ΗΣΑΪΑΣ Κς΄ 21, ΚΖ΄ 1-9.

Ησ. 26,21 ἰδοὺ γὰρ Κύριος ἀπὸ τοῦ ἁγίου ἐπάγει τὴν ὀργὴν ἐπὶ τοὺς ἐνοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἀνακαλύψει ἡ γῆ τὸ αἷμα αὐτῆς καὶ οὐ κατακαλύψει τοὺς ἀνῃρημένους ἐπ᾿ αὐτῆς.

Ησ. 26,21 Διότι ιδού, ο Κυριος επιφέρει από τον άγιον ουρανόν την οργήν του εναντίον των κατοίκων της γης. Θα ξεσκεπάση η γη το αθώον αίμα, που εχύθη επάνω εις αυτήν, δεν θα σκεπάση τους φονευθέντας, δια να είναι φανεροί στον Θεόν και προκαλούν την δικαίαν οργήν εναντίον των φονευτών,

Ησ. 27,1 Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐπάξει ὁ Θεὸς τὴν μάχαιραν τὴν ἁγίαν καὶ τὴν μεγάλην καὶ τὴν ἰσχυρὰν ἐπὶ τὸν δράκοντα ὄφιν φεύγοντα, ἐπὶ τὸν δράκοντα ὄφιν σκολιὸν καὶ ἀνελεῖ τὸν δράκοντα.

Ησ. 27,1 Κατά την μεγάλην και επίσημον εκείνην ημέραν της κρίσεως ο Θεός θα καταφέρη την μάχαιράν του την αγίαν, την μεγάλην και ισχυράν, εναντίον του μεγάλου όφεως, ο οποίος φεύγει με ταχύτητα· εναντίον του δράκοντας αυτού του πανούργου και διεστραμμένου. Και ο Κυριος θα φονεύση τον μεγάλον αυτόν δράκοντα.

Ησ. 27,2 τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀμπελὼν καλὸς ἐπιθύμημα ἐξάρχειν κατ᾿ αὐτῆς.

Ησ. 27,2 Κατά την ημέραν εκείνην ο νέος λαός του Κυρίου θα ανακηρυχήη αμπελών ωραίος και καρποφόρος. Επιθυμία είναι, από αυτόν να αρχίσ·η το επινίκειον άσμα.

Ησ. 27,3 ἐγὼ πόλις ὀχυρά, πόλις πολιουρκουμένη, μάτην ποτιῶ αὐτήν· ἁλώσεται γὰρ νυκτός, ἡμέρας δὲ πεσεῖται τὸ τεῖχος.

Ησ. 27,3 Εγώ, λέγει η Βαβυλών, είμαι πόλις οχυρά, η οποία όμως πολιορκείται. Εις μάτην περιβρέχεται η πόλις μου από τα ύδατα του ποταμού. Διότι αυτή εν καιρώ νυκτός θα κυριευθή και θα καταστροφή. Κατά δε την ημέραν θα κρημνισθούν τα τείχη της.

Ησ. 27,4 οὐκ ἔστιν ἣ οὐκ ἐπελάβετο αὐτῆς· τίς με θήσει φυλάσσειν καλάμην ἐν ἀγρῷ; διὰ τὴν πολεμίαν ταύτην ἠθέτηκα αὐτήν· τοίνυν διὰ τοῦτο ἐποίησε Κύριος πάντα ὅσα συνέταξε. κατακέκαυμαι,

Ησ. 27,4 Δεν υπάρχει δύναμις, η οποία δεν εχρησιμοποιήθη δια την άμυναν της. Παρ’ όλον τούτο θα καταστραφή. Ποιός θα με θέση αγροφύλακα, να φυλάττω καλαμιάν εις την πεδιάδα, προκειμένου να αποφύγω την κα-ταστροφήν; Προτιμώ τούτο από το να φρουρώ την οχυράν αυτήν πόλιν. Επειδή η πόλις αυτή ήτο εχθρά εναντίον μου, την κατέστρεψα. Δια την εχθρότητά της ο Κυριος επραγματοποίησεν όλα, όσα είχεν αποφασίσει. Και εκείνη θα φωνάξη· “έχω κατακαή”.

Ησ. 27,5 βοήσονται οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐτῇ, ποιήσωμεν εἰρήνην αὐτῷ, ποιήσωμεν εἰρήνην.

Ησ. 27,5 Θα φωνάζουν δυνατά, όσοι κατοικούν εντός αυτής· ας κάμωμεν, λοιπόν, ειρήνην με αυτόν. Ας συνάψομεν ειρήνην” !

Ησ. 27,6 οἱ ἐρχόμενοι, τέκνα Ἰακώβ, βλαστήσει καὶ ἐξανθήσει Ἰσραήλ, καὶ ἐμπλησθήσεται ἡ οἰκουμένη τοῦ καρποῦ αὐτοῦ,

Ησ. 27,6 Εις την μέλλουσαν να ακολουθήση γενεάν, τέκνα του πνευματικού Ιακώβ θα βλαστήσουν, και τέκνα του νέου Ισραήλ θα ανθίσουν και η οικουμένη θα γεμίση από τους καρπούς των τέκνων αυτών.

Ησ. 27,7 μὴ ὡς αὐτὸς ἐπάταξε, καὶ αὐτὸς οὕτως πληγήσεται, καὶ ὡς αὐτὸς ἀνεῖλεν, οὕτως ἀναιρεθήσεται;

Ησ. 27,7 Μηπως ο εχθρός του Ισραήλ, όπως εκτύπησε τους Ισραηλίτας, κατά παρόμοιον τρόπον δεν θα κτυπηθή και αυτός από τον Θεόν; Η όπως εφόνευσε τους Ισραηλίτας, έτσι και αυτός δεν θα φονευθή ; Οχι, αλλά πολύ περισσότερον, μέχρις εξοντώσεως.

Ησ. 27,8 μαχόμενος καὶ ὀνειδίζων ἐξαποστελεῖ αὐτούς· οὐ σὺ ἦσθα ὁ μελετῶν τῷ πνεύματι τῷ σκληρῷ ἀνελεῖν αὐτοὺς πνεύματι θυμοῦ;

Ησ. 27,8 Ο Κυριος τιμωρών και εζευτελίζων τον απειθή ισραηλιτικον λαόν, θα τον εξαποστείλη εις εξορίαν. Δεν είσαι συ, Κυριε, ο οποίος εμελετούσες εις την αδέκαστον δικαιοσύνην σου και ελάμβανες την απόφασιν να τους φονεύσης με την ορμητικήν καταστρεπτικήν πνοήν σου κατά την δικαίαν εκρηξιν του θυμού σου;

Ησ. 27,9 διὰ τοῦτο ἀφαιρεθήσεται ἡ ἀνομία Ἰακώβ, καὶ τοῦτό ἐστιν ἡ εὐλογία αὐτοῦ, ὅταν ἀφέλωμαι τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ, ὅταν θῶσι πάντας τοὺς λίθους τῶν βωμῶν κατακεκομμένους ὡς κονίαν λεπτήν· καὶ οὐ μὴ μείνῃ τὰ δένδρα αὐτῶν, καὶ τὰ εἴδωλα αὐτῶν ἐκκεκομμένα ὥσπερ δρυμὸς μακράν.

Ησ. 27,9 Με την τιμωρίαν όμως αυτήν θα αφαιρεθή η αμαρτία του ισραηλιτικού λαού· ευλογία δι’ αυτόν θα είναι τούτο· Οταν δηλαδή εγώ εξαλείψω την αμαρτίαν του, όταν αυτοί κρημνίσουν και κατακάψουν τους λίθους των βωμών και τους μεταβάλουν εις λεπτήν κόνιν, τότε δεν θα μείνει κανένα από τα ιερά δένδρα των ειδωλολατρικών τόπων και τα είδωλα αυτών θα κατακομματιαστούν, όπως κόβεται πυκνόν δάσος εις μακρυνήν περιοχήν.

ΓΕΝΕΣΙΣ Θ΄ 18-29, Ι΄ 1.

Γεν. 9,18 Ἦσαν δὲ οἱ υἱοὶ Νῶε, οἱ ἐξελθόντες ἐκ τῆς κιβωτοῦ, Σήμ, Χάμ, Ἰάφεθ· Χάμ δὲ ἦν πατὴρ Χαναάν.

Γεν. 9,18 Τα παιδιά του Νώε, τα οποία εξήλθον από την κιβωτόν, ήσαν ο Σημ, ο Χαμ και ο Ιάφεθ. Ο Χαμ ήτο γενάρχης των Χαναναίων.

Γεν. 9,19 τρεῖς οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Νῶε· ἀπὸ τούτων διεσπάρησαν ἐπί πᾶσαν τὴν γῆν.

Γεν. 9,19 Αυτοί οι τρεις ήσαν οι υιοί του Νώε. Από αυτούς δε εγεννήθησαν και επληθύνθησαν οι άνθρωποι και διεσπάρησαν εις όλην την γην.

Γεν. 9,20 Καὶ ἤρξατο Νῶε ἄνθρωπος γεωργὸς γῆς καὶ ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα.

Γεν. 9,20 Ο Νώε έγινε γεωργός, ήρχισε να καλλιεργή την γην, και εφύτευσε μεταξύ των άλλων, και αμπελώνα.

Γεν. 9,21 καὶ ἔπιεν ἐκ τοῦ οἴνου καὶ ἐμεθύσθη καὶ ἐγυμνώθη ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ.

Γεν. 9,21 Επιε δε από τον οίνον και εμέθυσε. Μεθυσμένος δε καθώς ήτο, εγυμνώθη εντός της οικίας του, χωρίς να το αντιληφθή.

Γεν. 9,22 καὶ εἶδε Χὰμ ὁ πατὴρ Χαναὰν τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐξελθὼν ἀνήγγειλε τοῖς δυσὶν ἀδελφοῖς αὐτοῦ ἔξω.

Γεν. 9,22 Ο Χαμ, ο πρόγονος των Χαναναίων, είδε την γύμνωσιν του πατρός του και εξελθών εγνωστοποίησεν εμπαικτικώς το γεγονός στους δύο αδελφούς του, οι οποίοι ευρίσκοντο έξω.

Γεν. 9,23 καὶ λαβόντες Σὴμ καὶ Ἰάφεθ τὸ ἱμάτιον ἐπέθεντο ἐπὶ τὰ δύο νῶτα αὐτῶν καὶ ἐπορεύθησαν ὀπισθοφανῶς καὶ συνεκάλυψαν τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτῶν, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῶν ὀπισθοφανῶς, καὶ τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτῶν οὐκ εἶδον.

Γεν. 9,23 Αμέσως δε ο Σημ και ο Ιάφεθ έλαβον το ιμάτιον του πατρός των, έθεσαν αυτό στους ώμους των και οπισθοβατούντες μέχρι του πατρός των εσκέπασαν την γύμνωσιν αυτού έχοντες το πρόσωπόν των προς την αντιθέτον διεύθυνσιν, και έτσι δεν είδον καθόλου την γύμνωσιν του πατρός των.

Γεν. 9,24 ἐξένηψε δὲ Νῶε ἀπὸ τοῦ οἴνου καὶ ἔγνω ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ νεώτερος,

Γεν. 9,24 Ανένηψε και συνήλθε ο Νώε από την επίδρασίν του οίνου, έμαθε όσα έκαμεν ο νεώτερος υιός του ο Χαμ

Γεν. 9,25 καὶ εἶπεν· ἐπικατάρατος Χαναάν· παῖς οἰκέτης ἔσται τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.

Γεν. 9,25 και είπε· “κατηραμένος θα είναι ο Χαμ και οι απόγονοί του. Υπηρέτης και δούλος θα είναι στους αδελφούς του”.

Γεν. 9 ,26 καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Σήμ, καὶ ἔσται Χαναὰν παῖς οἰκέτης αὐτοῦ.

Γεν. 9,26 Είπε δε ακόμη ο Νώε· “ευλογημένος ο Θεός του Σημ και ο Χαναάν θα είναι δούλος αυτού κατά την δικαίαν απόφασιν του Θεού.

Γεν. 9,27 πλατύναι ὁ Θεὸς τῷ Ἰάφεθ, καὶ κατοικησάτω ἐν τοῖς οἴκοις τοῦ Σὴμ καὶ γενηθήτω Χαναὰν παῖς αὐτοῦ.

Γεν. 9,27 Ας αυξήση και ας πλατύνη ο Θεός την γενεάν και τας χώρας του Ιάφεθ και ας βάλη αυτόν να κατοική εις τας περιοχάς του Σημ, ο δε Χαναάν ας γίνη υπηρέτης του”.

Γεν. 9,28 Ἔζησε δὲ Νῶε μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἔτη τριακόσια πεντήκοντα.

Γεν. 9,28 Εζησε δε ο Νώε μετά τον κατακλυσμόν τριακόσια πεντήκοντα έτη.

Γεν. 9,29 καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Νῶε ἐννακόσια πεντήκοντα ἔτη, καὶ ἀπέθανεν.

Γεν. 9,29 Εφθασαν εν συνόλω τα έτη της ζωής του Νώε εννεακόσια πεντήκοντα και έπειτα απέθανε.

Γεν. 10,1 Αὗται δὲ αἱ γενέσεις τῶν υἱῶν Νῶε, Σήμ, Χάμ, Ἰάφεθ, καὶ ἐγεννήθησαν αὐτοῖς υἱοὶ μετὰ τὸν κατακλυσμόν.

Γεν. 10,1 Οι απόγονοι, των υιών του Νώε, του Σημ του Χαμ και του Ιάφεθ, οι οποίοι εγεννήθησαν μετά τον κατακλυσμόν, είναι οι εξής·

ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΙΒ΄ 23-28, ΙΓ΄ 1-9.

Παρ. 12,23 ἀνὴρ συνετὸς θρόνος αἰσθήσεως, καρδία δὲ ἀφρόνων συναντήσεται ἀραῖς.

Παρ. 12,23 Ο συνετός άνθρωπος είναι ωσάν θρόνος, επί του οποίου βασιλεύει η αλήθεια και η ορθή διάκρισις, ενώ η καρδία των αμαρτωλών και ασυνέτων θα συναντήση και θα πλημμυρίση από κατάρας.

Παρ. 12,24 χεὶρ ἐκλεκτῶν κρατήσει εὐχερῶς, δόλιοι δὲ ἔσονται ἐν προνομῇ.

Παρ. 12,24 Τα χέρια των εντίμων και συνετών ανθρώπων θα υπερισχύσουν και θα κυριαρχήσουν εύκολα επάνω στους άλλους. Οι δόλιοι όμως και οι ασύνετοι θα είναι υποχείριοι και υπηρέται των άλλων.

Παρ. 12,25 φοβερὸς λόγος καρδίαν ταράσσει ἀνδρὸς δικαίου, ἀγγελία δὲ ἀγαθὴ εὐφραίνει αὐτόν.

Παρ. 12,25 Λογια απειλητικά, ειδήσεις θλιβεραί συγκινούν και ταράσσουν την καρδίαν του δικαίου ανθρώπου, έστω και αν δεν αναφέρωνται εις αυτόν προσωπικώς. Αι αγαθαί όμως αγγελίαι, όπως είναι ο λόγος του Θεού, τον ευχαριστούν και τον χαροποιούν.

Παρ. 12,26 ἐπιγνώμων δίκαιος ἑαυτοῦ φίλος ἔσται, αἱ δὲ γνῶμαι τῶν ἀσεβῶν ἀνεπιεικεῖς. ἁμαρτάνοντας καταδιώξεται κακὰ ἡ δὲ ὁδὸς τῶν ἀσεβῶν πλανήσει αὐτούς.

Παρ. 12,26 Ο συνετός και ειλικρινής και ευσεβής άνθρωπος κάμνει καλόν πρώτα πρώτα στον εαυτόν του, ενώ αι γνώμαι, αι αποφάσεις και αι πράξεις των ασεβών είναι ξέναι προς την αρετήν της επιεικείας. Τιμωρίαι εκ μέρους του Θεού και συμφοραί εκ μέρους αυτών των ιδίων θα καταδιώξουν τους αμαρτωλούς, διότι ο δρόμος των ασεβών τους παραπλά και τους οδηγεί στον όλεθρον.

Παρ. 12,27 οὐκ ἐπιτεύξεται δόλιος θήρας, κτῆμα δὲ τίμιον ἀνὴρ καθαρός.

Παρ. 12,27 Ο δόλιος άνθρωπος δεν θα επιτύχη εις τας επιχειρήσστου, ενώ ο δίκαιος και καθαρός από δολιότητας και αμαρτίας είναι πολύτιμον απόκτημα δια την κοινωνίαν, αξιαγάπητος στον Θεόν.

Παρ. 12,28 ἐν ὁδοῖς δικαιοσύνης ζωή, ὁδοὶ δὲ μνησικάκων εἰς θάνατον.

Παρ. 12,28 Εις τους δρόμους της αρετής υπάρχει η αληθινή και ευχάριστος ζωη, ενώ οι δρόμοι των μνησικάκων και εμπαθών ανθρώπων οδηγούν στον θάνατον.

Παρ. 13,1 Υἱὸς πανοῦργος ὑπήκοος πατρί, υἱὸς δὲ ἀνήκοος ἐν ἀπωλείᾳ.

Παρ. 13,1 Υιός ευφυής και φρόνιμος υπακούει στον πατέρα του και προοδεύει, ενώ ο ανυπάκουος βαδίζει προς τον όλεθρον.

Παρ. 13,2 ἀπὸ καρπῶν δικαιοσύνης φάγεται ἀγαθός, ψυχαὶ δὲ παρανόμων ὀλοῦνται ἄωροι.

Παρ. 13,2 Ο ενάρετος άνθρωπος θα απολαύση τα αγαθά, που απέκτησέ με την δικαίαν και τιμίαν του εργασίαν, ενώ οι παράνομοι θα καταστραφούν με πρόωρον θάνατον

Παρ. 13,3 ὃς φυλάσσει τὸ ἑαυτοῦ στόμα, τηρεῖ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, ὁ δὲ προπετὴς χείλεσι πτοήσει ἑαυτόν.

Παρ. 13,3 Εκείνος που προσέχει τα λόγια του, προφυλάσσει την ζωήν του από πολλά κακά. Ο επιπόλαιος όμως και απερίσκεπτος εις τα λόγια του θα δημιουργήση στον εαυτόν του πολλούς φόβους και μεγάλας περιπετείας.

Παρ. 13,4 ἐν ἐπιθυμίαις ἐστὶ πᾶς ἀεργός, χεῖρες δὲ ἀνδρείων ἐν ἐπιμελείᾳ.

Παρ. 13,4 Καθε οκνηρός και κακός είναι γεμάτος με πάσης φύσεως επιθυμίας και όνειρα απραγματοποίητα. Τουναντίον αι χείρες των εργατικών ανθρώπων εργάζονταί με επιμέλειαν και δραστηριότητα.

Παρ. 13,5 λόγον ἄδικον μισεῖ δίκαιος, ἀσεβὴς δὲ αἰσχύνεται καὶ οὐχ ἕξει παῤῥησίαν.

Παρ. 13,5 Ο δίκαιος αποστρέφεται με μίσος κάθε λόγον, ο οποίος εκφράζει αδικίαν. Ο ασεβής όμως σκέπτεται και πράττει έργα, τα οποία τον καταισχύνουν και τον εξευτελίζουν. Δια τούτο δεν έχει το ηθικόν σθένος να παρουσιασθή ούτε ενώπιον των ανθρώπων, ούτε ενώπιον του Θεού.

Παρ. 13,7 εἰσὶν οἱ πλουτίζοντες ἑαυτοὺς μηδὲν ἔχοντες, καί εἰσιν οἱ ταπεινοῦντες ἑαυτοὺς ἐν πολλῷ πλούτῳ.

Παρ. 13,7 Υπάρχουν άνθρωποι κενόδοξοι και καυχησιολόγοι, οι οποίοι παρουσιάζουν τον εαυτόν των πλούσιον, ενώ είναι πάμπτωχοι. Υπάρχουν όμως και άλλοι, που φέρονται με ταπεινοφροσύνην, ενώ έχουν πολύν πλούτον.

Παρ. 13,8 λύτρον ἀνδρὸς ψυχῆς ὁ ἴδιος πλοῦτος, πτωχὸς δὲ οὐχ ὑφίσταται ἀπειλήν.

Παρ. 13,8 Ο πλούτος δίδεται, όταν παραστή ανάγκη, ως λύτρον, δια να σώση την ζωήν του πλουσίου. Ο πτωχός όμως δεν υπόκειται εις τέτοιας απειλάς και κινδύνους εκ μέρους ληστών, που ζητούν λύτρα.

Παρ. 13,9 φῶς δικαίοις διαπαντός, φῶς δὲ ἀσεβῶν σβέννυται.

Παρ. 13,9 Εις τους δικαίους ανθρώπους υπάρχει πάντοτε το παρά του Θεού φως της χαράς. Αλλά το φως της ζωής των ασεβών, αν υπάρξη, είναι προσωρινόν, ταχέως σβήνεται και χάνεται.

Παρ. 13,9α ψυχαὶ δόλιαι πλανῶνται ἐν ἁμαρτίαις, δίκαιοι δὲ οἰκτείρουσι καὶ ἐλεοῦσι.

Παρ. 13,9α Αι δόλιαι και πονηραί ψυχαί ζουν περιπλανώμενοι μέσα εις τους λαβυρίνθους της αμαρτίας, ενώ οι δίκαιοι ζουν ευχάριστα, συγχρόνως δε συμπαθούν και ελεούν και τους άλλους.

 

http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/26.%20Paroimies.htm