Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Κυρ. κς΄ ἐπιστ. (Ἐφεσ. ε΄ 8-19).

Εφ. 5,8 ἦτε γάρ ποτε σκότος, νῦν δὲ φῶς ἐν Κυρίῳ· ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε· –

Εφ. 5,8 Διότι άλλοτε ήσασθε σκοτάδι εξ αιτίας της πλάνης και της αμαρτίας, που κυριαρχούσε μέσα σας. Τωρα όμως δια του Κυρίου έχετε φωτισθή και είσθε φως. Να ζήτε, λοιπόν, και να συμπεριφέρεσθε σαν άνθρωποι, που τα πάντα εις αυτούς είναι φως αληθείας και αρετής.

Εφ. 5,9 ὁ γὰρ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ καὶ ἀληθείᾳ·-

Εφ. 5,9 (Εφ’ όσον ελάβετε το πνευματικόν φως πρέπει να έχετε και φωτεινήν ζωήν). Διότι ο άγιος καρπός τον οποίον παράγει το Αγιον Πνεύμα μέσα εις τας καρδίας των πιστών, εκδηλώνεται με κάθε καλωσύνην και δικαιοσύνην και φιλαλήθειαν.

Εφ. 5,10 δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ.

Εφ. 5,10 Να ερευνάτε και να διακρίνετε πάντοτε, τι είναι ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου,

Εφ. 5,11 καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε·

Εφ. 5,11 και να μη συμμετέχετε εις τα έργα του σκότους, που είναι άκαρπα και επιβλαβή. Ούτε καν και να τα ανέχεσθε, αλλά μάλλον να τα ελέγχετε και να τα παρουσιάζετε εις τα μάτια όλων επιβλαβή και ολέθρια.

Εφ. 5,12 τὰ γὰρ κρυφῆ γινόμενα ὑπ᾿ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν·

Εφ. 5,12 Διότι όσα από τους ασεβείς και αμαρτωλούς γίνονται κρυφά και στο σκότος είναι αισχρόν και να τα αναφέρη κανένας. (Δι’ αυτό ακριβώς και δεν είναι νοητόν, όχι μόνον να συμμετέχετε, αλλ’ ούτε και να συζητήτε μεταξύ σας δι’ αυτά. Μονον δε να τα ελέγχετε εις διόρθωσιν των αμαρτωλών και περιφρούρησιν των άλλων).

Εφ. 5,13 τὰ δὲ πάντα ἐλεγχόμενα ὑπὸ τοῦ φωτὸς φανεροῦται· πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστι.

Εφ. 5,13 Ολα δε αυτά τα πονηρά έργα κάτω από το φως του ελέγχου, γίνονται φανερά πόσον ολέθρια είναι (ώστε οι μεν καλοπροαίρετοι αμαρτωλοί να μετανοήσουν, οι δε άλλοι να προφυλαχθούν). Διότι κάθε τι που φανερώνεται, είτε καλόν είτε κακόν, είναι σαν το φως, ώστε ο καθένας να κανονίση απέναντι αυτού την στάσιν του.

Εφ. 5,14 διὸ λέγει· ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός.

Εφ. 5,14 Ο έλεγχος εις φανέρωσιν του κακού και διόρθωσιν του αμαρτάνοντος πρέπει να γίνεται· δι’ αυτό και το Αγιον Πνεύμα ελέγχει και φωνάζει προς κάθε αμαρτωλόν· Σηκω, συ που κοιμάσαι τον ύπνον της αμαρτίας, και πετάξου ορθός ανάμεσα από τους νεκρούς της αμαρτίας και θα σε φωτίση ο Χριστός.

Εφ. 5,15 Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾿ ὡς σοφοί,

Εφ. 5,15 Προσέχετε, λοιπόν, εφ’ όσον έχετε φωτισθή από τον Χριστόν, πως με κάθε ακρίβειαν να συμπεριφέρεσθε, όχι σαν μωροί και ασύνετοι, αλλά σαν φρόνιμοι και συνετοί.

Εφ. 5,16 ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι.

Εφ. 5,16 Να κερδίζετε πάντοτε και να εκμεταλλεύεσθε δια το αγαθόν τον χρόνον και τας ευκαιρίας της παρούσης ζωής, διότι αι ημέραι, εξ αιτίας της αμαρτίας που επικρατεί, είναι γεμάται πειρασμούς και πνευματικούς κινδύνους.

Εφ. 5,17 διὰ τοῦτο μὴ γίνεσθε ἄφρονες, ἀλλὰ συνιέντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου.

Εφ. 5,17 Δι’ αυτό προσέχετε να μη γίνεσθε και φέρεσθε σαν ασύνετοι, αλλά να ερευνάτε και να ενοήτε καλά ποίον είναι το θέλημα του Κυρίου.

Εφ. 5,18 καὶ μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πληροῦσθε ἐν Πνεύματι,

Εφ. 5,18 Και μη μεθάτε με οίνον· εις την μέθην υπάρχει πάντοτε η ασωτία και η κατάπτωσις. Αλλά γεμίζετε την ψυχήν, την καρδίαν και τον νου σας με Πνεύμα Αγιον.

Εφ. 5,19 λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ,

Εφ. 5,19 Θα αισθάνεσθε τότε ασυγκρίτως ανώτερον και μεγαλύτερον ενθουσιασμόν από εκείνον, που δοκιμάζουν οι μέθυσοι, τον οποίον και θα εξωτερικεύετε λαλούντες μεταξύ σας με ψαλμούς και ύμνους και ωδάς πνευματικάς, άδοντες και ψάλλοντες στον Κυριον με όλην σας την καρδίαν.

Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Κυρ. ιδ΄ Λουκᾶ (Λκ. ιη΄ 35-43).

Λουκ. 18,35 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν·

Λουκ. 18,35 Καθώς δε επλησίαζε ο Κυριος εις την Ιεριχώ, ένας τυφλός εκάθητο δίπλα στον δρόμον και εζητιάνευε.

Λουκ. 18,36 ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα.

Λουκ. 18,36 Οταν δε ήκουσε τον θόρυβον του λαού που επερνούσε, ερώτησε, τι τάχα είναι αυτά, που ήκουε.

Λουκ. 18,37 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται.

Λουκ. 18,37 Τον επληροφόρησαν δε ότι περνά από εκεί ο Ιησούς ο Ναζωραίος.

Λουκ. 18,38 καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με·

Λουκ. 18,38 Και εφώναξε με μεγάλην φωνήν και είπε· “Ιησού, απόγονε του Δαυΐδ, ελέησέ με”.

Λουκ. 18,39 καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.

Λουκ. 18,39 Και αυτοί που επροπορεύοντο, τον επέπλητταν και του έλεγαν να σιωπήση, δια να μη ενοχλή τον διδάσκαλον. Αυτός όμως πολύ περισσότερο εκραύγαζε· “απόγονε του Δαυίδ, ελέησέ με”.

Λουκ. 18,40 σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν, ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν

Λουκ. 18,40 Εστάθη δε ο Ιησούς και έδωσε εντολήν να φέρουν τον τυφλόν πλησίον του. Οταν δε αυτός επλησίασε, τον ηρώτησε

Λουκ. 18,41 λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω.

Λουκ. 18,41 λέγων· “τι θέλεις να σου κάνω;” Εκείνος δε είπε· “Κυριε, θέλω να αποκτήσω και πάλιν το φως των οφθαλμών μου”.

Λουκ. 18,42 καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

Λουκ. 18,42 Και ο Ιησούς του είπε· “ανάβλεψε· η πίστις, που έχεις σ’ εμένα, σε έσωσε από την τύφλωσίν σου”.

Λουκ. 18,43 καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.

Λουκ. 18,43 Και αμέσως απέκτησε το φως των οφθαλμών του και γεμάτος χαράν ακολουθούσε τον Χριστόν, δοξάζων τον Θεόν. Και όλος ο λαός, όταν είδε το θαύμα, έδωσε δόξαν στον Θεόν. (Οι καλοπροαίρετοι δοξάζουν τον Θεόν και δια το καλόν, που γίνεται στους άλλους).

 

http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/KD/03.%20Louk.htm