Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΒΑΡΝΑΚΟΒΙΤΗΣ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄

  ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

  Ὁ ἅγιος Ἀρσένιος ἔτρεφε “ ἐκ νεότητος” μία ἀπροσμέτρητη ἱερή ἀγάπη πρός τήν Θεομήτορα, τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου του.

 Ἐκεῖνον Τόν λάτρευε “ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, καρδίας, διανοίας καί ἰσχύος”. Ἐκείνη Τήν ἀγαποῦσε μέ μία ἀγάπη υἱκή, γεμάτη ἀφοσίωση καί εὐγνωμοσύνη.

 Μαζί Της πέρασε τά ἡρωϊκά ἀσκητικά του χρόνια. Μπροστά στήν εἰκόνα Της ἄναβε ἀκοίμητη κανδήλα, εἴτε ἡμέρα ἦταν, εἴτε νύχτα. Ἐκείνη ἔβαζε μεσίτρια πρός τόν Κύριον γιά ἐπιχορήγηση Χάριτος στίς δύσκολες ὦρες τῆς πάλης του “πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου”. Σ᾿ Ἐκείνη ἄνοιγε τήν ψυχή του καί τῆς ἐμπιστευόταν τούς ἱερούς πόθους του. Ὅταν δέ ὑπῆρχε σωματικός ἤ ψυχικός πόνος, ζητοῦσε τή συμπαράσταση καί βοήθειά Της. Καί εἶναι ἀλήθεια πώς ποτέ δέν τόν ἐγκατέλειψε ἀβοήθητο ἡ Θεοτόκος τόν Ἀρσένιο. Τόν περιέβαλλε μέ τήν ὑπερκόσμια προστασία Της, τόν θεράπευε ὅταν ἦταν ἄρρωστος – κι αὐτό τά τελευταῖα χρόνια συνέβαινε συχνά, γιατί ἡ ὑγρασία τῆς σπηλιᾶς ὑπέσκαπτε τήν ὑγεία του.Μπορεῖ ὁ Ἅγιος νά μήν εἶχε ἀνθρώπινη συμπαράσταση καί βοήθεια, δέν τοῦ ἔλειψε ὅμως ποτέ ἡ Θεία. Ἐκεῖνα τά χρόνια τῆς ἀσκήσεώς του, ἔζησε τό μυστήριο καί τό μεγαλεῖο τῆς διά τόν Θεόν μονώσεως. Κατέβαλλε τό δικό του κεφάλαιο, τήν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στή Θεία Πρόνοια, καί εἰσέπραττε τήν πλέον ὁλοκληρωμένη καί συγκινητηκή γιά τή ζωντάνια της βοήθεια, μέ τρόπους ἀπρόβλεπτους γιά τήν ἀνθρώπινη, περιορισμένη λογική καί δύναμη.


 Κανόνας τῆς Μεταλήψεως

  Ἄρτος ζωῆς, αἰωνιζούσης γενέσθω μοι, τό σῶμά σου τό ἅγιον,

 εὐσπλαγχνε Κύριε, καί τό τίμιον αἷμα, καί

 νόσων πολυτρόπων ἀλεξιτήριον.

  Τὄχε ζήσει ὁ Ἀρσένιος -ὅπως καί ὅλοι οἱ Ἀσκητές – αὐτό τό θαῦμα πολλές φορές καί σέ πολλές περιστάσεις. Αὐτή ἀκριβῶς ἦταν καί ἡ πεμπτουσία, τό ἀπόσταγμα δηλαδή, τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του· τό ζωντανό πλησίασμα του Θεοῦ. Ἡ διά τῆς ἀγάπης ἕνωση μαζί Του. Ἦταν σάν νά ἔλεγε, ὄχι ὅμως μέ λόγια, ἀλλά μέ τήν ἴδια τή ζωή του:

  • Σ᾿ τά δίνω ὅλα! Δέν προνοῶ γιά τίποτε. Ξεχνῶ τόν ἑαυτό μου γιά νά θυμᾶμαι Ἐσένα. Ἀπομακρύνομαι ἀπό ὅλους γιά νά εἶσαι ὁ Μοναδικός μέσα στή σκέψη καί στήν καρδιά μου. Γίνε Ἐσύ, Θεέ μου, τροφή μου, σκέπασμά μου, εὐφραντικό ποτό μου, φάρμακό μου. Σύντροφος ἀκοίμητος καί λατρευτός πού γεμίζει τή μοναξιά ἀπό χαρά καί τή μετατρέπει στήν πλέον εὐτυχισμένη ἀγαπητική συμβίωση.

Μετά ἀπό συγκλονιστικές πολυχρόνιες ἐμπειρίες μπορεῖ ν᾿ ἀναλογιστῆ κανείς τί μεγάλα ἀποθέματα Πίστεως ἀλλά καί εὐγνωμοσύνης πρός τόν Ἐσταυρωμένο Σωτῆρα τοῦ κόσμου, τό Χριστό, καί τήν Παναγία Μητέρα Του εἶχε ἀποθησαυρίσει στή θεωμένη ψυχή του ὁ Θεοφόρος ἐρημίτης τῶν βράχων τῆς Δωρίδος.

 Καί τό ξεχείλισμα αὐτό τῆς ἀγάπης του ἔψαχνε νά βρῆ μιά διέξοδο. Ἄρχισε ν᾿ ἀναδύεται μέσα ἀπό τό πέλαγος τῆς εὐσεβείας του ἕνας γλυκύτατος ἱερός πόθος.

  Θεοτοκίον

 Τῶν δούλων σου, τάς φωνάς ἐπάκουσον, ὡς ταχύ γοργοεπήκοε Κόρη,

 καί σοοῦ Υἱοῦ, καί Δεσπότου ἐξαίτει, τήν ὀξυτάτην καί θείαν βοήθειαν,

καί ποῦ εἰ μή πρός σέ Ἁγνή, τάς ἐλπίδας ἡμῶν παραθώμεθα;

Τόν πρωτοένοιωσε ὅταν γονατιστός μπροστά στήν εἰκόνα Της ἕνα ἥσυχο βράδυ εἶχε μυστική συνομιλία μαζί Της. Δέ ζητοῦσε τίποτε ἐκεῖνο τό βράδυ ἀπ᾿ τόν Δεσπότη Χριστό καί τήν Οὐράνια Δέσποινα. Δέν ἦταν ἡ προσευχή του ἱκετευτική. Εἶχε τά μῦρα τῆς ἀγάπης καί τόν εὐγενῆ ἀνιδιοτελῆ πόθο νά πράξη κάτι πού θά ἦταν δόξα γιά τόν Κύριο τοῦ παντός καί τήν Ὑπερευλογημένη Μητέρα Του.

  • Πῶς νά Σ᾿ εὐχαριστήσω, Χριστέ μου; Πῶς νά Σ᾿ εὐχαριστήσω, Παντευλόγητε; Τί εἶναι αὐτό πού θά μποροῦσε νά κάνη ὁ φτωχός Ἀρσένιος γιά τή Θεία δόξα Σας;

Δάκρυα κατανύξεως ἔβρεχαν τό ἀποστεωμόνο πρόσωπό του καί τή μακρυά ἀσημένια γενιάδα του.

Ἐκεῖνο ἀκριβῶς τό βράδυ πῆρε μορφή ὁ πόθος του καί ἡ ψυχή του ὁραματίστηκε τήν ὄμορφη Ἐκκλησία πού θά τήν ἀφιέρωνε, λέει στήν Πανάχραντη Μητέρα τοῦ Θεοῦ! Κρυφοθρονιάστηκε ἡ ἁγία αὐτή ἐπιθυμία μέσα στήν καρδιά του καί ἄρχισε νά τόν γλυκοαπασχολῆ.

Ἡ λογική βέβαια μέ τή μίζερη προοπτική της πολεμοῦσε τήν ἐλπίδα τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ πόθου, λέγοντας του: “Ἀρσένιε, πῶς τολμᾶς καί κάνεις τέτοια ὄνειρα; Γι᾿ αὐτά χρειάζονται πολλά χρήματα. Κι ἐσύ δέν ἔχεις παρά τό ρᾶσο σου καί τά σανδάλια πού φορᾶς. Πῶς θά πραγματοποιήσεις τέτοια σχέδια;”

Ἡ λογική ὅμως εἶναι ἐργαλεῖο γιά τά πράγματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου· γιά τά πράγματα τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ἄλλο ἐργαλεῖο, πού λέγεται “Πίστη”. Αὐτή δέν εἶναι ἐνάντια στή λογική, ἀλλά ἐπάνω ἀπό αὐτή.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἤξερε καί τά δούλευε σωστά καί τά δύο αὐτά τά θεόσδοτα ἐργαλεῖα. Ἔτσι ἀπάντησε στίς ἀντιρρήσεις τῆς λογικῆς μέ τή δύναμη τῆς δυνατῆς του Πίστεως. “Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι”, ἦρθε κι ἡ φωνή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στή μνήμη του, ὅπως πολλές φορές εἶχε διαβάσει στό Ἅγιο Εὐαγγέλιο.

Ἔν τῶ μεταξύ μέσα στόν κύκλο τῶν εὐσεβῶν μαθητῶν του ἄρχισε ν᾿ ἀναφαίνεται ὁ “κορυφαῖος”. Ὁ “πολύχους καί ἑκατοστεύων στάχυς”!

Εἶχε τό ἴδιο ὄνομα μέ τόν πνευματικό υἱό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Τόν ἔλεγαν Τιμόθεο.



Αὐτό μπορεῖ νά τό συμπεράνη κανείς ἐάν προσέξη τόν ὑπάρχοντα κατάλογο Ἡγουμένων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας τῆς Βαρνάκοβας. Ἐκεῖ, μετά τόν ἅγιο Ἀρσένιο ἀναγράφει τό ὄνομα “Τιμόθεος”, μέ τήν ἔνδειξη ὅτι ἐχρημάτισε Ἡγούμενος μετά τό 1111 (τό ἔτος τῆς κοιμήσεως τοῦ Ὁσίου) καί πρό τοῦ 1148.

Ἕνας διάδοχος στήν πνευματική πατρότητα δέν ἑτοιμάζεται ἀπό τή μιά ἡμέρα στήν ἄλλη. Συνήθως γαλουχεῖται ἐπί σειρά ἐτῶν ἀπό τόν πνευματικό του πατέρα καί Διδάσκαλο καί – τίς περισσότερες φορές – αὐξάνεται πνευματικά δίπλα του καί ὑπό τήν ἄγρυπνη καθοδήγησή του “ἐκ νεότητος”. Πάντα κοντά καί ἀπό τήν ἴδια ρίζα ἑνός μεγάλου πλατάνου, ἀναφύεται ἕνα μικρό δενδρύλλιο, ὅμοιο μέ τό πρῶτο, πού συναυξάνεται κάτω ἀπό τή σκιά ἐκείνου.

Τό πιθανώτερο εἶναι πώς ὁ Τιμόθεος κατήγετο ἀπό κάποιο χωριό ἤ κώμη τῆς Δωρίδος. Δέν ἀποκλείεται ὅμως νά ἦρθε καί ἀπό κάποιο ἄλλο μέρος τῆς Στερεᾶς ἤ καί τοῦ Μωρέως, ἀκούγοντας τήν ἀγαθή φήμη τοῦ ἀσκητοῦ τῆς Δωρίδος.

Κοντά στόν ἅγιο Ἀρσένιο, ἡ εὐλογημένη δίψα τῆς νεανικῆς ψυχῆς του ἀνέδιδε ἡ ὁσιακή προσωπικότης τοῦ Διδασκάλου, “μέθυσαν” τόν Τιμόθεο. Ἀφοσιώθηκε μέ υἱκή ἀφοσίωση στόν ἐρημίτη τοῦ Χριστοῦ καί ἔγινε μέ τό ζῆλο του καί τή δροσερή, χαρούμενη παρουσία του ἕνα ἀληθινό δῶρο τοῦ Θεοῦ γιά τόν Ἀρσένιο.

Στό μεσοδιάστημα κατά τό ὁποῖο ὁ Ὅσιος ἦταν ἀκόμη στή σπηλιά ἀλλά εἶχε πλέον γύρω του κύκλο μαθητῶν προσανατολισμένων σταθερά πρός τήν ἀφιέρωση, πρόλαβε καί ὁ Τιμόθεος, μαζί μέ τούς ὑπολοίπους, νά ἀναπνεύσουν λίγο ἀπό τό δυνατό Θεϊκό ὀξυγόνο τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Ἀρκετές φορές, εἰδικά τίς καλοκαιρινές ἡμέρες καί νύχτες, δέν ἔφευγαν καθόλου ἀπό κοντά του. Εἶχαν γίνει τό “ἀγαπητό του μαρτύριο”!…

Τόν χιλιοπαρεκάλεσαν, καί ὄχι πολύ μακρυά ἀπό τή σπηλιά του ἔφτειαξαν μιά πρόχειρη καλύβα μέ κλαδιά δένδρων καί ἔστησαν τό δικό τους ἀσκητήριο! Ὁ Ὅσιος τά κρυφοκαμάρωνε καί μέ δυσκολία ἔκρυβε τό μειδίαμά του, παρατηρώντας τό ζῆλο τους νά τόν μιμηθοῦν.

Ἔτσι, μεριά ὁ πόθος γιά τήν ἀνέγερση ἱεροῦ ναοῦ πρός τιμήν τῆς Θεομήτορος, μεριά οἱ φιλόθεοι νεαροί βλαστοί πού χρειάζονταν ἕνα πνευματικό θερμοκήπιο γιά νά ἀναπτυχθοῦν, τόν ἔκανε νά πάρη – ἀφοῦ προσευχήθηκε πολύ – τήν τελική ἀπόφαση, στό νά ἀνεγείρη Ἱερό Ναό καί ἕνα μικρό, κατ᾿ ἀρχάς, Κοινόβιο μέ μορφή σκήτης6.

Δέν τούς τό εἶπε ἀμέσως. Πλήν ὅμως οἱ πανέξυπνοι νέοι – καί πράγματι ἦσαν πανέξυπνοι γιατί, ἄν καί μικρῆς ἡλικίας, κατάλαβαν ὅτι ἡ πρώτη ἀξία στήν ἀνθρώπινη ζωή εἶναι ὁ Θεός καί ἡ ἀγάπη Του – βλέποντάς τόν νά κοιτάη μ᾿ ἐνδιαφέρον καί ἐρευνητικά τίς γύρω περιοχές ὅπου ὑπῆρχαν πλατώματα, δέν ἄργησαν νά συλλάβουν τή χαρούμενη ὑποψία.

Μιά ἡμέρα, μετά ἀπό μία πνευματική συζήτηση πού εἶχαν, ὁ Ὅσιος τούς συνέστησε νά προσευχηθοῦν ὅλοι μαζί θερμά καί ταπεινά, ζητώντας ἀπό τόν Κύριο “νά γίνη τό θέλημά Του”. Ἔτσι τούς εἶπε καί ἡ ἀτμόσφαιρα ἠλεκτρίστηκε.

Ἔνοιωσαν τήν ἐπιθυμία νά ἐρωτήσουν κάτι περισσότερο, ἀλλά ὁ πιό ὥριμος καί συνετός, τούς ἔκανε κρυφά νεῦμα νά μή μιλήσουν καθόλου.

Μετά ἀπό αὐτό, μία ἀπό τίς ἐπόμενες ἡμέρες, ὁ Γέροντας Ἀρσένιος μαζί μέ τούς μαθητάς του διέσχισε τό πυκνό δάσος καί σιωπηλά, γιατί συνεχῶς μυστικά ἐξακολουθοῦσε νά προσεύχεται, κατηφόρισαν πρός ἀνατολάς.

Ἦταν ἕνα χαρούμενο Μαγιάτικο πρωϊνό τοῦ 1077, πού ὅλα τριγύρω γελοῦσαν γεμάτα ζωή, ὀμορφιά καί εὐλογημένες ἐλπίδες. Ὁ χειμῶνας πλέον εἶχε ὁλοκληρωτικά ἀποχωρήση ἀπό τήν περιοχή.

Ι. Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας

Προχωρώντας ἀντίκρυσαν μιά μικρή κοιλάδα ἀνάμεσα στά βουνά μέ ἀνοιχτούς ὁρίζοντες, πού στό κέντρο της περίπου ὑπῆρχε ἕνας χαριτωμένος λοφίσκος μέ ὁμαλή, σχεδόν ἐπίπεδη κορυφή καί μέ ἀρκετά ἀραιή βλάστηση. Κάτω ἀπό αὐτόν συνεχιζόταν τό δάσος πού κατέληγε ὁμαλά σέ φαράγγια χειμάρρων.

Τό βλέμμα ὅλων ἔπεσε στόν πανέμορφο αὐτό λόφο καί ἔμεινε ἐκεῖ, σάν νά μαγνητίστηκαν. Ἐκείνη τήν εὐλογημένη στιγμή τούς φάνηκε πώς ὅλο τό πλούσιο ἀνοιξιάτικο φῶς εἶχε πέσει ἐπάνω του.

Ἀλληλοκοιτάχτηκαν ἄφωνοι καί γυρίζοντας πρός τόν Ἅγιο, εἶδαν πώς χαμογελοῦσε, σάν νά ἔβλεπε κάτι πού τόν γέμιζε ἀγαλλίαση! Τελικά σήκωσε τό χέρι του, ἔκανε τό σταυρό του καί ἔδωσε τό σύνθημα νά προχωρήσουν μέχρι ἐκεῖ.


 Ὅταν ἔφτασαν στήν κορυφή παραμερίζοντας τά ἀνθισμένα ρείκια καί τούς θάμνους, πρόσεξαν μέ συγκίνηση πώς τό ἔδαφος ἦταν κατάσπαρτο ἀπό μικρούς ὁλόλευκους κρινανθούς!7 Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος γονάτισε· μαζί του καί οἱ εὐσεβεῖς νέοι.

Προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος καί ὅταν σηκώθηκε, τό πρόσωπό του ἔλαμπε! Ἀναμφίβολα πῆρε τά χαρούμενα μηνύματα τ᾿ Οὐρανοῦ. Ὁ τόπος ἦταν ἀρεστός στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τόν ἄσπιλο ἔμψυχο κρῖνο τῆς Ναζαρέτ!

Τότε ἐκεῖ τούς μίλησε ἀπροκάλυπτα καί τούς ἀνακοίνωσε τά εὐλογημένα σχέδιά του.

Ἡ χαρά πού ἔνοιωσαν οἱ νέοι ἦταν τόσο δυνατή, ὥστε δέ μπόρεσαν νά μιλήσουν. Τά μάτια τους γέμισαν δάκρυα εὐγνωμοσύνης. Τόν πλησίασαν ὅλοι καί τοῦ φίλησαν αὐθόρμητα τό ἁγιασμένο χέρι του.

 Ὁ Ἀσκητής τώρα ἔδινε τή θέση του στόν Κοινοβιάρχη, χωρίς νά παύη ὅμως νά ὑπάρχη καί τό ἀσκητικό πνεῦμα στό βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ Ὁσίου.

 Μετά τήν πρώτη συγκίνηση κάθισαν ἐκεῖ στόν ἐπιλεγμένο χῶρο καί ἄρχισαν νά συζητοῦν γύρω ἀπό τό πῶς θά γινόταν κατορθωτή ἡ ἀνέγερση τῶν πρώτων κτισμάτων τῆς σκήτης καί εἰδικά τοῦ Ναοῦ. Πρῶτος μίλησε ὁ Ἅγιος.

Τούς προετοίμασε πώς θά χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια καί ἐργασία πολύπλευρη ἀπό μέρους τους, ἀκόμη καί χειρωνακτική.

  • Εἶστε ἕτοιμοι γι᾿ αὐτούς τούς κόπους; Ρώτησε στό τέλος μ᾿ ἕνα ἱλαρό μειδίαμα.

Ἡ ἀπάντηση ὑπῆρξε ὄχι μόνο καταφατική, ἀλλά ἐνθουσιώδης. Μέ μεγάλο κόπο τούς ἡρέμησε.

Μετά ἄρχισε ἡ σύσκεψη νά στέφεται στά ἀπαραίτητα χρήματα πού θά χρειάζονταν γιά τούς ἀρχιμαστόρους καί τά ὑλικά. Οἱ ὑποψήφιοι Μοναχοί ὁλοπρόθυμα, ἀνάλογα μέ τήν οἰκονομική τους δύναμη, δήλωσαν πώς θά βοηθήσουν τό ἱερό ἔργο. Ὁ Ἅγιος τούς ἄκουγε μέ συγκατάβαση. Τούς ἐπήνεσε γιά τήν προθυμία τους καί τούς ὑπενθύμισε πώς ὁ μεγάλος Συμπαραστάτης θά ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί οἰκονόμος στίς ἀνάγκες τους, ἡ Οὐρανία Βασίλισσα.

Χαιρόταν μυστικά ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος, γιατί γνώριζε ὅτι στήν πορεία αὐτοῦ τοῦ Θεαρέστου ἔργου, οἱ μαθητές του θά ζοῦσαν ἀνεξάλειπτες ἐμπειρίες τῆς Θείας βοηθείας καί Παντοδυναμίας, οἱ ὁποῖες θά τούς ἐνίσχυαν καί θά ἑδραίωναν τήν Πίστη τους στόν Ἀγαθοδότη Κύριο.

Ἐμπνεόμενος ἀπό τήν Πίστη καί τήν αἰσιοδοξία τοῦ Γέροντά του, ἕνας ἀπό τούς ὑποψήφιους Μοναχούς εἶπε:

  • Ἐδῶ καί ἕνα χρόνο, πληροφορήθηκα πώς ἐπάνω στά πανύψηλα καί τρομακτικά βράχια τῶν Μετεώρων, χτίζεται Μοναστῆρι πρός δόξαν τοῦ Θεοῦ8. Ἐκεῖ τά ὑλικά καί τούς ἀνθρώπους τούς ἀνεβάζουν μέ τό δίχτυ! Ἐδῶ σ᾿ αὐτόν τόν εὐλογημένο καί ἥμερο τόπο θά εἶναι ἀσύγκριτα πιό εὔκολο.

Συμφώνησαν ὅλοι καί ἀφοῦ ἔκαναν εὐχαριστήρια προσευχή, ἀνηφόρισαν φτερωτοί γιά τήν πρώτη τους ὑποτυπώδη μικρή σκήτη, πού ἦταν κοντά στή σπηλιά τοῦ Γέροντά τους· τήν ξύλινη μικρή καλυβούλα τους!

Ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ κρύβει πολλές καί γνήσιες χαρές…..

 συνεχίζεται…

 

Ἀπό τό βιβλίο: “Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΒΑΡΝΑΚΟΒΙΤΗΣ

ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ Ι.ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ

(1077Μ.Χ.)”

Ἔκδοσις: Ἱ. Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας

Δωρίδα 2005

6“Βαρνάκοβα”, Π. Καλονάρου, ἔκδοσις 1957, σελ. 92.

7Πράγματι, μέχρι σήμερα στήν περιοχή κοντά στό Μοναστῆρι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, στό ἐξωτερικό προαύλιο καί πουθενά ἀλλοῦ στήν περιοχή, ὑπάρχουν αὐτοφυεῖς λευκοί κρινανθοί τήν Ἄνοιξη.

8Τό Μοναστῆρι τῶν Μετεώρων πράγματι ἄρχισε νά κτίζεται ἕνα χρόνο πρίν ἀπό τῆς Βαρνακόβης, δηλαδή τό 1076.