Ἁγιογραφικό ἀνάγνωσμα Τριθέκτης. (Ἡσαΐου κη΄ 14-22).

Ησ. 28,14 διὰ τοῦτο ἀκούσατε λόγον Κυρίου, ἄνδρες τεθλιμμένοι καὶ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ τούτου τοῦ ἐν Ἰερουσαλήμ·

Ησ. 28,14 Δια τούτο, ακούσατε, λοιπόν, τον λόγον του Κυρίου σεις οι θλιμμένοι άνδρες και οι άρχοντες του λαού τούτου, που κατοικεί εις την Ιερουσαλήμ.

Ησ. 28,15 ὅτι εἴπατε· ἐποιήσαμεν διαθήκην μετὰ τοῦ ᾅδου καὶ μετὰ τοῦ θανάτου συνθήκας, καταιγὶς φερομένη ἐὰν παρέλθῃ οὐ μὴ ἔλθῃ ἐφ᾿ ἡμᾶς· ἐθήκαμεν ψεῦδος τὴν ἐλπίδα ἡμῶν καὶ τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα.

Ησ. 28,15 Διότι σεις είπατε· “εκάμαμεν συμφωνίαν με τον άδην, υπεγράψαμεν συμβόλαιον με τον θάνατον και έτσι, εάν εκσπάση βιαία καταιγίς συμφοράς δεν θα επέλθη εναντίον μας. Εθέσαμεν την ελπίδα μας επάνω στο ψεύδος και με το ψεύδος αυτό θα σκεπασθώμεν, δια να αποφύγωμεν τον κίνδυνον”!

Ησ. 28,16 διὰ τοῦτο οὕτω λέγει Κύριος Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐμβαλῶ εἰς τὰ θεμέλια Σιὼν λίθον πολυτελῆ ἐκλεκτὸν ἀκρογωνιαῖον, ἔντιμον, εἰς τὰ θεμέλια αὐτῆς, καὶ ὁ πιστεύων ἐπ᾿ αὐτῷ οὐ μὴ καταισχυνθῇ.

Ησ. 28,16 Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· “ιδού, εγώ θα θέσω εις τα θεμέλια της πνευματικής Σιών λίθον πολυτελή, εκλεκτόν, ακρογωνιαίον, πολύτιμον· και εκείνος, ο οποίος θα πιστεύση και θα στηρίξη την πεποίθησίν του στον λίθον τούτον, δεν θα εντροπιασθή.

Ησ. 28,17 καὶ θήσω κρίσιν εἰς ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλεημοσύνη μου εἰς σταθμούς, καὶ οἱ πεποιθότες μάτην ψεύδει· ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ὑμᾶς καταιγίς,

Ησ. 28,17 Θα θέσω την δικαιοσύνην μαζή με την ελπίδα, το δε έλεός μου θα είναι πλούσιον. Και σεις, που έστηρίξατε την πεποίθησίν σας στο ψεύδος, ματαίως ηλπίσατε, ότι δεν θα επέλθη εναντίον σας η καταιγίς.

Ησ. 28,18 μὴ καὶ ἀφέλῃ ὑμῶν τὴν διαθήκην τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἐλπὶς ὑμῶν ἡ πρὸς τὸν ᾅδην οὐ μὴ ἐμμείνῃ· καταιγὶς φερομένη ἐὰν ἐπέλθῃ, ἔσεσθε αὐτῇ εἰς καταπάτημα.

Ησ. 28,18 Και ότι δεν θα αφαιρέση τάχα και δεν θα καταλύση την συνθήκην σας με τον θάνατον. Η ελπίδα σας, που εστηρίξατε στον άδην, δεν θα παραμείνη. Οταν δε επέλθη εναντίον σας η ορμητική καταιγίς, θα σας καταπατήση.

Ησ. 28,19 ὅταν παρέλθῃ, λήψεται ὑμᾶς· πρωΐ πρωΐ παρελεύσεται ἡμέρας, καὶ ἐν νυκτὶ ἔσται ἐλπὶς πονηρά· μάθετε ἀκούειν.

Ησ. 28,19 Οταν εκσπάση αυτή η καταιγίς, θα σας παραλάβη και θα σας παρασύρη. Καποιαν ημέραν πρωϊ πρωϊ θα επέλθη και κατά την νύκτα θα περιμένετε με τρόμον συμφοράς και ολέθρους”. Μαθετε λοιπόν τώρα, που ακόμη είναι καιρός, να υπακούετε στο θέλημα του Κυρίου.

Ησ. 28,20 στενοχωρούμενοι οὐ δυνάμεθα μάχεσθαι, αὐτοὶ δὲ ἀσθενοῦμεν τοῦ ὑμᾶς συναχθῆναι.

Ησ. 28,20 Διότι άλλως θα πολιορκηθήτε από τους εχθρούς σας και θα λέγετε· “Επειδή στενοχωρούθα από όλα τα σημεία, δεν είμεθα εις θέσιν να πολεμήσωμεν. Είμεθα ασθενείς και ανίκανοι να συγκεντρωθώμεν εις πόλεμον”.

Ησ. 28,21 ὥσπερ ὄρος ἀσεβῶν ἀναστήσεται Κύριος, καὶ ἔσται ἐν τῇ φάραγγι Γαβαών· μετὰ θυμοῦ ποιήσει τὰ ἔργα αὐτοῦ, πικρίας ἔργον· ὁ δὲ θυμὸς αὐτοῦ ἀλλοτρίως χρήσεται, καὶ ἡ πικρία αὐτοῦ ἀλλοτρία.

Ησ. 28,21 Θα εγερθή ο Κυριος εναντίον του αμαρτωλού Ιουδαϊκού λαού, όπως επολέμησεν άλλοτε τους ασεβείς επάνω στο όρος. Θα γίνη ο,τι και εις την κοιλάδα Γαβαών. Με θυμόν θα πραγματοποίηση τα εναντίον των Ιουδαίων έργα του ο Κυριος. Και το έργον του αυτό θα είναι πικρόν και σκληρόν δια σας. Ο θυμός του Κυρίου θα είναι διαφορετικός από άλλοτε. Ασυνήθης η πικρά τιμωρία, την οποίαν θα χρησιμοποίηση εναντίον των αμαρτωλών Ιουδαίων.

Ησ. 28,22 καὶ ὑμεῖς μὴ εὐφρανθείητε, μηδὲ ἰσχυσάτωσαν ὑμῶν οἱ δεσμοὶ διότι συντετελεσμένα καὶ συντετμημένα πράγματα ἤκουσα παρὰ Κυρίου σαβαώθ, ἃ ποιήσει ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.

Ησ. 28,22 Λοιπόν, σεις μη ευφραίνεσθε και μη στηρίζεσθε στους δεσμούς και τας συμμαχίας σας με τους Αιγυπτίους, διότι εγώ ήκουσα από τον Κυριον παντοκράτορα αποφάσεις και πράγματα βέβαια, σαν να έχουν ήδη πραγματοποιηθή εις βραχύν χρόνον. Ηκουσα όλα εκείνα, τα οποία θα πραγματοποίηση εις βάρος όλης της χώρας σας.

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ.

Γενέσεως τό Ἀνάγνωσμα (Κεφ. ι΄ 32 – ια΄ 9).

Γεν. 10,32 Αὗται αἱ φυλαὶ υἱῶν Νῶε κατὰ γενέσεις αὐτῶν, κατὰ ἔθνη αὐτῶν· ἀπὸ τούτων διεσπάρησαν νῆσοι τῶν ἐθνῶν ἐπὶ τῆς γῆς μετὰ τὸν κατακλυσμόν.

Γεν. 10,32 Αυταί είναι αι φυλαί των υιών του Νώε κατά τας γενεαλογίας αυτών και κατά τους λαούς. Από αυτούς οι απόγονοί των διεσπάρησαν επί της γης μετά τον κατακλυσμόν εις διαφόρους χώρας και νήσους.

Γεν. 11,1 Καὶ ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καὶ φωνὴ μία πᾶσι.

Γεν. 11,1 Απ’ αρχής και μέχρι της εποχής εκείνης όλοι οι άνθρωποι ωμιλούσαν μίαν γλώσσαν, είχον την ίδιαν ομιλίαν.

Γεν. 11,2 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κινῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ ἀνατολῶν, εὗρον πεδίον ἐν γῇ Σενναὰρ καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ.

Γεν. 11,2 Οταν οι απόγονοι του Νώε εξεκίνησαν από τα ανατολικά μέρη, εύρον την πεδιάδα εις την περιοχήν Σενναάρ και κατώκησαν εκεί.

Γεν. 11,3 καὶ εἶπεν ἄνθρωπος τῷ πλησίον αὐτοῦ· δεῦτε πλινθεύσωμεν πλίνθους καὶ ὀπτήσωμεν αὐτὰς πυρί. καὶ ἐγένετο αὐτοῖς ἡ πλίνθος εἰς λίθον, καὶ ἄσφαλτος ἦν αὐτοῖς ὁ πηλός.

Γεν. 11,3 Εκεί είπεν ο ένας στον άλλον· “ελάτε να πλάσωμεν όλοι μαζή πλίνθους και να τας ψήσωμεν εις την φωτιά”. Αι πλίνθοι εχρησίμευσαν εις αυτούς ως λίθοι οικοδομής· ως συνδετικόν δε υλικόν, ως πηλόν, μεταξύ των πλίνθων, εχρησιμοποίησαν την άσφαλτον.

Γεν. 11,4 καὶ εἶπαν· δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καὶ πύργον, οὗ ἔσται ἡ κεφαλὴ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ποιήσωμεν ἑαυτοῖς ὄνομα πρὸ τοῦ διασπαρῆναι ἡμᾶς ἐπὶ προσώπου πάσης τῆς γῆς.

Γεν. 11,4 Είπαν δε κατόπιν μεταξύ των· “ελάτε να οικοδομήσωμεν όλοι μαζή δια τον εαυτόν μας και την φήμην μας πόλιν και ένα πύργον, του οποίου η κορυφή θα φθάνη έως τον ουρανόν. Ετσι θα αφήσωμεν όνομα στους απογόνους μας, πριν διασκορπισθώμεν στο πρόσωπον όλης της γης”. Και ήρχισαν να κτίζουν την πόλιν και τον πύργον.

Γεν. 11,5 καὶ κατέβη Κύριος ἰδεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον, ὃν ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων.

Γεν. 11,5 Κατέβη τότε ο Θεός από τον ουρανόν να ίδη την πόλιν και τον πύργον, που είχαν αρχίσει να οικοδομούν οι άνθρωποι.

Γεν. 11,6 καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ γένος ἓν καὶ χεῖλος ἓν πάντων, καὶ τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ᾿ αὐτῶν πάντα, ὅσα ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν.

Γεν. 11,6 Και είπε τότε ο Κυριος· “ιδού έως τώρα ένας λαός είναι αυτοί και μίαν γλώσσαν ομιλούν όλοι. Ιδού ότι ήρχισαν δι’ αλαζονείαν και επίδειξιν το οικοδομικόν έργον των. Και νομίζουν ότι τώρα δεν θα τους λείψη τίποτε από όσα σκέπτονται να κάμουν”.

Γεν. 11,7 δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον.

Γεν. 11,7 Είπε δε τότε ο Τριαδικός Θεός· “εμπρός ας καταβώμεν εκεί και ας επιφέρωμεν σύγχυσιν εις την γλώσσαν των, ώστε να μην εννοή ο ένας την γλώσσαν του άλλου”. Ετσι και έγινε.

Γεν. 11,8 καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐκεῖθεν ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐπαύσαντο οἰκοδομοῦντες τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον.

Γεν. 11,8 Με την σύγχυσιν δε αυτήν των γλωσσών και την αδυναμίαν των να συνεννοούνται μεταξύ των οι άνθρωποι, τους ηνάγκασεν ο Θεός να ξεχωρισθούν εις ομάδας μεταξύ των, να διασκορπισθούν εις όλην την γην και να παύσουν πλέον να οικοδομούν την υπερήφανον πόλιν και τον πύργον των.

Γεν. 11,9 διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτῆς Σύγχυσις, ὅτι ἐκεῖ συνέχεε Κύριος τὰ χείλη πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐκεῖθεν διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.

Γεν. 11,9 Δια τούτο και εκλήθη το όνομα της περιοχής αυτής “Συγχυσις”, διότι εκεί επέφερεν ο Θεός σύγχυσιν εις τας γλώσσας των ανθρώπων και διεσκόρπισεν αυτούς εις όλην την γην.

Παροιμιῶν τό Ἀνάγνωσμα (Κεφ. ιγ΄ 19-25 καί ιδ΄ 1-6).

Παρ. 13,19 ἐπιθυμίαι εὐσεβῶν ἡδύνουσι ψυχήν, ἔργα δὲ ἀσεβῶν μακρὰν ἀπὸ γνώσεως.

Παρ. 13,19 Αγιαι επιθυμίαι και ιεροί πόθοι των ευσεβών τέρπουν και γλυκαίνουν την ψυχήν των, ενώ τα έργα των ασεβών είναι μακράν από το θέλημα του Θεού και δημιουργούν πικρίαν και απογοήτευσιν.

Παρ. 13,20 ὁ συμπορευόμενος σοφοῖς σοφὸς ἔσται, ὁ δὲ συμπορευόμενος ἄφροσι γνωσθήσεται.

Παρ. 13,20 Εκείνος που συναναστρέφεται με σοφούς και εναρέτους, θα γίνη και αυτός σοφός και ενάρετος. Εξ αντιθέτου εκείνος ο οποίος συναναστρέφεται με αμαρτωλούς, θα γίνη και θα γνωσθή εις την κοινωνίαν ως όμοιός των, ενας από αυτούς.

Παρ. 13,21 ἁμαρτάνοντας καταδιώξεται κακά, τοὺς δὲ δικαίους καταλήψεται ἀγαθά.

Παρ. 13,21 Εκείνους που συστηματικά και αμετανόητα διαπράττουν το κακόν, θα τους κυνηγούν συνεχώς προς τιμωρίαν των αι δυστυχίαι και αι θλίψεις, ενώ τους εναρέτους θα τους συναντούν στον δρόμον της ζωής των και θα τους περιβάλλουν τα αγαθά.

Παρ. 13,22 ἀγαθὸς ἀνὴρ κληρονομήσει υἱοὺς υἱῶν, θησαυρίζεται δὲ δικαίοις πλοῦτος ἀσεβῶν.

Παρ. 13,22 Ο ενάρετος και ευσεβής άνθρωπος, θα αφήση κληρονομίαν οχι μοναχά εις τα παιδιά του αλλά και εις τα παιδιά των παιδιών του. Ο πλούτος δε των ασεβών ανθρώπων θησαυρίζεται, δια να περιέλθη εις τα χέρια των δικαίων.

Παρ. 13,23 δίκαιοι ποιήσουσιν ἐν πλούτῳ ἔτη πολλά, ἄδικοι δὲ ἀπολοῦνται συντόμως.

Παρ. 13,23 Οι δίκαιοι θα ζήσουν επί πολλά έτη έχοντες και απολαμβάνοντες τον πλούτον των, οι δε άδικοι θα καταστραφούν πολύ σύντομα.

Παρ. 13,24 ὃς φείδεται τῆς βακτηρίας μισεῖ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ὁ δὲ ἀγαπῶν ἐπιμελῶς παιδεύει.

Παρ. 13,24 Ο πατέρας, ο οποίος λυπείται και δεν τιμωρεί με την παιδαγωγικήν ράβδον τον υιόν του, είναι το ίδιο ως εάν τον μισή. Εκείνος όμως που αγαπά με αληθινήν αγάπην το παιδί του, το διαπαιδαγωγεί και το ανατρέφει με πολλήν επιμέλειαν, με στοργήν αλλά και με αυστηρότητα.

Παρ. 13,25 δίκαιος ἔσθων ἐμπιπλᾷ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ψυχαὶ δὲ ἀσεβῶν ἐνδεεῖς.

Παρ. 13,25 Ο δίκαιος, όταν τρώγη, χορταίνει και ικανοποιεί την ψυχήν του ευχαριστών τον Θεόν. Αι ψυχαί των ασεβών εξ αιτίας της αμαρτωλότητός των είναι σαν πτωχαί. Ποτέ δεν ευχαριστούνται εις χορτασμόν, έστω και αν έχουν πολλά και νόστιμα φαγητά.

Παρ. 14,1 Σοφαὶ γυναῖκες ᾠκοδόμησαν οἴκους, ἡ δὲ ἄφρων κατέσκαψε ταῖς χερσὶν αὐτῆς.

Παρ. 14,1 Συνεταί και ενάρετοι γυναίκες έκτισαν με την νοικοκυρωσύνην των και ανέδειξαν τα σπίτια των και την οικογενειάν των, ενώ η άμυαλος και σπάταλος γυναίκα εξεθεμελίωσε με τα ίδια της τα χέρια το σπίτι της.

Παρ. 14,2 ὁ πορευόμενος ὀρθῶς φοβεῖται τὸν Κύριον, ὁ δὲ σκολιάζων ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ ἀτιμασθήσεται.

Παρ. 14,2 Εκείνος που ζη και φέρεται με τιμιότητα και δικαιοσύνην, σέβεται και φοβείται τον Θεόν, ενώ εκείνος ο οποίος βαδίζει διεστραμμένας οδούς, θα κατεξευτελισθή.

Παρ. 14,3 ἐκ στόματος ἀφρόνων βακτηρία ὕβρεως, χείλη δὲ σοφῶν φυλάσσει αὐτούς.

Παρ. 14,3 Από το στόμα των ασυνέτων ανθρώπων εξέρχονται λόγοι αλαζονικοί και υβριστικοί, οι οποίοι κτυπούν τους άλλους ωσάν με ρόπαλον, ενώ τα χείλη των συνετών και φρονίμων αυτών, που προσέχουν εις τα λόγια των, τους προφυλάσσουν από κακάς συνεπείας.

Παρ. 14,4 οὗ μή εἰσι βόες, φάτναι καθαραί· οὗ δὲ πολλὰ γεννήματα, φανερὰ βοὸς ἰσχύς.

Παρ. 14,4 Οπου δεν υπάρχουν βοϊδια, αι φάτναι είναι καθαραί, όπου όμως βλέπεις γεννήματα και εισοδήματα, εκεί γίνεται φανερά η αξία του βοϊδιού.

Παρ. 14,5 μάρτυς πιστὸς οὐ ψεύδεται, ἐκκαίει δὲ ψευδῆ μάρτυς ἄδικος.

Παρ. 14,5 Ο ευσυνείδητος και φιλαλήθης μάρτυς ποτέ δεν θα είπη και δεν θα καταθέση ψεύδη, ενώ ο ψευδομάρτυς με τας ψευδολογίας του ανάπτει πυρκαϊάς, που κατακαίουν τον πλησίον.

Παρ. 14,6 ζητήσεις σοφίαν παρὰ κακοῖς καὶ οὐχ εὑρήσεις, αἴσθησις δὲ παρὰ φρονίμοις εὐχερής.

Παρ. 14,6 Θα αναζητήσης σοφίαν και σύνεσιν μεταξύ των κακών ανθρώπων και δεν θα την εύρης. Εις τους φρόνιμους όμως και συνετούς ανθρώπους θα συναντήσης εύκολα την αληθινήν γνώσιν και την δικαίαν διάκρισιν.

http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/26.%20Paroimies.htm