του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη Καθηγητού Παν. Αθηνών

   Στο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου «Διάβαση» και στο 54ο τεύχος του των μηνών Μαρτίου-Απριλίου 2005, δημοσιεύεται άρθρο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα, με θέμα «Ο Επίσκοπος ως προεστώς της Ευχαριστίας».                                                                                                
Πρόκειται, στο κείμενο αυτό, για ανάπτυξη σκέψεων του Σεβασμιωτάτου, που αφορούν στο νόημα του επισκοπικού αξιώματος στον χώρο της λειτουργικής και, γενικώτερα, της εκκλησιαστικής μας ζωής. Κατά τον Σεβασμιώτατο κ. Ιωάννη, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι «επισκοποκεντρική». Την βασική αυτή θέση του, σχετικώς με το νόημα και τον ρόλο του επισκοπικού αξιώματος, προσπαθεί να στηρίξει με την παράθεση λειτουργικών και εκκλησιολογικών στοιχείων. Συνοπτικώς, και μάλλον επιγραμματικώς, τα στοιχεία αυτά είναι τα εξής:                                  
1. Η επισκοπική προεδρία της Θείας Ευχαριστίας είναι το κύριο και κατ΄ εξοχήν έργο του Επισκόπου. Από την ιδιότητά του αυτή «πηγάζει όλη η εξουσία του Επισκόπου, όχι μόνο η αγιαστική, αλλά και η λεγομένη διοικητική». Έτσι, ο Επίσκοπος «έχει ως κύριον έργον του πρωταρχικόν να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας, όλα τα άλλα έργα του είναι δευτερεύοντα» (σ. 5).                                                              
2. Ο Επίσκοπος, συνεπώς, «όταν διοικεί, δεν ασκεί διοίκησιν, αλλά προεκτείνει σε όλους τους τομείς της ζωής της Εκκλησίας τη χάρη και την ευλογία της Θείας Ευχαριστίας της οποίας προϊσταται» (σ. 6). «Όλα στην Εκκλησία γίνονται με την ευλογία του Επισκόπου» (σ. 6), εφ’  όσον ο Επίσκοπος «είναι ο προεστώς της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 6).                                                                                                                              
 3. Ο Επίσκοπος εικονίζει, ως προεστώς της Εκκλησίας, «τον Βασιλέα Χριστόν όπως θα έλθει στην Βασιλεία του», με λαμπρότητα και ακτινοβολία!                                                    
4. Η Θεία Λειτουργία «είναι εντελώς αδιανόητος χωρίς την έννοια του εικονισμού. Αλλά όταν λέμε ότι ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό, διότι χάσαμε πλέον την γλώσσα της εικόνος της εκκλησιαστικής ζωής» (σ. 7).
5. Πάντως, εφ΄ όσον «ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να παρακάμψουμε την εικόνα του και να πάμε απευθείας στο πρωτότυπο» (σ. 7). «Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να προσευχόμαστε στο Χριστό (σημ. σ. απευθείας) αλλά πρέπει να παρεμβάλλεται η εικόνα του Επισκόπου» (σ. 7). «Υπάρχουν βέβαια ακόμη πολλοί που βλέπουν στο πρόσωπο του Επισκόπου τον ίδιο το Χριστό, αλλά ο αριθμός τους μειώνεται διαρκώς και χάνεται η εικονολογική αντίληψη των δρωμένων της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 8).                                              
6. «Εάν η επικοινωνία μας με το Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο (Επίσκοπο), τότε η επικοινωνία αυτή πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας» (σ. 9).                                                                         
7. «Το μνημόσυνο του Επισκόπου κατά τη Θεία Λειτουργία αποτελεί το πλέον καίριο στοιχείο, που αναδεικνύει την Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας» (σ. 10).
8. «Το γεγονός ότι ο ιερεύς, όταν πρόκειται να τελέσει τη Θεία Ευχαριστία λαμβάνει καιρόν…. Και από τον θρόνον του Επισκόπου, έστω και αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 10).

Μία μόνο δυνατότητα έχουμε  να ελέγξουμε την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου ότι, ως κύριο έργο και πρωταρχικό του Επισκόπου είναι το να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας και ότι προϊσταται και προεδρεύει αυτής. Να ανατρέξουμε στο κείμενο της Θείας Λειτουργίας, στο Ιερατικόν, για να ιδούμε αν, πράγματι, ο Επίσκοπος είναι «ο προεστώς και το κατεξοχήν κέντρο της Θείας Ευχαριστίας»!

Α. Προ της ενάρξεως της Θείας Λειτουργίας.                                                                                                    
Στην τελευταία ευχή της προετοιμασίας του ιερέως, στον σολέα, προ του τέμπλου, θα ζητήσει την «χείρα» του Δεσπότου Χριστού, για να επιτελέσει την αναίμακτο θυσία, ο λειτουργός ιερεύς:
Κύριε, εξαπόστειλόν μοι την χείρα σου εξ αγίου κατοικητηρίου σου και ενίσχυσόν με, εις την προκειμένην διακονίαν σου, ίνα ακατακρίτως παρασταθώ τω φοβερώ σου βήματι, και την αναίμακτον ιερουργίαν επιτελέσω. Ότι σου εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.                                                                                                 
Στην ευχή αυτή ο λειτουργός ιερεύς δεν ζητεί την χείρα του οικείου επισκόπου για να επιτελέσει την «αναίμακτον ιερουργίαν», αλλά του προσφέροντος εαυτόν, για την θυσία αυτή, Κυρίου Ιησού Χριστού!
Β. Κατά την ακολουθίαν της Αναφοράς, της καθαγιάσεως των τιμίων δώρων.                                  
α)  Η πρόσκληση του λαού του Θεού να προσέλθει, προετοιμαζόμενος, στην τράπεζα της αναιμάκτου θυσίας γίνεται δια των λόγων του Κυρίου Ιησού και όχι δια του Επισκόπου!                                                                                                                                   
Λάβετε, φάγετε· τούτό μου εστί το σώμα, το υπέρ κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών.                                    
Πίετε εξ αυτού πάντες· τούτό εστι το αίμα μου, το της καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον, εις άφεσιν αμερτιών.                                                                              
β) Για την καθαγίαση των τιμίων δώρων ο ιερεύς λειτουργός απευθύνεται προς τον Κύριο, που είναι συγχρόνως θύτης και θύμα. Και στο σημείο τούτο η παρουσία ή μετοχή του Επισκόπου είναι ανύπαρκτη:
Έτι προσφέρομεν την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν και παρακαλούμέν σε και δεόμεθα, και ικετεύομεν· κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ΄ ημάς και επί τα προκείμανα δώρα ταύτα. Και ποίησον τον μεν Άρτον τούτον, τίμιον Σώμα του Χριστού σου. Το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον Αίμα του Χριστού σου. Μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω Αγίω.                                                                                                 
γ) Προ της Θείας Μεταλήψεως  και πάλι η σχετική ευχή του ιερέως θα απευθυνθεί στον θυσιασθέντα Κύριο και όχι στον Επίσκοπο:                                                                             
Πρόσχες Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, εξ αγίου κατοικητηρίου σου, και από θρόνου δόξης της Βασιλείας σου, και ελθέ εις το αγιάσαι ημάς, ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτως συνών. Και καταξίωσον τη κραταιά σου χειρί μεταδούναι ημίν του αχράντου σώματός σου και του τιμίου αίματός, και δι΄ ημών παντί τω λαώ.                                                                                                                             
Της αναιμάκτου, λοιπόν, θυσίας του Χριστού προεστώς και ηγέτης και πρόεδρος και κέντρο είναι ο ίδιος ο Χριστός και ουδείς άλλος. Στο γίγνεσθαι του φρικτού μυστηρίου της θυσίας αυτής ο Επίσκοπος είναι τελετουργικώς ανύπαρκτος!!! Συνομολογεί και βεβαιώνει το τελευταίο γεγονός και ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, στο έργο του «Εις την Θείαν Λειτουργίαν» : «Διότι δεν μεταλαμβάνουν πραγματικά όλοι αυτοί στους οποίους δίδει ο ιερεύς, αλλά οπωσδήποτε μόνον εκείνοι στους οποίους δίδει μόνον ο Χριστός. Ο ιερεύς δίδει γενικά σε όλους τους προσερχομένους, ο δε Χριστός (μόνον) στους αξίους να μετάσχουν. Από αυτά είναι φανερό ότι μόνον ένας είναι αυτός, που τελεί το μυστήριο για τις ψυχές και αγιάζει ζωντανούς και αποθανόντας, ο Σωτήρ» (Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Νικόλαος Καβάσιλας, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1979, σ. 208). Από το κείμενο, λοιπόν, της Θείας Λειτουργίας δεν προκύπτει ότι ο Επίσκοπος είναι προεστώς της Θείας Ευχαριστίας, με το νόημα που θέλει ο Σεβασμιώτατος κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, ούτε υπάρχει κάποιο στοιχείο ότι ηγείται στα εξελικτικά στάδια της μυστηριακής ιερουργίας. Ούτε, επίσης, μαρτυρείται στο κείμενο αυτό ότι «ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού»! Έτσι η Θεία Λειτουργία είναι ακραιφνώς χριστοκεντρική και καθόλου επισκοποκεντρική! Στα δρώμενα της Θείας Ευχαριστίας, αλλά και όλης της Θείας Λειτουργίας, όπως είναι φυσικό και αυτονόητο, δεσπόζει η εικόνα του Χριστού ως θύτου και θύματος. Κάθε αναφορά, επομένως, στο γεγονός αυτό της Θείας Ευχαριστίας ή γενικώτερα, της Θείας Λειτουργίας έχει αποκλειστικώς χριστοκεντρική λειτουργική νοηματική. Αντιθέτως, η εικόνα του Επισκόπου παρουσιάζεται εξαιρετικώς περιθωριακή στο όλο γίγνεσθαι της Θείας Ευχαριστίας-Θείας Λειτουργίας. Απλώς, ο Επίσκοπος μνημονεύεται ως ο εκκλησιαστικός-διοικητικός προϊστάμενος τέσσερις φορές, χωρίς ιδιαίτερη επισήμανση χαρισματικής ή λειτουργικής υπεροχής. Δίδει ευλογία ως ιερατικός προϊστάμενος και από αυτόν εξαρτώνται όλα τα διοικητικά θέματα της Επισκοπής του. Με το νόημα αυτό, άλλωστε, γίνεται και η μνημόνευσή του. Δεν μπορεί, λοιπόν, να ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος ότι: «το πλέον κύριον στοιχείο, που αναδεικνύει τη Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας, είναι η μνημόνευση του ονόματος του Επισκόπου».  Η διοικητική εξουσία μπορεί να στηρίζει ευθύνες επισκοπικής μέριμνας για την διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της όλης επισκοπής, αλλά η έννοια αυτή της εξουσίας δεν σχετίζεται με το γεγονός της Ευχαριστίας. Στο σημείο αυτό λησμονεί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης ότι ο Κύριος απέτρεψε τους μαθητές του από αξιώσεις εξουσίας, οποιασδήποτε μορφής. Ο λόγος Του, εν προκειμένω, είναι σαφής και έχει απόλυτο χαρακτήρα: «… οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ουχ ούτως έσται εν υμίν, αλλ΄ ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος,έσται υμών δούλος· ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20: 25-28). Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, του Κυρίου ο Απόστολος Παύλος καλεί τον Τιμόθεο «διάκονον του Ιησού Χριστού» (Α΄ Τιμ. 4:6). Και ο Επίσκοπος είναι διάκονος και δούλος του Δεσπότου Χριστού και δεν μπορεί να θέλει να είναι ηγέτης και προεστώς του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, εφ΄ όσον «ουκ έστι δούλος μείζων του κυρίου αυτού» (Ιω. 15: 20)!

Επιπλέον δύο σημεία, από τα πολλά και απαράδεκτα του κειμένου του Μητροπολίτου Περγάμου, βρίσκονται, όχι μόνον έξω από το πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, αλλά και πέραν της κοινής λογικής!                                      
Ι. Είναι δυνατόν να ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος ότι ο δεσποτικός θρόνος, απουσιάζοντος του Επισκόπου, κατά την Θεία Λειτουργία, «έστω κι αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας»; Και μόνον αυτή η σκέψη του (η εκκλησιολογική) δείχνει την διάθεση της αξιώσεώς του υπεροχικής δεσποτικής θέσεως έναντι του Αρχιερέως Χριστού!!!  Λησμονεί, δυστυχώς, ο Σεβασμιώτατος ότι ο δεσποτικός θρόνος στον οποίο κάθεται κατά την Θεία Λειτουργία είναι θρόνος του Αρχιερέως Χριστού, γεγονός που επισημαίνει η Αρχιερατική Του εικόνα; Και ότι, επίσης, το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, και κενός να είναι, είναι πλήρης της Αρχιερατικής παρουσίας του Χριστού; Εξ άλλου, όταν ο λειτουργός ιερέας θυμιά τον κενό δεσποτικό θρόνο, θυμιά την Αρχιερατική εικόνα του Χριστού, βλέπει το πρόσωπο του Χριστού, και είναι φυσικό να μη έχει προ οφθαλμών του την εικόνα του οικείου μητροπολίτου. Πάντως, ούτως ή άλλως, και όταν ακόμη κάθεται ο Επίσκοπος επί του θρόνου αυτού, ο Χριστός είναι πάντοτε ο Μέγας Αρχιερεύς! Δεν χωράει δεύτερος!                                                                                                                                          ΙΙ. Επίσης, είναι δυνατόν να λέγεται και να γράφεται ότι ο πιστός, προσευχόμενος, μόνον μέσω της εικόνας του Επισκόπου μπορεί να φθάσει στο πρωτότυπο, δηλαδή στον Χριστό; Και ότι αν δεν περάσει μέσα από την εικόνα του Επισκόπου, δεν συναντά τον Χριστό, αλλά προσεύχεται με την φαντασία του; Λησμονεί ο Σεβασμιώτατος κ. Ιωάννης Ζηζιούλας την αξιωματική αρχή του Αποστόλου Παύλου: «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπου, άνθρωπος Χριστός Ιησούς»! (Α΄ Τιμ. 2: 5). Υπάρχει, άραγε, μεγαλύτερος παραλογισμός για την στήριξη μιας αντιεκκλησιολογικής Δεσποτοκρατίας;
Τέλος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης έχει ήδη κάνει χρήση της εξουσίας του επί της Θείας Ευχαριστίας, ως ηγέτης αυτής και προεστώς και πρόεδρος, και έχει ενεργήσει ανεπίτρεπτη τομή στον μυστηριακό πυρήνα της Θείας Ευχαριστίας, αρνούμενος την σωτηρία μας δια του σταυρικού θανάτου του Χριστού!!!  Γράφει, για να δομήσει μια σημαντική αιρετική θέση στην «καρδιά» της Ορθόδοξης χριστολογίας, ότι: «Ο Χριστός είναι Σωτήρ του κόσμου όχι γιατί θυσιάσθηκε στο Σταυρό εξαλείφοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά γιατί «ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας». Η Δύση (συνεχίζει)-Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική- που είδε το πρόβλημα του κόσμου ως πρόβλημα ηθικό (παράβαση εντολής και τιμωρία) έκαμε το Σταυρό του Χριστού επίκεντρο της πίστεως και της λατρείας. Αλλά η Ορθοδοξία εξακολουθεί να τονίζει την Ανάσταση ως το κέντρο της όλης ζωής της…» («Χριστολογία και ύπαρξη»,  περιοδ. Σύναξη, τ. 2, 1982, σ. 18). Προκειμένου, όμως να στηρίξει την αιρετική αυτή θέση επί καινοδιαθηκικού εδάφους, επικαλείται τον παύλειο λόγο. Αναφέρεται στο χωρίο της Α΄ προς Κορινθίους Επιστολής του, 15, 14: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται ματαία η πίστις υμών». Αλλά το χωρίο αυτό το παραποιεί (το πλαστογραφεί;) αντικαθιστώντας την προσωπική αντωνυμία «υμών» με την αντωνυμία «ημών» !!! Έτσι το χωρίο αυτό φαίνεται ότι έχει καθολική-υποχρεωτική ισχύ, ενώ, όπως φαίνεται από το ίδιο το κείμενο, αφορά ειδική περίπτωση Κορινθίων συνομιλητών στους οποίους απευθύνεται ο Απόστολος Παύλος, για να τους δείξει ότι η πίστη τους στον Χριστό χωρίς την πίστη τους στην Ανάστασή Του, είναι ματαία και περιττή! Ο Σεβασμιώτατος, με την κακοδοξία του αυτή, ακυρώνει και μάλλον ακρωτηριάζει την ορθόδοξη σωτηριολογία και χριστολογία και ενεργεί διχοτόμηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, αρνούμενος την λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού! Οπωσδήποτε, ο πυρήνας της Ορθοδοξίας είναι σταυροαναστάσιμος! Σταυρός και Ανάστασις δεν ξεχωρίζουν, αφού η Ανάσταση ανατέλλει από τον Σταυρό του Κυρίου!
Φαίνεται ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης  Περγάμου ρέπει στην …αιρεσιολογία! Ως «αφεντικό» της Θείας Ευχαριστίας, μπορεί να λέει και να γράφει ό,τι θέλει!  «Έτσι, ακούσαμε από τον Μητροπολίτη Περγάμου, σε ένα θεολογικό συμπόσιο που έγινε στο Boze της Ιταλίας, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει, βέβαια, όλην την αλήθεια, αλλά όχι μόνον αυτή, αλλά και άλλες εκκλησίες μη ορθόδοξες. Είναι η γνωστή εκκλησιολογία των αδελφών εκκλησιών. Σε ένα του άρθρο, που δημοσιεύθηκε στο καθολικό περιοδικό “Regno”, μας αναλύει την γνωστή του εκκλησιολογία και δηλώνει ξεκάθαρα πως η Εκκλησία έχει ανάγκη από το Πρωτείο του Πάπα» (απόσπασμα άρθρου του Γεωργ. Καραλή, Διευθυντού του Ορθοδόξου περιοδ. Italia Ortodossa, ανταποκριτού του «Ο.Τ.» από την Ιταλία, «Ο.Τ.» 16.7.1999).

Την 23.12.2005 ο «Ο.Τ.» δημοσίευσε πληροφορία, σύμφωνα με την οποία, εις το Θ΄ Διαχριστιανικό (διάβαζε: μεταξύ παπικών και ορθοδόξων εξ Αθηνών) Συμπόσιον, μεταξύ άλλων πορισμάτων, «διαπιστώθηκε ότι η «Ευχαριστηριακή εκκλησιολογία» είναι δυνατό να αποτελέσει σημαντική βάση προσεγγίσεως των δύο Εκκλησιών, στα πλαίσια του οικουμενικού διαλόγου, για την κατανόηση της λειτουργίας του Επισκοπικού πρωτείου στην τοπική Εκκλησία, στα πλαίσια του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας»!  Ιδού η χρήση της περιλάλητης ευχαριστηριακής εκκλησιολογίας στην…. συνάντησή της με το Επισκοπικό πρωτείο! Να περιμένουμε, άραγε, να χρησιμοποιηθεί η «βάση» αυτή και για την από μέρους της Εκκλησίας των Αθηνών αποδοχή του πρωτείου του Πάπα; Ο εισηγητής, πάντως, της εν λόγω εκκλησιολογίας έχει γραπτώς ξεκαθαρίσει την θέση του: η Εκκλησία μας έχει ανάγκη το πρωτείο του Πάπα!  Ιδού ο Πάπας, ιδού και το ορθόδοξο…πήδημα, ενδεχομένως, από το Επισκοπικό πρωτείο στο Παπικό πρωτείο!!!
 
http://orthodox-voice.blogspot.co.uk/2015/09/blog-post_654.html