Ἁγιογραφικό ἀνάγνωσμα Τριθέκτης. (Ἡσαΐου ΛΖ΄ 33-38, ΛΗ΄ 1-6).

Ησ. 37,33 διὰ τοῦτο οὕτω λέγει Κύριος ἐπὶ βασιλέα Ἀσσυρίων· οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐδὲ μὴ βάλῃ ἐπὶ αὐτὴν βέλος οὐδὲ μὴ ἐπιβάλῃ ἐπ᾿ αὐτὴν θυρεόν, οὐδὲ μὴ κυκλώσῃ ἐπ᾿ αὐτὴν χάρακα,

Ησ. 37,33 Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος εναντίον του βασιλέως των Ασσυρίων· Δεν πρόκειται να εισέλθη εις την πόλιν αυτήν, την Ιερουσαλήμ, ούτε και θα ρίψη βέλος εναντίον της. Δεν θα προβάλη ασπίδα εναντίον αυτής, ούτε και θα περιβάλη αυτήν με χαράκωμα,

Ησ. 37,34 ἀλλὰ τῇ ὁδῷ ᾗ ἦλθεν, ἐν αὐτῇ ἀποστραφήσεται καὶ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐ μὴ εἰσέλθῃ. τάδε λέγει Κύριος·

Ησ. 37,34 αλλά, από την οδόν, από την οποίαν ήλθεν, από την ιδίαν οδόν θα επιστρέψη προς την πατρίδα του. Και εις την πόλιν αυτήν δεν θα εισελθη”. Αυτά λέγει ακόμη ο Κυριος·

Ησ. 37,35 ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης τοῦ σῶσαι αὐτὴν δι᾿ ἐμὲ καὶ διὰ Δαυὶδ τὸν παῖδά μου.

Ησ. 37,35 “θα υπερασπίσω και θα σώσω την πόλιν αυτήν, δια να φανή η δικαιοσύνη και η δύναμίς μου, αλλά και προς χάριν του δούλου μου Δαυίδ».

Ησ. 37,36 Καὶ ἐξῆλθεν ἄγγελος Κυρίου καὶ ἀνεῖλεν ἐκ τῆς παρεμβολῆς τῶν Ἀσσυρίων ἑκατὸν ὀγδοηκονταπέντε χιλιάδας, καὶ ἀναστάντες τὸ πρωΐ εὗρον πάντα τὰ σώματα νεκρά.

Ησ. 37,36 Εστάλη πράγματι άγγελος Κυρίου από τον Θεόν και εφόνευσεν από το στρατόπεδον των Ασσυρίων εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας. Οι απομείναντες από τους Ασσυρίους εσηκώθησαν το πρωϊ και ευρήκαν τα σώματα εκείνων νεκρά.

Ησ. 37,37 καὶ ἀπῆλθεν ἀποστραφεὶς Σενναχηρεὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων, καὶ ᾤκησεν ἐν Νινευῇ.

Ησ. 37,37 Ο Σενναχηρείμ, ο βασιλεύς των Ασσυρίων ανεχώρησεν εις την χώραν του και κατώκησεν εις την πόλιν Νινευή.

Ησ. 37,38 καὶ ἐν τῷ αὐτὸν προσκυνεῖν ἐν τῷ οἴκῳ Νασαρὰχ τὸν πάτραρχον αὐτοῦ, Ἀδραμέλεχ καὶ Σαρασὰρ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐπάταξαν αὐτὸν μαχαίραις, αὐτοὶ δὲ διεσώθησαν εἰς Ἀρμενίαν· καὶ ἐβασίλευσεν Ἀσορδὰν ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Ησ. 37,38 Καποιαν ημέραν, που αυτός προσκυνούσεν στον ναόν του Νασαράχ, Θεού προστάτου του πατρικού του οίκου, οι Αδραμέλεχ και Σαρασάρ, υιοί του, τον εφόνευσαν με μαχαίρας, αυτοί δε έφυγαν και εσώθησαν εις την Αρμενίαν. Αντί δε του Σενναχηρείμ εδασιλευσεν άλλος υιός του, ο Ασορδάν.

Ησ. 38,1 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐμαλακίσθη Ἐζεκίας ἕως θανάτου· καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὸν Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς ὁ προφήτης καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τάδε λέγει Κύριος· τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου, ἀποθνήσκεις γὰρ σὺ καὶ οὐ ζήσῃ.

Ησ. 38,1 Κατά τον καιρόν εκείνον ησθένησεν ο Εζεκίας επικινδύνως μέχρι θανάτου. Ηλθε προς αυτόν τότε ο Ησαΐας ο υιός του Αμώς, ο προφήτης, και του ειπε· “αυτά λέγει ο Κυριος προς σέ· Τακτοποίησε τα του οίκου σου, διότι συ τώρα θα αποθάνης και δεν θα ζήσης πλέον”.

Ησ. 38,2 καὶ ἀπέστρεψεν Ἐζεκίας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πρὸς τὸν τοῖχον καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον

Ησ. 38,2 Ο Εζεκίας, όταν ήκουσεν αυτά, εγύρισε το πρόσωπόν του προς τον τοίχον και προσηυχήθη από της κλίνης του προς τον Κυριον και είπε·

Ησ. 38,3 λέγων· μνήσθητι, Κύριε, ὡς ἐπορεύθην ἐνώπιόν σου μετὰ ἀληθείας, ἐν καρδίᾳ ἀληθινῇ, καὶ τὰ ἀρεστά ἐνώπιόν σου ἐποίησα· καὶ ἔκλαυσεν Ἐζεκίας κλαυθμῷ μεγάλῳ.

Ησ. 38,3 “ενθυμήσου, Κυριε, πως εγώ έζησα και συμπεριεφέρθην ενώπιόν σου, ότι δηλαδή μετά αληθείας έζησα, με καρδίαν αληθινήν, και τα ευάρεστα ενώπιόν σου έπραξα”. Αμέσως δε έκλαυσεν ο Εζεκιάς με μεγάλον κλαυθμόν.

Ησ. 38,4 καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Ἡσαΐαν λέγων·

Ησ. 38,4 Ωμίλησε κατόπιν ο Κυριος προς τον Ησαϊαν και του ειπε·

Ησ. 38,5 πορεύθητι καὶ εἰπὸν Ἐζεκίᾳ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Δαυὶδ τοῦ πατρός σου· ἤκουσα τῆς προσευχῆς σου καὶ εἶδον τὰ δάκρυά σου. ἰδοὺ προστίθημι πρὸς τὸν χρόνον σου δεκαπέντε ἔτη·

Ησ. 38,5 “πήγαινε και ειπέ στον Εζεκίαν· αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Δαυίδ, του προγόνου σου· Ηκουσα την προσευχήν σου, είδα τα δάκρυά σου και ιδού προσθέτω στον έως τώρα χρόνον της ζωής σου δεκαπέντε ακόμη έτη.

Ησ. 38,6 καὶ ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσυρίων ῥύσομαί σε καὶ τὴν πόλιν ταύτην καὶ ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης.

Ησ. 38,6 Επί πλέον από την χείρα του βασιλέως των Ασσυρίων θα απαλλάξω σε και την πόλιν και θα υπερασπίσω εγώ την πόλιν αυτήν”.

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ.

Γενέσεως τό Ἀνάγνωσμα (Κεφ. ΙΓ΄ 12-18).

Γεν. 13,12 Ἅβραμ δὲ κατῴκησεν ἐν γῇ Χαναάν, Λὼτ δὲ κατῴκησεν ἐν πόλει τῶν περιχώρων καὶ ἐσκήνωσεν ἐν Σοδόμοις·

Γεν. 13,12 Ο Αβραμ έμεινε και κατώκησεν εις την γην Χαναάν, ο δε Λωτ εις μίαν πόλιν πέραν από τα μέρη του Ιορδάνου και έστησε την σκηνήν του εις τα Σοδομα.

Γεν. 13,13 οἱ δὲ ἄνθρωποι οἱ ἐν Σοδόμοις πονηροὶ καὶ ἁμαρτωλοὶ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ σφόδρα.

Γεν. 13,13 Οι άνθρωποι των Σοδόμων ήσαν πάρα πολύ πονηροί και αμαρτωλοί ενώπιον του Θεού.

Γεν. 13,14 Ὁ δὲ Θεὸς εἶπε τῷ Ἅβραμ μετὰ τὸ διαχωρισθῆναι τὸν Λὼτ ἀπ᾿ αὐτοῦ· ἀνάβλεψον τοῖς ὀφθαλμοῖς σου καὶ ἴδε ἀπὸ τοῦ τόπου, οὗ νῦν σύ εἶ, πρὸς βοῤῥᾶν καὶ λίβα καὶ ἀνατολὰς καὶ θάλασσαν·

Γεν. 13,14 Αφού ο Λωτ, ιδιοτελώς σκεπτόμενος, εχωρίσθη από τον Αβραμ, είπεν ο Θεός στον πράον και μεγαλόκαρδον Αβραμ· “σήκωσε τα βλέμματά σου, ίδε ολόγυρα από τον τόπον όπου τώρα ευρίσκεσαι, προς Βορράν και Νοτον, προς Ανατολάς και Δυσμάς,

Γεν. 13,15 ὅτι πᾶσαν τὴν γῆν, ἣν σὺ ὁρᾷς, σοὶ δώσω αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματί σου ἕως αἰῶνος.

Γεν. 13,15 διότι όλην αυτήν την γην, την οποίαν βλέπεις, θα την δώσω εις σε και στους απογόνους σου στους αιώνας.

Γεν. 13,16 καὶ ποιήσω τὸ σπέρμα σου ὡς τὴν ἄμμον τῆς γῆς· εἰ δύναταί τις ἐξαριθμῆσαι τὴν ἄμμον τῆς γῆς, καὶ τὸ σπέρμα σου ἐξαριθμηθήσεται.

Γεν. 13,16 Και θα πληθύνω τους απογόνους σου ωσάν την άμμον της γης. Εάν κανείς ημπορή να μετρήση την άμμον της θαλάσσης θα δυνηθή να μετρήση και τους ιδικούς σου απογόνους.

Γεν. 13,17 ἀναστὰς διόδευσον τὴν γῆν εἴς τε τὸ μῆκος αὐτῆς καὶ εἰς τὸ πλάτος, ὅτι σοὶ δώσω αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματί σου εἰς τὸν αἰῶνα.

Γεν. 13,17 Σηκω, διόδευσε την χώραν αυτήν κατά μήκος και κατά πλάτος, δια να την γνωρίσης καλά, διότι εις σε και στους απογόνους σου θα την δώσω ως παντοτεινήν κατοικίαν σας”.

Γεν. 13,18 καὶ ἀποσκηνώσας Ἅβραμ, ἐλθὼν κατῴκησε παρὰ τὴν δρῦν τὴν Μαμβρῆ, ἣ ἦν ἐν Χεβρώμ, καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ.

Γεν. 13,18 Επειτα από αυτά ο Αβραμ εσήκωσε την σκηνήν του, επήρε τα υπάρχοντά του και ελθών εγκατεστάθη πλησίον εις την δρυν Μαμβρή, η οποία ευρίσκετο εις την Χεβρών, εκεί και έκτισε θυσιαστήριον προς τιμήν του Κυρίου.

Παροιμιῶν τό Ἀνάγνωσμα (Κεφ. ΙΔ΄ 27-35, ΙΕ΄ 1-4).

Παρ. 14,27 πρόσταγμα Κυρίου πηγὴ ζωῆς, ποιεῖ δὲ ἐκκλίνειν ἐκ παγίδος θανάτου.

Παρ. 14,27 Αι εντολαί του Κυρίου είναι πηγή της ζωής μας, διότι μας προφυλάσσουν και μας αποτρέπουν από τας παγίδας του θανάτου.

Παρ. 14,28 ἐν πολλῷ ἔθνει δόξα βασιλέως, ἐν δὲ ἐκλείψει λαοῦ συντριβὴ δυνάστου.

Παρ. 14,28 Η δόξα και η δύναμις του κάθε βασιλέως στηρίζεται στο πλήθος του λαού του. Οταν όμως λείψη ο λαός, θα συντριβή και ο ίδιος ο βασιλεύς.

Παρ. 14,29 μακρόθυμος ἀνὴρ πολὺς ἐν φρονήσει, ὁ δὲ ὀλιγόψυχος ἰσχυρῶς ἄφρων.

Παρ. 14,29 Ο πράος, ο υπομονητικός και με αυτοκυριαρχίαν άνθρωπος έχει πολλήν φρόνησιν. Ενῷ ο μικρόψυχος και ευέξαπτος είναι παρά πολύ ανόητος.

Παρ. 14,30 πραΰθυμος ἀνὴρ καρδίας ἰατρός, σὴς δὲ ὀστέων καρδία αἰσθητική.

Παρ. 14,30 Ο πράος και υπομονητικός άνθρωπος είναι ο καλύτερος ιατρός των πόνων της καρδίας των άλλων. Σκουλήκι δέ που κατατρώγει τα κόκκαλα των ανθρώπων, είναι η ευερέθιστος και εύθικτος καρδία.

Παρ. 14,31 ὁ συκοφαντῶν πένητα παροξύνει τὸν ποιήσαντα αὐτόν, ὁ δὲ τιμῶν αὐτὸν ἐλεεῖ πτωχόν.

Παρ. 14,31 Εκείνος που συκοφαντεί και εκμεταλλεύεται τον πτωχόν, εξοργίζει τον Θεόν, ο οποίος έπλασε τον πτωχόν. Εκείνος δέ που τιμά και σέβεται τον Θεόν, ελεεί τον πτωχόν ως τέκνον του Θεού.

Παρ. 14,32 ἐν κακίᾳ αὐτοῦ ἀπωσθήσεται ἀσεβής, ὁ δὲ πεποιθὼς τῇ ἑαυτοῦ ὁσιότητι δίκαιος.

Παρ. 14,32 Ο αμαρτωλός άνθρωπος από αυτήν ταύτην την κακίαν του θα σπρωχθή και θα κατακρημνισθή εις την απώλειαν. Εκείνος όμως ο οποίος στηρίζεται εις την αρετήν και την αγνότητα της καρδίας, θα είναι δίκαιος ενώπιον του Θεού και ευλογημένος.

Παρ. 14,33 ἐν καρδίᾳ ἀγαθῇ ἀνδρὸς ἀναπαύσεται σοφίᾳ, ἐν δὲ καρδίᾳ ἀφρόνων οὐ διαγινώσκεται.

Παρ. 14,33 Η αληθινή και προς την αρετήν οδηγούσα σοφία κατοικεί και αναπαύεται εις την αγαθήν καρδίαν του ανθρώπου. Εις την καρδίαν όμως των κακών ανθρώπων είναι άγνωστος η κατά Θεόν σοφία.

Παρ. 14,34 δικαιοσύνη ὑψοῖ ἔθνος, ἐλασσονοῦσι δὲ φυλὰς ἁμαρτίαι.

Παρ. 14,34 Η δικαιοσύνη εξυψώνει και αναδεικνύει ένα έθνος, ενώ αι αμαρτίαι ελαττώνουν και εξολοθρεύουν ολοκλήρους φυλάς.

Παρ. 14,35 δεκτὸς βασιλεῖ ὑπηρέτης νοήμων, τῇ δὲ ἑαυτοῦ εὐστροφίᾳ ἀφαιρεῖται ἀτιμίαν.

Παρ. 14,35 Ευπρόσδεκτος είναι στον σοφόν βασιλέα ένας συνετός σύμβουλος, διότι με την πνευματικήν αυτού ικανότητα και ευστροφίαν τον προφυλάσσει από αποτυχίας και εξευτελισμούς.

Παρ. 15,1 Ὀργὴ ἀπόλλυσι καὶ φρονίμους, ἀπόκρισις δὲ ὑποπίπτουσα ἀποστρέφει θυμόν, λόγος δὲ λυπηρὸς ἐγείρει ὀργάς.

Παρ. 15,1 Ο θυμός και η οργή καταστρέφει και αυτούς ακόμη τους φρόνιμους. Απάντησις δε μετά ταπεινοφροσύνης και πραότητος αναχαιτίζει τον θυμόν. Λογος όμως εξερεθιστικός προκαλεί και εξεγείρει θυμούς.

Παρ. 15,2 γλῶσσα σοφῶν καλὰ ἐπίσταται, στόμα δὲ ἀφρόνων ἀναγγέλλει κακά.

Παρ. 15,2 Η γλώσσα των συνετών ανθρώπων γνωρίζει και λέγει τα ορθά και πρέποντα, ενώ το στόμα των ασυνέτων και ανοήτων διαλαλεί διαρκώς λόγια κακά και αναιδή.

Παρ. 15,3 ἐν παντὶ τόπῳ ὀφθαλμοὶ Κυρίου, σκοπεύουσι κακούς τε καὶ ἀγαθούς.

Παρ. 15,3 Εις κάθε μέρος της υλικής και πνευματικής δημιουργίας τα μάτια του Θεού παρατηρούν τα πάντα. Εποπτεύουν τους καλούς και τους αγαθούς εις όλας αυτών τας καταστάσεις και ενεργείας.

Παρ. 15,4 ἴασις γλώσσης δένδρον ζωῆς, ὁ δὲ συντηρῶν αὐτὴν πλησθήσεται πνεύματος,

Παρ. 15,4 Η θεραπεία, την οποίαν προσφέρει η γλυκεία και ευλαβής γλώσσα, ομοιάζει προς πλουσιόκαρπον δένδρον ζωής. Οποιος προσέχει και συγκρατεί την γλώσσαν του, θα γέμιση από το Πνεύμα του Θεού.

http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/26.%20Paroimies.htm