Κι ἐδῶ ὁ Χριστός!…

Μ᾿ ἔκλεισαν στὴ φυλακή, μαζὶ μὲ κοινοὺς ἐγκληματίες. Μὲ ὑποδέχθηκαν βίαια: Ξέσκισαν τὰ ἱερατικά μου ἄμφια. Μὲ βρίζανε. Μὲ φτύνανε… Βαρέθηκαν καὶ σταμάτησαν. Μοῦ ἔδωσαν λίγο χῶρο στὸ πέτρινο, βρώμικο δάπεδο— στὸ πιὸ σκοτεινὸ σημεῖο, δίπλα στὸ ἀποχωρητήριο. Σβήσανε τὸ φῶς καὶ πέσανε γιὰ ὕπνο. Τότε ἐγὼ ἄρχισα νὰ προσεύχομαι… Εἶχα μόλις σταματήσει τὴν προσευχή…

Συνέχιση ανάγνωσης