«Πάντα πώλησον, Μάρκον αγόρασον» 

του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Μάρκου του Ασκητού
41. Όταν ποιήσης αρετήν, να ενθυμηθής τον Κύριον, που είπε: “χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθαι ποιεῖν οὐδέν” (Ἰωάν. ιε΄, 5).
42. Όπως ο Θεός έχει ετοιμάσει τα αιώνια αγαθά εις τους ανθρώπους, που θλίβονται ενταύθα, έτσι περιμένουν θλίψεις εκείνους, που ζουν εν ηδοναίς και κενοδοξία.
43. Εκείνος που αδικείται από τους ανθρώπους και υπομένει ευχαρίστως, σκεπάζεται από τον Θεόν, διά να μήν αμαρτήση. Αλλά και ανάλογον με την θλίψην του χαρίζει ο Θεός παρηγορίαν.
44. Ο πιστεύων εις όσα εδίδαξεν ο Χριστός, περί αιωνίου ανταποδώσεως, υπομένει με χαράν κάθε αδικίαν εξ ανθρώπων, κατά το μέτρον της πίστεως.
45. Εκείνος μέν που προσεύχεται υπέρ των αδικούντων, κτυπά ανηλεώς τους δαίμονας. Εκείνος δέ που αντιτάσσεται εις τους αδικούντας τραυματίζεται υπό των δαιμόνων.
46. Είναι προτιμότερον να σε αδικούν οι άνθρωποι παρά οι δαίμονες να σε πληγώνουν με τα βέλη των. Αλλά εκείνος που είναι πιστός δούλος του Θεού ήδη έχει νικήσει και ανθρώπους και δαίμονας, διά της ταπεινώσεώς του.
47. Κάθε αγαθόν δώρημα μας έρχεται από τον Θεό κατ΄ οικονομίαν, δηλαδή να το αξιοποιήσωμεν. Αλλά τον σκοπόν του αγαθού δεν δύνανται να εννοήσουν οι αχάριστοι, οι αγνώμονες και οι ράθυμοι.
48. Κάθε είδος κακίας καταλήγει εις την εφάμαρτον ηδονήν. Και πάν είδος αρετής καταλήγει εις πνευματικήν ευφροσύνην, πού δίδεται υπό του Αγίου Πνεύματος. Και το μέν είδος της κακίας που κυριαρχεί εις την ψυχήν, ερεθίζει και τα συγγενή είδη της κακίας. Κατ΄ ανάλογον δέ ενέργειαν, αυτό συμβαίνει και εις την αρετήν.
49. Οι ονειδισμοί των ανθρώπων προκαλούν θλίψιν εις την καρδίαν. Ενεργούν δε αγνιστικώς εις εκείνους που τους υπομένουν ευχαρίστως.
50. Η άγνοια του πνευματικού νόμου, κάμνει τον άνθρωπον να ανθίσταται εις την προσαγομένην ωφέλειαν. Θρασυνομένη δέ η άγνοια και η αντίστασις, αυξάνει την προϋπάρχουσαν κακίαν εις την καρδίαν.