχή.
Πάλι λέγουμε ὅτι ἐκείνη ἡ γλυκύτητα τῆς καρδιᾶς, τὴν ὁποία αἰσθάνεται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι μυστικότατη καὶ πνευματική, ὅμως ὁμοιάζει μὲ ἐκείνην τὴν αἰσθητὴ γλυκύτητα, τὴν ὁποία νοιώθει μέσα στὸ στόμα του ὁ ἄνθρωπος ὅταν τρώγει μέλι ἢ ζάχαρη. Ἡ δὲ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν γλυκύτητα τῆς Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο·

Ὅταν πλησιάσει στὴν ψυχὴ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε φαίνεται σ᾿ αὐτὴν ὅλη ἡ Ἁγία Γραφὴ σὰν κάποιο σκιερό, ζαχαροσταλακτόφυλλο δέντρο, τοῦ ὁποίου οἱ ρίζες ἀρδεύονται καὶ ποτίζονται ἀπὸ τὴν ἄπειρη γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ τὰ κλαδιὰ στάζουν τὴν ἀκατανόητή τους 49 γλυκύτητα σ᾿ αὐτὴν τὴν ψυχή, ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη. Ἡ καρδιὰ αἰσθάνεται καὶ αὐτὴ τὴν γλυκύτητα τῆς Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπο·
Ὅταν κάποιος καταλάβει στὸν ἑαυτό του ὅτι κατοικεῖ στὴν καρδιά του ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε καταλαβαίνει στὸ κέντρο τοῦ ἑαυτοῦ του, στὰ ἔγκατά του κάποια θεϊκὴ χαρὰ καὶ κάποια πνευματικὴ παρηγορία. Ὅταν παρηγορεῖται ἡ καρδιά, τότε θερμαίνεται αὐτὴ μὲ ἄϋλη καὶ οὐράνια θερμότητα ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὁ Χριστὸς λέγει· «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν εἰς τὴν γῆν, καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη» (Λουκ. ιβ΄ 49).
Ἀφοῦ λοιπὸν θερμανθεῖ ἡ καρδιά σου μὲ ἐκείνην τὴν οὐράνια θέρμη, ἀνάβει σ᾿ αὐτὴν ἡ μεγάλη πυρκαγιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κυριεύει ὁ πόθος καὶ ὁ ἔρωτάς Του. Καὶ τότε, μόνον νὰ θυμηθεῖ ἡ καρδιὰ τὸν Κύριό της Ἰησοῦ ἢ τοὺς οἰκείους καὶ φίλους τοῦ Χριστοῦ, τότε, μαλακώνει καὶ λειώνει ἀπὸ τὰ δάκρυα γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἁγίους. Καὶ ὅπως, ὅταν ἀναβλύζει ἀπὸ κάποια πηγὴ νερό, δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ τὸ ἐμποδίσει τελείως νὰ μὴν ἀναβλύζει, διότι ἂν τὸ κλείσει ἐδῶ, ἐκεῖνο ἀναβλύζει ἐκεῖ, καὶ ἂν τὸ κλείσει ἐκεῖ, αὐτὸ ἀναβλύζει ἀλλοῦ, ἔτσι γίνεται καὶ στὴν καρδιά. Ὅταν γλυκαθεῖ ἡ καρδιὰ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ, κλαίει μέσα της αὐτομάτως, θαυμάζοντας τὴν γλυκύτητα τῆς Χάρης.
Ἂν ὅμως αὐτὴν τὴν ὥρα ποὺ κλαίει ἡ καρδιά, κόψει κάποιος ἄλλος τὰ δάκρυά της, κάνοντας ἔργα καὶ πράγματα τοῦ ἄρχοντος τοῦ αἰῶνος τούτου, τοῦ διαβόλου, τότε, τὴν ὥρα ποὺ ἐνεργεῖ τὰ ἔργα του ὁ ἄρχοντας τῆς κακίας, κόβονται τὰ δάκρυα τῆς καρδιᾶς προσωρινῶς ἀπὸ τὸ κακούργημα τοῦ μισοκάλου. Ὅμως, ἀφοῦ πάλι ἡ καρδιὰ ἔχει ἐγρήγορση καὶ προσέχει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τὸν ἐπισκέπτεται πάλι, κλαίει ὅπως καὶ πρῶτα. Κλαίει ἡ καρδιά, διότι ὅταν κλαίει γιὰ τὸν πλάστη της, μαζὶ μὲ τὰ κλάματα αἰσθάνεται μέσα της τὴν πνευματικὴ γλυκύτητα τῆς Χάρης. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ πένθους, τὸ ὁποῖο εἴχαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι στὴν ζωή τους ὡς ἀρραβῶνα τῆς ἀναμενόμενης ἐκείνης ἄρρητης εὐφροσύνης τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
Ἀπὸ τότε λοιπὸν καὶ στὸ ἑξῆς, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ χωρίσει τελείως τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὴν θεϊκή της θεωρία καὶ τὴν πνευματική της μελέτη, ὄχι μόνον ἄνθρωπος ἢ δαίμονας, ἀλλὰ τολμῶ νὰ πῶ ὅτι οὔτε αὐτοὶ οἱ ἄγγελοι δὲν μποροῦν νὰ τὴν ξεκόψουν ἀπὸ τὴν οὐράνια καὶ νοερή της μελέτη τὴν ὁποία ἔχει κρυφὰ στὴν γλυκύτητα τῆς πνευματικῆς χαρᾶς. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ μακάριος Παῦλος· «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;» (Ρωμ. η΄ 35). Δὲν μπορεῖ κανένα πρᾶγμα νὰ χωρίσει τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὴν πνευματική της μελέτη, ποὺ ἔχει στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, διότι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεύθηκε μυστικῶς τὴν χαρὰ τῆς θείας Χάρης, ἀπὸ τότε κατάλαβε τὴν πρώτη της πλάνη καὶ ἀπώλεια ποὺ εἶχε μέσα της προτοῦ νὰ βρεῖ καὶ προτοῦ νὰ δοκιμάσει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν ἕνας ἄνθρωπος πτωχός, δυστυχισμένος, ταλαιπωρημένος, καταπτοημένος καὶ ἀπελπισμένος, γινόταν φίλος τοῦ βασιλέως ἀπὸ κάποιαν περίσταση, καὶ ντυνόταν λαμπρὰ καὶ πολυτελῆ ἐνδύματα ζώντας μὲ τὸν βασιλέα στὸ παλάτι, μὲ ζωὴ μεγαλοπρεπῆ καὶ ἀναπαυτική, σὲ ἐρωτῶ· καταδέχεται πιὰ αὐτὸς νὰ ἀφήσει ἐκείνην τὴν βασιλικὴ ζωὴ καὶ νὰ γυρίσει «ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα» τῆς πρώην δυστυχισμένης του ζωῆς; Καὶ ἂν αὐτὸ γίνεται ἔτσι στὸν σαρκικὸ καὶ ἐξωτερικὸ ἄνθρωπο, πόσο μᾶλλον δὲν θὰ γίνει στὸν πνευματικὸ καὶ ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο;
Διότι, ἡ καρδιὰ ποὺ γεύεται κάθε ἡμέρα καὶ κάθε ὥρα τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ξέρει σὲ ποιοὺς δρόμους μὲ ἀγκάθια καὶ τριβόλια καὶ σὲ ποιὰ καρφιὰ περπατοῦσε πρῶτα, καὶ πλέον τώρα δὲν προσέχει σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ τῆς προβάλλει ὁ δόλιος δαίμονας σὰν ἀνάπαυση. Ἐπειδὴ ἐκεῖ, στὴν ὁδὸ τοῦ ἐχθροῦ, γνωρίζει ἀκριβέστατα ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς, πίκρα καρδιακὴ καὶ ἔλεγχος συνειδήσεως. Ἐνῶ ἐδῶ, στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει παρηγορία, χαρὰ καὶ γλυκύτητα τῆς ψυχῆς μαζὶ καὶ τῆς καρδιᾶς. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, παρακαλοῦσε καὶ ὁ προφήτης Δαβὶδ καὶ ἔλεγε στὸν Θεό· «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ Πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψλμ. ν΄ 12).
Ὁ προφήτης Δαβὶδ ἐπειδὴ γνώριζε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅτι, ἂν καθαριστεῖ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου τότε θὰ δεῖ νοερῶς τὸν Θεό, καθὼς λέγει καὶ ὁ Χριστός «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε΄ 8), γι᾿ αὐτὸ ἔλεγε· «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεός». Καὶ πάλι ὡς προφήτης ποὺ ἦταν, γνώριζε ὅτι ἂν κατοικήσει μέσα στὴν καρδιά του τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο θὰ αἰσθανθεῖ στὴν καρδιά του μία ἄρρητη χαρὰ καὶ θὰ θερμανθεῖ τὸ ἐσωτερικό του μὲ μία ἀκατανόητη πνευματικὴ καὶ θεϊκὴ θέρμη, συγκερασμένη μὲ πολλὴ πνευματικὴ καὶ θεϊκὴ γλυκύτητα. Γι᾿ αὐτὸ ἔλεγε· «Καὶ Πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου».
Εὐχή.
Ἀλλ᾿ ὦ Χριστέ μου γλυκύτατε, ἐγκαίνισε (ἐγκατάστησε), παρακαλῶ, στὰ κατάβαθά μου τὸ Πνεῦμα Σου τὸ ἀγαθὸ καὶ παρηγορητικό, γιὰ νὰ γλυκαθεῖ ἀνεκφράστως καὶ ἡ πικραμένη μου καρδιὰ καὶ νὰ φωτιστεῖ νοητῶς τόσο ἡ καρδιά μου ὅσο καὶ τὸ πρόσωπό μου ἀπὸ τὴν παρηγορία τοῦ Πνεύματός Σου. «Καρδίας γὰρ εὐφραινομένης θάλλει πρόσωπον» (Παρ. ιε΄ 13).
Ναί! γλυκύτατε Θεέ μου! Ἡ ἀγαλλίαση καὶ ὁ γλυκασμὸς τῆς ψυχῆς μου, γλύκανε, δέομαι, θεοπρεπῶς τὴν καρδιά μου γιὰ νὰ γλυκαθεῖ συγχρόνως καὶ ἡ διάνοιά μου ἀπὸ τὴν χάρη τῆς παρηγορίας Σου. Διότι, Κύριε τῆς δόξης, γι᾿ αὐτὸ λέγεσαι Παράκλητος, διότι παρηγορεῖς τοὺς φίλους Σου, καθὼς τὸ ὑποσχέθηκες καὶ μόνος Σου, ἐσὺ ὁ ἀψευδὴς Θεός μου καὶ Κύριος. Διότι, Κύριε, Ἐσὺ εἶπες στοὺς ἁγίους Σου Μαθητὲς καὶ Ἀποστόλους· «Συμφέρει εἰς ἐσᾶς, ἵνα ὑπάγω ἐγὼ πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα σας, πρὸς τὸν Θεόν μου καὶ Θεόν σας, διότι ὅταν ὑπάγω ἐγώ, θέλω παρακαλέσει τὸν Πατέρα μου νὰ σᾶς στείλει ἄλλον Παράκλητο, ὡσὰν ἐμένα» (πρβλ. Ἰω. ιδ΄ 16, ιστ΄ 7, κ΄ 17). Αὐτὸν τὸν Παράκλητο, Κύριε, παρακαλῶ, παρακάλεσε τὸν Πατέρα Σου καὶ Πατέρα μου, τὸν Θεό Σου καὶ Θεό μου, νὰ Τὸν στείλει καὶ σ᾿ ἐμένα τὸν μηδαμινὸ καὶ ἐλάχιστο ὅλων καὶ νὰ μὲ στηρίξει μὲ Αὐτὸν στὴν ἀγάπη τὴν δική Σου, τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου καὶ Θεοῦ μου, καθὼς τὸ λέγει πάλι ὁ προφητάνακτας· «Καὶ Πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με» (Ψλμ. ν΄ 14). Διότι, Κύριε τῆς εὐθυμίας τῆς καρδιᾶς μου καὶ Σωτήρα κάθε ψυχῆς ποὺ ἐλπίζει μὲ θάρρος σὲ Σένα, ὅταν πλησιάσει αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ Πνεύματός Σου τοῦ Ἁγίου στὴν καρδιά μου καὶ ψηλαφήσει τὴν ψυχή μου, μοῦ δίνει ἀμέσως νὰ γευθῶ καὶ νὰ αἰσθανθῶ κάτι λίγο ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἀνέκφραστα καὶ αἰώνια ἀγαθά, ποὺ ἔχεις ἑτοιμασμένα γι᾿ αὐτοὺς ποὺ Σὲ ἀγαποῦν πρὶν ἀκόμη δημιουργήσεις τὸν κόσμο, τῶν ὁποίων τὴν αἴσθηση, Ἰησοῦ μου, ὅταν τὴν λάβει ἡ καρδιά μου, ἐγκεντρίζεται ἀμέσως στὴν ἀγάπη τὴν δική Σου καὶ φλέγεται ἀμέσως ἡ ψυχή μου ἀπὸ κάποιον ἄσβεστο καὶ οὐράνιο ἔρωτα, Σοῦ τοῦ Χριστοῦ μου. Γι᾿ αὐτό, Κύριε, ὅταν μὲ ἀξιώσεις μὲ τὴν Χάρη σου τὴν Ἁγία, τότε θὰ Σοῦ προσφέρω ὕμνο καρδιακό, σὰν τὴν θυσία μόσχου· «Τότε», λέγει καὶ ἡ Γραφή, «ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους» (Ψλμ. 21β). Διότι Σοὶ πρέπει πᾶσα δόξα καὶ αἴνεσις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 
 
ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
 
 
ἐκ χειρογράφου τῆς Ἱ.Μ.Ξενοφῶντος
Ἁγίου Ὄρους
 
 
https://wra9.blogspot.com/2022/11/blog-post_149.html