῾Ο Παράδεισος.   

23. Ποῦ καί πῶς ἔζησαν οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι;

Ὀρθόδοξος κατήχησις. Κεφάλαιο πρῶτο

Ἐπισκόπου Ἀνδρέου Ἀράντ καί Χουνεντοάρας
῾Ο Θεός ἔθεσε τόν ‘Αδάμ καί τήν Εὔα στόν παράδεισο. ῾Ο παράδεισος ἦταν ἕνας ὡραῖος κῆπος, ὅπου εὑρίσκοντο καρποφόρες πεδιάδες καί κάθε εἴδους καρπεροῦ δένδρου, μελωδικά πτηνά, χρήσιμα στήν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου ζῶα, ποταμοί χειμαρώδεις, εὐωδιαστά λουλούδια, φυτά, πλούτη καί ἐπάρκεια ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Αὐτός ἦταν ὁ ἐπίγειος παράδεισος, τύπος τοῦ Οὐρανίου παραδείσου.’Εδῶ ἔβαλε ὁ Θεός τούς πρώτους ἀνθρώπους, «ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτό καί φυλάσσειν» (Γεν. 2,15), καί διά νά τόν δοκιμάσῃ στήν ὑπακοή, τόν διέταξε νά μή φάγῃ καρπούς ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ.
῾Η ἐντολή ἔλεγε τά ἑξῆς ἀκριβῶς: «ἀπό παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αύτοῦ· ᾗ δ’ ἄν ἡμέρα φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. 2,16-17).
Στόν παράδεισο ὁ ‘Αδάμ καί ἡ Εὔα, ἔζησαν εὐτυχισμένοι καί παρθένοι. ῾Ο νοῦς των ἦτο φωτεινός καί φυλαγμένος ἀπό ἁμαρτίες, ἡ καρδιά τους ἐπίσης καθαρή ἀπό κακές ἐπιθυμίες, ἡ θέλησίς τους ἦταν προσηλωμένη μόνο γιά τά καλά ἔργα, τό σῶμα τους πάντοτε ὑγιές καί φυλαγμένο ἀπό ὁποιαδήποτε ἀσθένεια ἤ πόνο.
24. Μέ τί εἴδους Νόμους ἔζησε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος στόν παράδεισο;

Οἱ ἱεροί νόμοι μέ τούς ὁποίους ἔζησε καί κυβερνήθηκε ὁ ἄνθρωπος στόν παράδεισο εἶναι οἱ ἑπόμενοι:
1. ῾Ο νόμος τῆς ἐργασίας μέ τόν νοῦ καί μέ τά χέρια. ῾Ο ‘Αδάμ ἔδωσε ὀνόματα σ’ ὅλα τά δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, ἐργαζόταν καί ἐφύλαττε κατά τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ τόν Παράδεισο.
2. ῾Ο νόμος τῆς κυριαρχίας ἐπάνω στή φύσι, στήν γῆ μέ ὅλα τά πλάσματα καί δημιουργήματά της, ὅπως εἶναι γραμμένο: «πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆςὅ.καί πάσης τῆς γῆς» (Γεν. 1,28).
3. ῾Ο νόμος τῆς αὐξήσεως, τῆς προόδου, τῆς ἐπιτυχίας καί τῆς δράσεως, πού ἦταν δύο εἰδῶν: Πρῶτα ὁ πολλαπλασιασμός τῶν ἀνθρώπων σύμφωνα μέ τά λόγια «αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθεὅ.Γενέσ. 1,28, καί δεύτερον τῆς πνευματικῆς τελειοποιήσεως μέ τήν βοήθεια τοῦ νοῦ, τῆς γλώσσης, τῶν ἀρετῶν καί τῆς ἡθικῆς ζωῆς, διότι διαφορετικά δέν θά μποροῦσε νά ἐξασφαλίσῃ τήν κυριαρχία του στήν φύσι καί στά ζῶα τῆς γῆς. (Γεν. 1,28-30, 2,15 καί 19,20).
4. ῾Ο νόμος τῆς ἀθωότητος, τῆς σωματικῆς καθαρότητος, τῆς ψυχικῆς ἁγνότητος, καθ’ ὅσον ὁ ‘Αδάμ καί ἡ Εὔα «ἦσαν καί καί οἱ δύο γυμνοί καί οὐκ ἠσχύνοντο» (Γεν. 2,25). ῾Η φύσις των ἦτο σάν τῶν μικρῶν παιδιῶν, τῶν ἀρνίων καί τῶν περιστερῶν.
5. ῾Ο νόμος τῆς ἐλευθερίας τῆς θελήσεως, καθ’ ὅσον οἱ Πρωτόπλαστοι εἶχαν ἐλεύθερη τήν θέλησί τους νά τρώγουν ἀπό τούς καρπούς ὅλων τῶν δένδρων τοῦ παραδείσου, καί μόνον ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ δέν εἶχον ἐντολή νά τρώγουν. (Γεν. 1,29-30 καί 2,16-17).
6. ῾Ο νόμος τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό, ὁ νόμος τῆς συνειδήσεως (Γεν. 3,7-11), τῆς γνώσεως, τῆς ἀγάπης καί τῆς τιμῆς πρός τόν Θεόν (θρησκεία), πού ἦσαν συνέπεια τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό καί τοῦ διορισμοῦ του ὡς κυριάρχου σ’ ὅλη τήν πλάσι καί ὑποτεταγμένου στίς ἐντολές, στά ἔργα καί στήν ὑπακοή πρός Αὐτόν.
25. Πόσο καιρό κράτησε ἡ παρθενία τῶν Πρωτοπλάστων στόν παράδεισο;

῾Η παρθενία καί ἡ ἀθωότης τῶν Πρωτοπλάστων κράτησε τόσο καιρό ὅσο αὐτοί ἦσαν στήν ὑπακοή τοῦ Θεοῦ καί κρατοῦσαν μέ εὐλάβεια τούς νόμους καί τίς ἐντολές Του, μέσα στίς ὁποῖες εὑρισκόταν τό θέλημά Του.
῞Οταν ἄκουσαν τήν φωνή τοῦ πονηροῦ διαβόλου, πού τούς παρουσιάσθηκε μέ τήν μορφή φιδιοῦ, κατεπάτησαν τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί ἔφαγαν ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό, δηλ. ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, τότε ὁ Θεὀς τούς καταράσθηκε λέγοντας πρῶτα στό φίδι-διάβολο: «ὅτι ἐποίησας τοῦτο, ἐπικατάρατος σύ ἀπό πάντων τῶν κτηνῶν καί ἀπό πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπί τῆς γῆς· ἐπί τῷ στήθει σου καί τῇ κοιλίᾳ πορεύσῃ καί γῆν φαγῇ πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου.
Καί ἔχθρα θήσῳ ἀνά μέσον σοῦ καί ἀνά μέσον τῆς γυναικός καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματός σου καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς· αὐτός σοῦ τηρήσῃ τήν κεφαλήν καί σή τηρήσῃς αὐτοῦ πτέρναν».
Καί τῇ γυναικί εἶπε: «πληθύνω πληθυνῶ τάς λύπας σου καί τόν στεναγμόν σου· ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα, καί πρός τόν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καί αὐτός σοῦ κυριεύσῃ».
Τῷ δέ ‘Αδάμ εἶπεν: «ὅτι ἤκουσας τήν φωνή τῆς γυναικός σου καί ἔφαγες ἀπό τοῦ ξύλου, οὗ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνου μή φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες, ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου· ἐν λύπαις φαγῇ αὐτήν πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου· ἀκάνθας καί τριβόλους ἀνατελεῖ σοι, καί φαγῇ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ. ‘Εν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τόν ἄρτον σου, ἑως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τήν γῆν, ἐξ’ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. 3,14-19). ῎Ετσι τούς ἐξεδίωξε ἀπό τόν παράδεισο τῆς τρυφῆς, καί ἄρχισε τό κακό στόν κόσμο. 

26. Πῶς ὀνομάζεται τό ἁμάρτημα τῆς παρακοῆς των καί ποιές εἶναι οἱ συνέπειές τους; Ὀρθόδοξος κατήχησις

Τό ἁμάρτημά τους ὀνομάζεται Προπατορικό, διότι ἔγινε ἀπό τούς πρώτους κατοίκους καί γενέρχας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Αὐτό κληρονομήθηκε ἀπό τόν πατέρα στόν υἱό καί ἐξαπλώθηκε σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους. ῞Οπως ὁμοιάζουν τά παιδιά μέ τούς γονεῖς τους καί κληρονομοῦν τίς καλές ἤ κακές ἰδιότητές τους, τήν περιουσία τους καί τά χαρίσματά τους, ἔτσι κληρονομοῦν καί τό Προπατορικό ἁμάρτημα.
Γιά τήν κληρονομία τοῦ Προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἡ ῾Αγία Γραφή μᾶς λέγει καθαρά ὅτι «ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος αὐτοῦ» (Γεν. 8,21).Καί «οὐκ ἔσται ἄνθρωπος, ὡς οὐχ ἁμαρτήσεται» (Β. Παραλ. 6,36), διότι δέν μπορεῖ νά εἶναι κάποιος καθαρός, ἔστω καί ἄν ἡ ζωή αὐτοῦ εἶναι μία ἡμέρα ἐπί τῆς γῆς. (Πρβλ. ‘Ιώβ14,4). Καθένας πού γεννᾶται ἀπό τήν μητέρα του, εἶναι μία φύσις διεφθαρμένη καί ἤπιε τήν ἁμαρτία σάν νερό. (Πρβλ. ‘Ιώβ 15,14-16). ῞Ολοι οἱ ἄνθρωποι διεφθάρησαν, λόγῳ τῶν ἀφρόνων ἔργων των. (Πρβλ. Ψαλμ.13,1-3 καί 52,2-4.
Σειράχ25,23 καί Ρωμ. 3,10-12). Ποῖος μπορεῖ νά εἴπῃ ὅτι εἶναι καθαρός ἀπό τήν ἁμαρτίαν; (Παροιμ. 20,9.) «ἄνθρωπος οὐκ ἔστι δίκαιος ἐν τῇ γῇ, ὅς ποπιήσῃ ἀγαθόν καί οὐχ ἁμαρτήσεται (‘Εκκλησιαστής 7,20). Γιά τήν κυοφορία καί γέννησι τῶν παιδιῶν μέσα στήν ἁμαρτία, ὁ προφήτης Δαβίδ μᾶς λέγει τά ἑξῆς: «ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίες ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου» (Ψαλ. 5,6).
῾Ο ‘Απόστολος Παῦλος ἐνισχύει ὁμοίως αὐτή τήν ἀλήθεια γράφοντας καθαρά ὅτι ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος ἐπέρασε σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους μέσῳ τοῦ ‘Αδάμ, διά τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἁμάρτησαν. (Ρωμ. 5.12). ἑπομένως ὅλοι ἐμεῖς πού γεννώμεθα κληρονομοῦμε τό Προπατορικό ἁμάρτηα· «ἀπηλλοτριώθησαν οἱ ἁμαρτωλοί ἀπό μήτρας, ἐπλανήθησαν ἀπό γαστρός, ἐλάλησαν ψευδῆ» (Ψαλ. 57,3-4).
Τό Προπατορικό ἁμάρτημα εἶχε φοβερές συνέπειες σ’ ὅλο τόν κόσμο. Λόγῳ τῆς ἁμαρτίας τό κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού δόθηκε στόν ἄνθρωπο σκοτίσθηκε ὁ νοῦς καί ἡ θέλησίς του γιά τό ἀγαθό ἀδυνάτισαν, ἡ καρδιά του ἔχασε τήν ἀθωότητά της, ἐνῶ στό σῶμα ἦλθον παντός εἴδους ἀσθένειες, δοκιμασίες καί τέλος ὁ θάνατος.
Μέχρι τώρα ἡ ἐργασία γιά τόν πρό τῆς πτώσεως ἄνθρωπο ἦταν μία εὐχαρίστισις, ἀπό τότε καί μετά ἐργάζεται μέ τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου τήν γῆν ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς του γιά νά ἐξοικονομήσῃ τό ψωμί του. Τά ζῶα ἀγρίεψαν καί δέν τόν ἀναγνωρίζουν πλέον ὡς ἀφεντικό τους καί σάν τιμωρία τοῦ δόθηκε ἀπό τόν Θεό ἡ ἔξοδός του ἀπό τόν παράδεισο γιά νά μή γευθῇ ἀπό τό ξύλο τῆς ζωῆς. (Γεν. 3,22).῎Ετσι θά ἦταν βαρύτατο τό φορτίο τῶν στεναγμῶν καί τῶν δυστυχιῶν του, ἐάν ὁ ἄνθρωπος παρέμενε ἀθάνατος μέσα στά γεράματά του καί τίς ἁμαρτίες του.
Πῶς παρηγόρησε ὁ Θεός τόν ‘Αδάμ καί τήν Εὔα, ὅταν τούς ἔβγαλε ἀπό τόν παράδεισο;
῾Ο Θεός εἶναι δίκαιος καί Πανάγαθος. Γι’ αὐτό μόλις τούς ἔβγαλε ἀπό τόν παράδεισο, τούς παρηγόρησε μέ τήν ὑπόσχεσιν ὅτι θά στείλῃ στόν κόσμο ἕνα Σωτῆρα, ὁ ὁποῖος θά συντρίψῃ τήν κεφαλή τοῦ ὄφεως.(Γεν. 3,15), δηλαδή θά συντρίψῃ τήν δύναμι τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας· θά συμφιλιώσῃ τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεὀ καί θά ἀνοίξῃ ἐκ νέου τόν χαμένο παράδεισο πού ἔχασαν λόγῳ τῆς ἁμαρτίας τους. Αὐτός ὁ Σωτῆρας εἶναι ὁ Κύριός μας ‘Ιησοῦς Χριστός.
Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης

 

῾Ιερά Μονή ῾Οσίου Γρηγορίου

 

῞Αγιον ῎Ορος1995