Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:

8ο Μέρος, Ἡ μορφή τοῦ Γέροντα 3.

Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου

Συνεχίζουμε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τόν Ἅγιο Σιλουανό τό κεφάλαιο πού περιγράφει ὁ μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος τή μορφή τοῦ Γέροντα. Εἴμαστε στό σημεῖο πού ἔχει ἀνατεθεῖ στόν Ἅγιο Σιλουανό ἕνα ὑπεύθυνο διακόνημα, νά ἐπιστατεῖ σέ μιά ὁμάδα ἐργατῶν. Εἶναι τά χρόνια πού ὑπῆρχαν χιλιάδες μοναχοί στό μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, στό ρώσικο μοναστήρι, ὁπότε ὑπῆρχαν καί πολλοί ἐργάτες.

«Εἶχε στίς διαταγές του ὥς διακόσιους ἐργάτες. Τό πρωί, γυρνοῦσε τά ἐργαστήρια καί ἔδινε γενικές γραμμές στούς ἀρχιεργάτες καί μετά γύριζε στό κελλί του, νά κλάψει «γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ». Δέν καθόταν πάνω ἀπ’ τό κεφάλι τους, θά λέγαμε ἔτσι λαϊκά. Δέν ἀσκοῦσε αὐστηρή, ἀσφυκτική ἐπιτήρηση, ἀλλά γυρνοῦσε στόν Θεό καί προσευχόταν. Προσευχόταν γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ, γιά τούς ἐργάτες του καί γιά ὅλους ὅσους γνώριζε καί γιά ὅσους δέν γνώριζε..

«Ἡ καρδιά του πονοῦσε γιά τούς ἐργάτες καί ἔχυνε δάκρυα γιά καθένα τους: «Νά ὁ Μιχάλης, ἄφησε τήν γυναῖκα του καί τά παιδιά στό χωριό καί ἐργάζεται ἐδῶ σ’ ἐμᾶς γιά λίγα γρόσια». Ἐρχόντουσαν ἀπό τήν Ρωσία, δηλαδή, γιά νά ἐργαστοῦν. «Πῶς νά αἰσθάνεται τόσο μακριά ἀπό τό σπίτι του χωρίς νά βλέπει οὔτε τήν γυναῖκα οὔτε τά ἀγαπημένα του παιδιά… Νά ὁ Νικήτας. Μόλις παντρεύτηκε καί ἐγκατέλειψε τήν νεαρή γυναῖκα του ἔγκυο καί τήν γριά μάνα του … Τί νά ἔνιωσαν τάχα, ὅταν ἀποχωρίζονταν ἀπό τόν νεαρό ἀγαπημένο γιό καί ἄνδρα; … Νά ὁ Γρηγόρης. Ἄφησε τούς γέρους γονεῖς του, τήν νέα γυναῖκα του καί δύο μικρά βρέφη καί ἦλθε ἐδῶ νά ἐργαστεῖ γιά ἕνα κομμάτι ψωμί.Τί θά ἐξοικονομήσει ἐδῶ; … Τί φτώχεια θά εἶχαν, γιά νά ἀποφασίσουν νά ἐγκαταλείψουν ὅλους τούς δικούς τους … Σέ τί φοβερή στέρηση καί θλίψη ζεῖ ὅλος αὐτός ὁ λαός … Νά ὁ Νίκος. Ἀκόμα παιδί … Μέ πόση θλίψη θά τό ἔστειλαν οἱ γονεῖς του τόσο μακριά σέ ξένους ἀνθρώπους, γιά νά πάρει ἕνα μεροκάματο ζητιάνου … Πόσο θά λυπᾶται ἡ καρδιά τῶν γονιῶν του … Ὦ, μέσα σέ πόση φτώχεια καί παθήματα ζεῖ ὁ λαός! … Καί ὅλοι εἶναι σάν ἀπολωλότα πρόβατα. Κανένας δέν φροντίζει γι’ αὐτούς νά τούς ὁδηγήσει, νά τούς διδάξει.. Μαθαίνουν κάθε εἴδους διαστροφές, γίνονται ἄγριοι, σκληροί …». Γιατί κι ἐκεῖ μέσα στό μοναστήρι, ὅπως τό λέει ἐδῶ μέ πόνο ὁ Ἅγιος, τούς ἔβλεπαν ὡς ἐργάτες, ὄχι ὡς ἕναν λαό, ὁ ὁποῖος ἐνδεχομένως κι αὐτός θά μποροῦσε νά ἀκούσει λόγο Θεοῦ. Θά μποροῦσαν οἱ μοναχοί νά ἔκαναν ἱεραποστολή καί σ’ αὐτούς.

«Ἔτσι μιλοῦσε ὁ μακάριος Γέροντας καί ἡ καρδιά του ἔπασχε γιά ὅλους τούς φτωχούς. Χωρίς ἀμφιβολία ἔπασχε περισσότερο ἀπό τούς ἴδιους, γιατί αὐτός ἔβλεπε στή ζωή τους καί ὅσα ἀγνοοῦσαν οἱ ἴδιοι». Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή, ὅσο εἶναι μακριά ἀπό τόν Θεό, ἔχει μιά πάρα πολύ μεγάλη δυστυχία μέσα του κι ἕναν πάρα πολύ μεγάλο πόνο, γιατί κυριαρχεῖται ἀπό τά πάθη καί τόν πονηρό. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀκάθαρτος καί δέν ἔχει μπεῖ στή διαδικασία τῆς μετάνοιας τῆς ἀληθινῆς, βασανίζεται ἀπό τούς δαίμονες καί βασανίζεται πάρα πολύ φοβερά. Βέβαια, δέν κυριαρχεῖ ἀπόλυτα ὁ δαίμονας, ὅπως στήν περίπτωση τῶν δαιμονισμένων, ἀλλά ὁπωσδήποτε ἔχουν ἔντονες δαιμονικές ἐπιρροές καί οὐσιαστικά εἶναι σκλάβοι, εἶναι δοῦλοι στά πάθη τους. Τά πάθη βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, δέν τόν ἐλευθερώνουν, ὅπως ξεγελάει ὁ διάβολος τούς ἀνθρώπους καί λέει «ἐλάτε σέ μένα καί θά κάνετε ὅ,τι θέλετε.. δέν θά ἔχετε τά μή καί τά ὄχι τοῦ χριστιανισμοῦ». Καί οἱ ἄνθρωποι ἀφελεῖς, πείθονται καί παθαίνουν ὅ,τι ἔπαθαν πρῶτοι ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα. Βγαίνουν ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί ὑποδουλώνονται στά πάθη τους, πού δέν εἶναι ἄλλο, παρά δαίμονες, οἱ ὁποῖοι κυριαρχοῦνε στή θέληση. Καί ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος θέλει λ.χ. νά κόψει τό τσιγάρο, δέν μπορεῖ νά τό κόψει. Εἶναι δέσμιος σ’ αὐτό τό πάθος. Ὁ ἄλλος θέλει νά κόψει τόν θυμό καί δέν μπορεῖ, ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο πάθος. Βλέπετε; Ὁ διάβολος μᾶς τάζει ἐλευθερία καί μᾶς ὁδηγεῖ στήν χειρότερη σκλαβιά.

Οἱ Ἅγιοι ἐπειδή βλέπουνε πολύ βαθιά μέσα μας, πονᾶνε περισσότερο ἀκόμα κι ἀπό μᾶς τούς ἴδιους βλέποντας αὐτή τήν ἄφατη ταλαιπωρία πού τραβάει ὁ ἄνθρωπος ὄντας μακριά ἀπό τόν Θεό. Θά πεῖ κανείς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος φταίει γιά αὐτή τήν ταλαιπωρία. Εἶναι ἀλήθεια αὐτό. Γιατί ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά ἀναγκάσει τόν ἄνθρωπο νά ἁμαρτήσει. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτεξούσιος. Μέ τή συνεργεία του ὑποτάσσεται στόν διάβολο, ὅπως ἔγινε μέ τήν Εὔα καί στή συνέχεια μέ τόν Ἀδάμ. Ὁ διάβολος μπῆκε στό φίδι καί πρότεινε στήν Εὔα καταρχήν νά κοιτάξει τόν καρπό. Εἶδε ἡ Εὔα τόν καρπό καί ἦταν πάρα πολύ ὡραῖος. Ἔκανε τήν πρώτη παρακοή. Τί δουλειά εἶχε νά κοιτάξει; Ἀφοῦ ὁ Θεός τῆς εἶχε πεῖ, δέν θά φᾶτε. Ὁπότε, γιατί νά ἀσχοληθεῖ; Δέν ἔπρεπε νά ἀσχοληθεῖ. Εἶναι ἡ πρώτη πτώση, ἡ ἡδονή πού ἦρθε ἀπό τά μάτια. Τό ἄγκιστρο, τό δόλωμα τοῦ διαβόλου εἶναι ἡ ἡδονή τῶν αἰσθήσεων. Καί ὁ ἄνθρωπος, ὅσο τρώει αὐτό τό δόλωμα, τόσο δεσμεύεται. Κι ἐκεῖ πού φαίνεται ὅτι εὐχαριστιέται, ὅπως τό ψάρι, πιάνεται στό ἀγκίστρι τοῦ διαβόλου καί μετά τόν σέρνει ὁ διάβολος καί χάνει ὁ ἄνθρωπος τήν ἐλευθερία του. Γι’ αὐτό καί θά πεῖ ὁ Ἅγιος λίγο πιό κάτω, ὅτι ἀληθινή ἐλευθερία εἶναι ὅταν εἶσαι μέ τόν Θεό. Τότε ἔχεις ἀληθινή ἐλευθερία, γιατί τότε εἶσαι ἐλεύθερος ἀπό τά πάθη.

«Ἡ καρδιά μιλάει στήν καρδιά», λέει μιά παροιμία. Ὁ Γέροντας προσευχόταν μυστικά γιά «τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐργάτες τό αἰσθάνονταν αὐτό καί τόν ἀγαποῦσαν. Ποτέ δέν τούς ἐπιβάρυνε μέ ἀσφυκτική παρουσία καί ἐπιτήρηση, ὅταν ἐργάζονταν· κι ἐκεῖνοι πάντοτε πρόθυμοι, ἐργάζονταν μᾶλλον χαρούμενοι καί πιό δραστήρια ἀπό τούς ἄλλους. Οἱ ἄλλοι οἰκονόμοι «πρόσεχαν τά συμφέροντα» τῆς Μονῆς καί ἀσκοῦσαν μία ἀσφυκτική ἐπιτήρηση», τάχατες γιά τό καλό τῆς Μονῆς. «Ποιός ὅμως δέν ξέρει ὅτι ὅταν ἐμφανίζεται ἡ μέριμνα γιά τό «συμφέρον», παραθεωρεῖται ὁ ἄνθρωπος; Ὁ Γέροντας – ὁ Ἅγιος Σιλουανός – ἔβλεπε τό συμφέρον, τό πραγματικό συμφέρον τῆς Μονῆς προπαντός στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ». Γιατί τότε πραγματικά προοδεύει τό Μοναστήρι, ὅταν ὅλοι πού εἶναι μέσα στό Μοναστήρι, ὄχι μόνο οἱ μοναχοί, ἀλλά καί οἱ λαϊκοί, τηροῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τότε ἑλκύεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐργάτες αἰσθάνονταν τήν ἀγάπη τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ καί φιλοτιμοῦνταν καί ἀνταποκρίνονταν μέ μία ἐργασία ἀποδεκτή καί πολύ καλύτερη ἐνδεχομένως ἀπό αὐτή πού ἔκαναν οἱ ἐργάτες πού εἶχαν μία ἀσφυκτική ἐπιτήρηση ἀπό τούς ἄλλους οἰκονόμους.

Εἶναι πολύ σημαντικό τό σημεῖο αὐτό, ὅτι ἡ καρδιά μιλάει στήν καρδιά. Ἕνας σύγχρονος ἅγιος, ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἔλεγε, ὅτι ἐπηρεάζουμε πάρα πολύ τούς ἄλλους μέ τίς σκέψεις μας, μέ τούς λογισμούς μας. Κι αὐτό εἶναι μεγάλη ἀλήθεια, πράγματι ἔτσι συμβαίνει. Πολλές φορές θέλουμε νά ἔχουμε εἰρήνη μέ ἕνα ἄλλο πρόσωπο ἤ στήν ἐργασία ἤ στό σπίτι, ἀλλά μέσα μας ἔχουμε κακούς λογισμούς γι’ αὐτό τό πρόσωπο. Κι ἐνῶ ἐξωτερικά μπορεῖ νά μή δείχνουμε κάτι, μπορεῖ νά μήν τοῦ λέμε τίποτα, ἐπειδή μέσα μας ἔχουμε κακούς λογισμούς, ὁ ἄλλος δέν συμφιλιώνεται μαζί μας καί δέν μᾶς ἐκφράζει καλά αἰσθήματα. Γιατί; Γιατί φταῖμε ἐμεῖς. Ἐπειδή ἐμεῖς ἔχουμε ἤδη τοποθετηθεῖ ἀρνητικά ἀπέναντί του, ἡ ψυχή τοῦ ἄλλου τό πληροφορεῖται αὐτό. Τίποτα δέν μένει ἀπαρατήρητο. Ἡ κάθε ψυχή καί ἡ κάθε καρδιά αἰσθάνεται τήν ἄλλη ψυχή καί τίς διαθέσεις της. Βεβαίως, ἐδῶ τώρα, θά πρέπει νά προσέξει ὁ ἄνθρωπος νά μήν πέσει θύμα τοῦ διαβόλου. Πάντοτε νά βάζει καλό λογισμό γιά τόν ἄλλον. Γιατί αὐτό μᾶς ἔχει πεῖ ὁ Χριστός, νά μήν κατακρίνουμε ποτέ. Ἀκόμα κι ἄν περνάει μιά τέτοια ὑποψία, ὅτι ὁ ἄλλος τά ἔχει ἐναντίον μας, ἐμεῖς δέν θά πρέπει νά δεχτοῦμε αὐτή τήν ὑποψία. Κι ἄν τήν ἔχει ὁ ἄλλος κι ἐμεῖς δέν τήν δεχτοῦμε, ὁπότε θά συνεχίσουμε νά τόν ἀγαπᾶμε, ὅπως τόν ἀγαπούσαμε, θά βοηθηθεῖ καί ὁ ἄλλος νά ἀποβάλλει αὐτή τήν κακή ἰδέα πού ἐνδεχομένως ἔχει γιά μᾶς καί τά κακά συναισθήματα. Βοηθᾶμε τόν ἄλλον μέ τό νά κάνουμε αὐτό πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, νά μή λογιζόμαστε τό κακό. Τότε ἔχουμε ἀληθινή ἀγάπη, γιατί λέει «ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τό κακό» (Α΄ Κορ. 13,5). Ὅταν λοιπόν ἐσύ λογίζεσαι κακό γιά τόν ἄλλον, ὅτι ὁ ἄλλος τά ἔχει ἐναντίον σου -μπορεῖ νά μήν τοῦ λές τίποτα ἀλλά μέσα σου αὐτό πιστεύεις- ἤδη τόν ἔχεις κατακρίνει. Γιατί; Γιατί θεωρεῖς ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι κακός χριστιανός, δέν ἔχει ἀγάπη, τά ἔχει ἐναντίον σου.. καί ἐφόσον ἔχει ἕναν λογισμό ἐναντίον σου, ἄν ἦταν καλός χριστιανός ὄφειλε νά ἔρθει νά σοῦ τό πεῖ. Νά σοῦ πεῖ δηλαδή τήν αἰτία πού εἶναι πικραμένος καί νά συνδιαλλαγεῖ μαζί σου. Τό λέει τό Εὐαγγέλιο, ὅταν ἔχεις ἕναν λογισμό ἐναντίον κάποιου, δέν πρέπει νά τό πεῖς σέ τρίτο, ἀλλά στόν ἴδιο. Νά τοῦ πεῖς, ξέρεις, μέ σκανδάλισες μ’ αὐτό πού ἔκανες. Μήπως πέφτω ἔξω; Μήπως δέν εἶναι ἔτσι; Μήπως κάνω λάθος. Ἐξήγησέ το μου σέ παρακαλῶ. Ὁπότε βοηθᾶς καί τόν ἄλλο νά ἔρθει σέ μία συναίσθηση καί ἐνδεχομένως νά σοῦ ζητήσει καί συγγνώμη. Ἐνῶ, ἄν τό κρύψεις καί τό πεῖς σ΄ ἕναν τρίτο, τόν συκοφαντεῖς. Καί κατακρίνεις μέσα σου καί τόν συκοφαντεῖς σ’ ἕναν ἄλλον καί τόν διασύρεις καί τόν καταλαλεῖς. Ὁπότε τότε τί γίνεται; Διασπᾶς τήν ἑνότητα τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπέναντι σ’ αὐτό τό πρόσωπο καί ὠθεῖς καί τόν τρίτο στήν ἁμαρτία τῆς κατάκρισης καί τῆς καταλαλιᾶς.

Ἑπομένως τό μεγάλο μυστικό εἶναι νά μή δεχόμαστε κακούς λογισμούς γιά κανέναν. Αὐτό τό πληροφορεῖται καί ὁ ἄλλος κι ἄν ἀκόμα ἔχει κακούς λογισμούς, θά τούς ἀποβάλλει εὐκολότερα ἔτσι, παρά ὅταν κι ἐμεῖς «ἀμυνθοῦμε» καί ἀρχίσουμε νά κάνουμε ἀνάλογους κακούς λογισμούς γιά τόν τάδε, γιά τήν τάδε πού δέν μᾶς ἀγαπάει.. πού μᾶς φέρεται ἔτσι ὅπως μᾶς φέρεται… Ἄν θέλεις λοιπόν νά βοηθήσεις καί νά συνδιαλαγεῖς πραγματικά μέ τόν ἄλλον, ὅταν ἔρχεσαι σέ κοινωνία μαζί του καί ὅταν τόν σκέφτεσαι, νά σκέφτεσαι πάντα καλά πράγματα γιά αὐτόν.

Νά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα ἀπό τό Πανεπιστήμιο. Ἦταν ἕνας καθηγητής πού ἔκοβε συνεχῶς ἕναν φοιτητή. Πολλές φορές.. τόν ἔκοβε. Ὁ φοιτητής δέν ἤξερε τί νά κάνει ὁ καημένος… ἦταν τό τελευταῖο του μάθημα. Πῆγε, ὅμως, καί συμβουλεύτηκε κάποιον φωτισμένο ἄνθρωπο. Τόν ρωτάει, «ὅταν πᾶς νά δώσεις ἐξετάσεις καί εἶσαι ἔξω ἀπό τήν πόρτα τοῦ καθηγητή, τί λογισμούς ἔχεις γιά αὐτόν;». Τά ἔχασε τό παιδί, γιατί βεβαίως ἔκανε πολύ κακούς λογισμούς! Πόσες φορές μέ ἔχει κόψει;… καί τί εἶναι αὐτά;… τά γνωστά… Καταλαβαίνετε.. Τοῦ λέει: «πρέπει νά ἀλλάξεις, θά κάνεις καλούς λογισμούς… θά λές: ὁ καημένος τί προβλήματα ἔχει μέ τή γυναῖκα του, μέ τά παιδιά του… θά κάνεις προσευχή μέ πόνο γιά αὐτόν». Τό ἔκανε καί πέρασε ἀμέσως τό μάθημα! Καταλάβατε ποιό εἶναι τό μυστικό; Ἐκεῖνος ἔφταιγε πού δέν τόν περνοῦσε ὁ καθηγητής. Ἦταν ὁ ἴδιος ἀρνητικά προδιατεθειμένος. Ὁπότε, τό μυστικό εἶναι αὐτό, πάντα νά λογιζόμαστε τό καλό γιά τόν ἄλλον. Τό ἴδιο καί οἱ σύζυγοι. Θέλει ἡ σύζυγος τόν ἄντρα νά γυρνάει νωρίς στό σπίτι. Ἔχει μέσα της ὅμως ἕνα σωρό λογισμούς καί μόλις ἔρχεται, μπορεῖ νά μήν τοῦ λέει τίποτε ἀλλά βράζει. Δέν τό καταλαβαίνει ὁ ἄντρας της; Τό καταλαβαίνει καί λέει, χίλιες φορές νά μήν ἐρχόμουνα, νά ἐρχόμουνα πιό ἀργά. Καί κάθε μέρα ἔρχεται πιό ἀργά ἀκόμα. Ἔτσι δέν γίνεται; Ἄν ὅμως εἶχε καλούς λογισμούς καί τόν ὑποδεχότανε μ’ αὐτούς τούς καλούς λογισμούς καί ἔλεγε τόν καημένο, ὅλη μέρα κουράστηκε…γιά μᾶς τρέχει, νά κάνω καί μιά προσευχή νά ξεκουραστεῖ.. Τί λέτε; Τό ἑπόμενο βράδυ δέν θά ἐρχόταν πιό νωρίς; Σίγουρα, πολύ πιό νωρίς θά ἐρχόταν! Βλέπετε, πῶς ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μέ τούς λογισμούς μας ἐμποδίζουμε καί τόν ἄλλο νά διορθωθεῖ, δέν τόν βοηθᾶμε.

Αὐτό ἔκανε λοιπόν ὁ Ἅγιος ἐδῶ. Νά μιλᾶς μέ τήν καρδιά σου στόν ἄλλον. Δέν ἔχουν σημασία τά λόγια. Ἔχουμε γίνει πολύ ὀρθολογιστές. Δουλεύουμε μέ τήν λογική καί ὄχι μέ τήν καρδιά. Πρέπει νά μάθουμε νά δουλεύουμε μέ τήν καρδιά, ὅπως δουλεύανε πάντα οἱ ἅγιοί μας καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ λογική, ἡ λατρεία τῆς λογικῆς καί ὁ ὀρθολογισμός μᾶς ἦρθε ἀπ’ τήν Δύση, τήν αἱρετική Δύση, καί ἔχουμε σχεδόν ξεχάσει τήν ψυχή μας καί τόν Θεό μας καί ὅλα τά περνᾶμε μέσα ἀπό τό φίλτρο τῆς λογικῆς.

«Ὁ Κύριος σπλαχνίζεται τούς πάντες» ἔλεγε ὁ Ἅγιος, ὄχι μόνο τούς δίκαιους καί τούς ἁμαρτωλούς. «Καί ὄχι μόνο τό ἔλεγε, ἀλλά συνέπασχε καί ὁ ἴδιος μαζί μέ ὅλους, γεμάτος ἀπό Πνεῦμα Χριστοῦ. Ἀπό ὅσα ἔβλεπε στή ζωή γύρω του, ἀπό τίς ἀναμνήσεις τοῦ προσωπικοῦ του παρελθόντος καί ἀπό τή βαθύτατη προσωπική του πείρα, ζοῦσε τόν πόνο τοῦ λαοῦ, σ’ ὅλο τόν κόσμο καί ἡ προσευχή του δέν εἶχε τέλος. Προσευχόταν «εὐχή μεγάλη» γιά ὅλο τόν κόσμο». Βλέπετε πῶς βγαίνει ἡ καρδιακή προσευχή; Ὅταν ἡ καρδιά πονάει.

– Γιατί δέν κάνουμε καλή προσευχή, καρδιακή;

Γιατί δέν ὑπάρχει πόνος μέσα μας. Δέν ὑπάρχει πραγματικός πόνος γιά τόν πλησίον, δέν μπαίνουμε στή θέση τοῦ ἄλλου. Γιατί δέν κάνουμε καλή προσευχή καί γιά τόν ἑαυτό μας; Γιατί δέν ὑπάρχει πόνος γιά τόν Θεό, γιατί μέ ὅλη μας τήν ἁμαρτωλότητα οὐσιαστικά ἐπιτεθήκαμε στόν Θεό τῆς ἀγάπης, ὁ Ὁποῖος ἔχει πεθάνει γιά μᾶς. Δέν πονᾶμε κατ’ ἀναλογία τῶν σφαλμάτων μας, ὁπότε καί ἡ προσευχή μας δέν ἔχει θέρμη, εἶναι ἄψυχη, τυπική. Ἐνῶ, βλέπετε, ὁ τελώνης καμία καλοσύνη δέν εἶχε. Εἶχε ὅμως πόνο στήν καρδιά καί προσευχόταν. Χτυποῦσε καί τό στῆθος του ἀπό τόν πολύ πόνο πού εἶχε, γιατί λύπησε τόν Θεό τῆς ἀγάπης. Τότε δέν σταματάει ἡ προσευχή καί γίνεται ἀδιάλειπτη, ὅταν ὑπάρχει ὁ πόνος. «Λησμονοῦσε τόν ἑαυτό του ἀπό συμπόνια γιά τούς ἀνθρώπους, γιά νά ἔχουν εἰρήνη καί νά σωθοῦν. Ποθοῦσε νά χύσει τό αἷμα του καί πράγματι τό ἔχυνε στίς προσευχές του. «Νά προσεύχεσαι γιά τούς ἀνθρώπους σημαίνει νά χύνεις αἷμα», ἔλεγε ὁ Γέροντας». Πότε ὅμως; Ὅταν ὄντως πονᾶς τούς ἀνθρώπους, γιατί μπορεῖ νά τό κάνει κανείς τυπικά.

«Εἶναι τάχα ἀνάγκη νά ποῦμε ποιά ἔνταση προσευχῆς καί ποιό πένθος δείχνουν αὐτά τά λόγια; Μιά φορά ρωτήσαμε τόν Γέροντα, μήπως τό πολυμέριμνο διακόνημα τοῦ οἰκονόμου, πού ἀναγκαστικά ὁδηγεῖ σέ ἐπικοινωνία μέ πλῆθος ἀνθρώπων, μήπως τάραζε τήν ἐσωτερική νήψη;». Μήπως ἔχανε δηλαδή ὁ Γέροντας τήν ἐσωτερική αὐτοπαρατήρηση καί αὐτοπεριφρούρηση καί λόγω τῶν πολλῶν ἀσχολιῶν του ἔχανε τήν προσευχή; Γιατί ἡ νήψη συντηρεῖται διά τῆς προσευχῆς.

«Καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε: – Τί εἶναι ἡ ἀσκητική νήψη; Εἶναι ἀδιάλειπτη προσευχή καί διαμονή τοῦ νοῦ κοντά στόν Θεό. Ὁ π. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης ἦταν πάντα μέ τόν λαό». Πράγματι, ἄν διαβάσετε τόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, πλῆθος κόσμου τόν ἀκολουθοῦσε. Γιά νά φτάσει στήν ἄμαξά του βγαίνοντας ἀπό τό ἱερό, μπορεῖ νά ἔκανε καί ὧρες. Δέν τόν ἄφηνε ὁ κόσμος. Κι ὅμως αὐτός ἦταν Ἅγιος καί δέν ἄφηνε τόν νοῦ του νά φύγει ἀπό τόν Θεό μέσα σέ τόσο πολύ κόσμο. «Βρισκόταν περισσότερο κοντά στόν Θεό ἀπό πολλούς ἐρημίτες», γιατί μπορεῖ νά εἶσαι στήν ἔρημο καί ὁ νοῦς σου νά εἶναι στόν κόσμο.

«Ἔγινα οἰκονόμος γιά τήν ὑπακοή, καί μέ τήν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου ἡ προσευχή μου ἦταν θερμότερη παρά στό Παλαιό Ρωσικό, πού ζήτησα ἐγώ νά πάω χάριν τῆς ἡσυχίας κάνοντας τό θέλημά μου». Βλέπετε;

– Πῶς ἔρχεται ἡ προσευχή;

Διά τῆς ὑπακοῆς. Σοῦ λέει κάτι ὁ Πνευματικός καί ἐσύ θέλεις νά κάνεις τό δικό σου. Δέν θά ἀποκτήσεις προσευχή. Προσευχή θά ἀποκτήσεις, ὅταν κάνεις ὑπακοή. Δέν ἔρχεται ἡ ὑπακοή διά τῆς προσευχῆς, ἀλλά διά τῆς ὑπακοῆς ἡ προσευχή. Γιατί, ὅταν ὑπακοῦς, κόβεις τό θέλημά σου, ὁπότε ἐλευθερώνεσαι ἀπό τίς δεσμεύσεις, τίς ὅποιες δεσμεύσεις σοῦ ἔχει χαλκεύσει τό ἴδιο σου τό θέλημα, ὁ ἴδιος σου ὁ ἑαυτός. Γιατί κάθε θέλημα, κάθε ἐπιθυμία εἶναι καί μιά δέσμευση τοῦ νοῦ, μιά δέσμευση τῆς ὕπαρξής σου. Ὅταν λοιπόν πεῖς, ἐγώ δέν θέλω τίποτα, ἐλευθερώνεσαι καί ἔχεις τόν νοῦ σου καθαρό γιά νά μιλήσεις στόν Θεό. Ἔτσι ἔρχεται ἡ ἀληθινή προσευχή, ἡ σωστή προσευχή. Ὅταν ἡ γυναίκα κάνει ὑπακοή στόν ἄντρα καί ὁ ἄντρας στή γυναῖκα, ἐλευθερώνονται ἀπό τίς μέριμνες καί μποροῦν νά κάνουν καθαρή προσευχή. Ὅταν ὁ καθένας θέλει νά κάνει τό θέλημά του καί προσπαθεῖ νά βρεῖ τρόπους νά καταφέρει καί τό ἕτερον ἥμισυ, τότε χάνει φυσικά τήν προσευχή, γιατί εἶναι γεμάτος ὁ νοῦς του ἀπό αὐτούς τούς λογισμούς, πῶς θά κάνει τό θέλημά του ἤ πῶς θά πετύχει στήν συγκεκριμένη του ἀπόφαση. Ἐνῶ ἄν ἔκανε τήν πολύ ἁπλή κίνηση νά ρωτήσει τό ἕτερον ἥμισυ, ὅλα θά γινόντουσαν τέλεια. Γιατί τότε ἔρχεται ὁ Θεός καί ὁ Θεός παρεμβαίνει καί ἀλλάζει τά πάντα πρός τό καλό. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος λειτουργεῖ μέ τό θέλημά του, λειτουργεῖ ἐγωιστικά, φίλαυτα, ἐρήμην τοῦ Θεοῦ, ὁπότε ὅλα τοῦ πᾶνε ἀνάποδα.

«Εἶναι ἀδύνατο νά ἀποσιωπήσουμε ἕνα ἀξιόλογο διακριτικό γνώρισμα τοῦ χαρακτήρα τοῦ Γέροντα: τήν στάση του ἀπέναντι σέ ὅποιον διαφωνοῦσε μαζί του. Ἐπιθυμοῦσε εἰλικρινῶς καί βαθιά νά καταλάβει ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο ὅσο μποροῦσε καλύτερα καί νά μή προσβάλει ὅ,τι εἶναι ἱερό γι’ αὐτόν. Ξέρουμε τή συνομιλία τοῦ Γέροντα μέ ἕναν ἀρχιμανδρίτη». Ὁ π. Σωφρόνιος γράφει καί τόν ἀποκαλεῖ Γέροντα καί ὄχι Ἅγιο, γιατί εἶναι παλιά ἡ ἔκδοση καί ἀκόμα δέν εἶχε ἀναγνωριστεῖ ὡς ἅγιος ἐπισήμως. «Ὁ ἀρχιμανδρίτης αὐτός ἀχολεῖτο μέ τό ἱεραποστολικό ἔργο μεταξύ τῶν ἑτεροδόξων». Ὅταν λέμε ἑτερόδοξοι ἐννοοῦμε τούς Προτεστάντες καί τούς Παπικούς, δηλαδή αὐτούς πού ἔχουν μιά διαφορετική δόξα γιά τόν Θεό. Ὁ ὅρος δέν εἶναι ἀκριβής. Οὐσιαστικά εἶναι κακόδοξοι. Δέν ὑπάρχει ἄλλη δόξα. «Ὁ Θεός εἶναι ἔτσι, μπορεῖ νά εἶναι καί κάπως ἀλλιῶς»… Ὄχι. Ὁ Θεός εἶναι ἔτσι καί δέν εἶναι ἀλλιῶς. Ἁπλῶς τούς λέμε ἑτερόδοξους, γιά νά μήν ἀκούγεται ἄσχημα τό κακόδοξους. Ἤ θά ἔχεις σωστή δόξα, θά εἶσαι Ὀρθόδοξος, ἤ θά ἔχεις λανθασμένη δόξα, ὁπότε θά εἶσαι κακόδοξος. Ἀλλά τό λέμε γιά νά εἶναι πιό ἁπαλή ἡ ἔκφραση. Ὅπως κάνουμε μιά οἰκονομία -κάνω μιά παρένθεση τώρα- καί τούς κάνουμε χρίσμα, ἐνῶ κανονικά πρέπει νά τούς κάνουμε βάφτισμα, γιατί εἶναι ἀβάφτιστοι καί οἱ Παπικοί καί οἱ Προτεστάντες. Ἀλλά τούς Παπικούς, τώρα ἴσως καί μιά ὁμάδα Προτεσταντῶν τούς δεχόμαστε μέ χρίσμα. Γιά νά μή φανεῖ ὅτι εἴμαστε ἔτσι πολύ ἀπορριπτικοί καί νά τούς κάνουμε μιά καλή καρδιά, θά λέγαμε λαϊκά. Ἀλλά ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἀκρίβεια εἶναι, ὅπως λέει καί ὁ Ἅγιος Νικόδημος, νά βαφτιστοῦν, γιατί δέν ἔχουν βάφτισμα. Γι’ αὐτό δέν εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό πού λένε «νά, βλέπετε, τούς δεχόμαστε μέ τό χρίσμα, ἄρα ἔχουν βάφτισμα..». Ὄχι, τούς δεχόμαστε μέ τό χρίσμα, γιατί ἔτσι ἔκρινε ἡ Ἐκκλησία νά μήν τούς πολύ-σνομπάρουμε. Ὅρισε ἡ Ἐκκλησία νά τούς δεχόμαστε μέ τό χρίσμα. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἔχουν βάφτισμα. Δέν ἔχουν βάφτισμα, γιατί ἄν εἶχαν βάφτισμα θά εἶχαν καί τά ἄλλα μυστήρια καί δέν θά τούς κάναμε οὔτε χρίσμα οὔτε τίποτε!

Τί ἔγινε μ’ αὐτόν τόν ἀρχιμανδρίτη λοιπόν; «Αὐτός ὁ ἀρχιμανδρίτης σεβόταν πολύ τόν Γέροντα καί ὅταν ἐπισκεπτόταν τό Ἅγιο Ὄρος, ἐρχόταν ἐπανειλημμένως νά συνομιλήσει μαζί του. Ὁ Γέροντας τόν ρώτησε πῶς κηρύττει», τί λέει στούς Παπικούς καί στούς Προτεστάντες. «Ὁ ἀρχιμανδρίτης, νέος καί ἄπειρος ἀκόμη, μέ ὑπερβολικές χειρονομίες ἀπάντησε νευρικά:

– Τούς λέω: ἡ πίστις σας εἶναι διεστραμμένη. Ὅλα σέ σᾶς εἶναι διεστραμμένα, ὅλα ψεύτικα κι ἄν δέν μετανοήσετε δέν θά σωθεῖτε.

Σάν τά ἄκουσε ὁ Γέροντας τόν ρώτησε:

– Πές τε μας ὅμως, ἅγιε ἀρχιμανδρίτα, αὐτοί πιστεύουν στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πώς εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός;

– Αὐτό τό πιστεύουν.

– Καί τιμοῦν τήν Παναγία;

– Τήν τιμοῦν, ἀλλά διδάσκουν λανθασμένα πράγματα γιά Αὐτήν».

Οἱ Παπικοί τήν τιμοῦν. Οἱ Προτεστάντες δέν τήν τιμοῦν.

«- Τούς Ἁγίους τούς παραδέχονται;».

Οἱ Παπικοί ναί, οἱ Προτεστάντες ὄχι. Γιά τούς Παπικούς μιλάει ἐδῶ.

«- Ναί, τούς παραδέχονται, ἀλλά ἀπό τότε πού ἀποσχίστηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία, τί ἁγίους μπορεῖ νά ἔχουν;».

Φυσικά καί δέν ἔχουν!

«- Κάνουν ἀκολουθίες στίς ἐκκλησίες, διαβάζουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ;

– Ναί, καί ναούς ἔχουν καί ἀκολουθίες, μά ἄν τίς βλέπατε πόσο ὑστεροῦν οἱ ἀκολουθίες τους ἀπό τίς δικές μας, πόσο ψυχρές, πόσο ἄψυχες εἶναι!

– Ἅγιε ἀρχιμανδρίτα, ἡ ψυχή τους αἰσθάνεται πώς πράττουν σωστά πού πιστεύουν στόν Χριστό, πού τιμοῦν τήν Παναγία καί τούς Ἁγίους, πού τούς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους, γιά αὐτό, ὅταν τούς λέτε πώς ἡ πίστη τους εἶναι νόθη, δέν θά σᾶς ἀκούσουν». Ὄχι ὄτι δέν εἶναι. Εἶναι νόθη, ἀλλά τοῦ λέει ἕναν τρόπο πῶς νά τούς προσεγγίσει, γιά νά μήν τόν ἀπορρίψουν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς. «Ἄν λέγατε στούς ἀνθρώπους πώς καλά κάνουν πού πιστεύουν στόν Θεό, καλά κάνουν πού τιμοῦν τήν Παναγία καί τούς Ἁγίους, πού πηγαίνουν νά λειτουργηθοῦν στίς ἐκκλησίες, πού προσεύχονται στά σπίτια τους, πώς καλά κάνουν πού διαβάζουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τά λοιπά, ἔχουν ὅμως ἐδῶ κι ἐκεῖ λανθασμένες θεωρίες καί πρέπει νά τίς διορθώσουν καί τότε ὅλα θά εἶναι καλά καί θεάρεστα καί ἔτσι μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὅλοι θά σωθοῦμε … «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», καί γιά αὐτό τό κήρυγμα πρέπει νά βγαίνει πάντα ἀπό τήν ἀγάπη· τότε θά ὠφεληθεῖ καί αὐτός πού κηρύττει καί αὐτός πού ἀκούει. Ἄν τούς κατακρίνετε ὅμως, τότε ἡ ψυχή τοῦ λαοῦ δέν θά σᾶς ἀκούσει καί δέν θά προέλθει ὄφελος». Βλέπετε τήν σωστή ὀρθόδοξη προσέγγιση. Δέν θά τούς πεῖ, ὅλα σωστά εἶναι, καλά κάνετε, ὅπως λένε οἱ Οἰκουμενιστές. Δέν χρειάζεται λένε νά ἀλλάξουν… καλά εἶναι ἐκεῖ πού εἶναι… Ὄχι δέν εἶναι καλά! Ἀλλά θά τούς τό πεῖς μ’ ἕναν τρόπο πού θά τούς βοηθήσεις νά τό καταλάβουν.

«Κάποτε ὁ Γέροντας συνομιλοῦσε μέ ἕναν φοιτητή, πού ἐπισκέφθηκε τόν Ἄθωνα καί ἔλεγε πολλά περί ἐλευθερίας. Ὅπως πάντα, ὁ Γέροντας παρακολούθησε μέ πολύ προσοχή τίς σκέψεις καί τά συναισθήματα τοῦ συμπαθοῦς ἀλλά καί ἀφελοῦς συνομιλητοῦ του. Βέβαια, οἱ ἰδέες του περί ἐλευθερίας συγκεντρώνονταν ἀπό τή μιά στήν ἀπαίτηση γιά περισσότερες πολιτικές ἐλευθερίες καί ἀπό τήν ἄλλη στήν δυνατότητα νά ἐνεργεῖ κανείς γενικά σύμφωνα μέ τά κίνητρα καί τίς ἐπιθυμίες του». Αὐτό ἀκριβῶς πού λέει καί ὁ διάβολος, πού λένε σήμερα καί οἱ σατανιστές. «Ἠθική εἶναι νά κάνεις αὐτό πού νομίζεις, αὐτό πού ἐσύ θέλεις». Δηλαδή τήν καθορίζεις ἐσύ τήν ἠθική, τόν τρόπο συμπεριφορᾶς. Καί ὁ διάβολος αὐτό σοῦ λέει, ἔλα σέ μένα καί κάνε ὅ,τι θέλεις. Ὅμως μᾶς κοροϊδεύει, γιατί ὅταν κάνεις αὐτό πού σοῦ λέει ἡ ἐπιθυμία σου, τό ἔνστικτο, οὐσιαστικά ὑποδουλώνεσαι στά πάθη, ὑποδουλώνεσαι στίς αἰσθήσεις καί στίς ἡδονές πού ἔρχονται ἀπό τίς αἰσθήσεις. Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Κύριος, γιά νά ἐλευθερωθεῖς ἀπό τόν διάβολο, πού κρύπτεται μέσα στά πάθη καί μέσα στίς ἡδονές τῶν αἰσθήσεων, πρέπει νά στερήσεις τίς αἰσθήσεις ἀπό τά ἡδονικά ἀντικείμενα πού τίς τρέφουν καί δίνουν ἀφορμή νά δώσουν τήν ἡδονή στόν ἄνθρωπο.

Λόγου χάρη, ἔχεις τό πάθος τῆς λαιμαργίας-γαστριμαργίας. Πῶς μᾶς πιάνει ὁ διάβολος μ’ αὐτό τό πάθος; Προβάλλοντάς μας τήν εὐχαρίστηση πού ἔρχεται ἀπ’ τό φαγητό, πού εἶναι μιά εὐχαρίστηση τῶν αἰσθήσεων, τῆς γεύσης καί τῆς ὄσφρησης. Καί ἔρχεται ὁ Χριστός καί σοῦ λέει: Θέλεις νά ἐλευθερωθεῖς ἀπ’ αὐτόν τόν δαίμονα τῆς λαιμαργίας-γαστριμαργίας; Πρέπει νά κάνεις νηστεία. Νά κόψεις δηλαδή τίς τροφές τίς πολλές καί τίς ἡδονικές, οἱ ὁποῖες ἀκριβῶς ἐρεθίζουν αὐτές τίς αἰσθήσεις πού σοῦ δίνουν εὐχαρίστηση. Κάνοντας, λοιπόν, ἐγκράτεια δέν ἐρεθίζεις τήν γεύση καί τήν ὄσφρηση κι ὅσο λιγότερο τήν ἐρεθίζεις τόσο πιό πολύ ἐλευθερώνεσαι ἀπ’ αὐτόν τόν δαίμονα πού κρύβεται πίσω ἀπ’ αὐτήν τήν ἡδονή τῆς λαιμαργίας-γαστριμαργίας. Ὁπότε, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀληθινά ἐλεύθερος. Ἐνῶ, ἄν πεῖς θά φάω ὅσο θέλω καί ὅ,τι θέλω καί ὅποτε θέλω, οὐσιαστικά τρέφεις αὐτό τό πάθος, τρέφεις δηλαδή αὐτή τήν ἐξάρτηση ἀπό τήν ἡδονή τῆς γεύσης καί τῆς ὄσφρησης. Ὁπότε δεσμεύεσαι καί ὑποδουλώνεσαι στόν συγκεκριμένο δαίμονα. Εἶσαι ἐλεύθερος; Καθόλου ἐλεύθερος. Μά ὁ διάβολος αὐτό μοῦ λέει, ὅτι θά μπορῶ νά κάνω ὅ,τι θέλω. Νά, ὅμως, πού δέν μπορεῖς… Ἔχεις μιά πολύ προσωρινή ἡδονή καί μετά τί κάνεις; Ἀηδιάζεις, βαρυστομαχιάζεις, δέν μπορεῖς νά κοιμηθεῖς, παχαίνεις, παθαίνεις ἐγκεφαλικά, καρδιακά κ.λ.π. καί λές τί ἤθελα καί τό ’φαγα… Τό ἔφαγα καί μέ ἔφαγε. Ἀλλά μετανιώνεις, ὅταν δεῖς τίς συνέπειες… Ἄν ἀκούγαμε τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία μας, δέν θά πέφταμε σ’ ὅλη αὐτή τήν ὀδυνηρή διαδικασία. Ἀλλά βλέπετε, πειθόμαστε στόν διάβολο πού μᾶς τάζει ψέματα καί ἀρνούμαστε τόν Δημιουργό μας πού μᾶς λέει τήν ἀλήθεια. Ἔτσι κι αὐτός ὁ νέος. Ποῦ ἑστίαζε τήν ἐλευθερία; Ἔλεγε ἐλευθερία εἶναι νά κάνεις ὅ,τι θέλεις, νά ἐνεργεῖς σύμφωνα μέ τά κίνητρα καί τίς ἐπιθυμίες σου.

– Πῶς τήν παθαίνουν οἱ περισσότεροι νέοι σήμερα;

Καί πάντοτε τήν παθαίνανε οἱ νέοι. Ἀκριβῶς, γιατί πείθονται σ’ αὐτά τά κηρύγματα, τίς ὑποβολές καί τίς προτάσεις τοῦ διαβόλου: ἔλα σέ μένα καί θά κάνεις ὅ,τι θέλεις.

«Ὁ Γέροντας ἀπαντώντας του τοῦ ἐξέθεσε τίς δικές του ἀπόψεις», πού εἶναι ἡ θέση τοῦ Εὐαγγελίου. «Ποιός δέν θέλει ἐλευθερία; Ὅλοι τήν θέλουν, ἀλλά πρέπει νά ξέρεις ποῦ εἶναι καί πῶς θά τήν βρεῖς. Γιά νά γίνεις ἐλεύθερος -προσέξτε, τήν μεγάλη σοφία τοῦ Γέροντα- πρέπει νά δεσμεύσεις τόν ἑαυτό σου». Τότε γίνεσαι ἐλεύθερος! Ἡ ἐλευθερία ἔρχεται διά τῆς δέσμευσης, τῆς αὐτοδέσμευσης. Ἡ νηστεία τί εἶναι; Μιά αὐτοδέσμευση. Θά κάνω ὑπακοή σ’ αὐτό πού λέει ὁ Χριστός. Δεσμεύω τό θέλημά μου καί λέω δέν θά φάω ἀπ’ αὐτά καί ἀπ’ αὐτά τά πράγματα καί ἀπό τά ἄλλα θά φάω πάλι μέ μέτρο. Γιατί, ἄν φάω καί σκάσω -συγγνώμη γιά τήν ἔκφραση- ἀντί νά ἀδυνατίσω, θά παχύνω. Δέν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός τῆς νηστείας. Ἁπλῶς ἀντικαθιστᾶς τίς ἡδονές τῶν ἀρτύσιμων μέ τίς ἡδονές τῶν νηστίσιμων φαγητῶν… καί ἔχουμε πληθώρα καί ἀπό αὐτά σήμερα. Οὐσιαστικά δέν ἐλευθερώνεσαι.

Γιά νά γίνεις ἐλεύθερος, λοιπόν, πρέπει νά δεσμεύσεις τόν ἑαυτό σου. Καί γιά τό συγκεκριμένο πάθος πού εἴπαμε, πρέπει νά ἔχεις νηστεία καί ὡς πρός τό εἶδος, θά ἀπέχεις ἀπό τίς τροφές πού λέει ἡ Ἐκκλησία νά ἀπέχεις, ἀλλά καί ὡς πρός τήν ποσότητα. Θά πρέπει νά λιγοστέψεις καί τήν ποσότητα.

«Ὅσο περισσότερο δεσμεύεις τόν ἑαυτό σου», λέει ὁ Γέροντας στόν νεαρό αὐτόν καί σέ μᾶς, «τόσο περισσότερη ἐλευθερία θά ἔχει τό πνεῦμα σου». Γιατί, ἀκριβῶς, ὁ νοῦς πλέον δέν κολλάει στίς αἰσθήσεις καί στίς ἡδονές πού ἔρχονται ἀπό τίς αἰσθήσεις καί εἶναι ἐλεύθερος νά κινηθεῖ πρός τόν Θεό, πού εἶναι καί ἡ φυσιολογική του λειτουργία. Γι’ αὐτό μᾶς δόθηκε ὁ νοῦς ἀπό τόν Θεό, ὄχι γιά νά τόν δεσμεύουμε στίς εὐχαριστήσεις τῶν αἰσθήσεων… τί θά φᾶμε, τί θά πιοῦμε, τί θά δοῦμε, πῶς θά ξεκουραστοῦμε.. ἀλλά γιά νά τόν κατευθύνουμε στόν Θεό καί νά βλέπουμε τόν Θεό, γιατί ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ νοῦς καί εἶναι προορισμένος νά βλέπει τόν Θεό καί ὄχι τήν κτίση. Γιά νά βλέπουμε τήν κτίση, γιά νά λειτουργοῦμε στό ὑλικό περιβάλλον, μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός τήν διάνοια καί τίς αἰσθήσεις. Ὁ νοῦς μας πρέπει νά εἶναι ἀδέσμευτος καί νά κινεῖται πρός τόν Θεό ἐλεύθερα. Ὅσο, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος ὑποδουλώνει τόν νοῦ του καί ἐπιδιώκει τίς ἡδονές τῶν αἰσθήσεων πλέον χάνει τόν Θεό. Γι’ αὐτό οἱ νέοι μας, καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γενικῶς, πού λειτουργοῦν ἐμπαθῶς, ὑποδουλωμένοι στά πάθη τους, ἔχουν χάσει τόν Θεό καί εἶναι ἄθεοι στήν πράξη. Μερικοί τό λένε καί τό φωνάζουν κιόλας, εἴμαστε ἄθεοι… καί ἀθεράπευτα ἄθεοι, λένε κάποιοι.

«Πρέπει νά δεσμεύσεις μέσα σου τά πάθη νά μή σέ κυριεύουν· πρέπει νά δεσμεύεις τόν ἑαυτό σου, γιά νά μήν κάνεις κακό στόν πλησίον σου … Συνήθως ζητοῦν τήν ἐλευθερία οἱ ἄνθρωποι γιά νά κάνουν «ὅ,τι θέλουν». Αὐτό ὅμως δέν εἶναι ἐλευθερία, ἀλλά ἡ κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας ἐπάνω σου. Ἡ ἐλευθερία νά ἁμαρτάνεις – νά πορνεύεις, νά εἶσαι ἀκρατής, νά μεθᾶς, νά μνησικακεῖς, νά ἐκβιάζεις, νά φονεύεις ἤ νά κάνεις κάτι παρόμοιο – ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἐλευθερία, ἀλλά δουλεία, καθώς εἶπε ὁ Κύριος: “πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας” (Ἰω. 8,34)». Εἶναι δεδομένο. Τί ἀκοῦμε τόν διάβολο πού μᾶς λέει κάνε τήν ἁμαρτία καί θά ἐλευθερωθεῖς; Φεμινισμός σοῦ λέει… Ἀπελευθερωμένη γυναίκα, νά κάνει ὅ,τι θέλει… τό σῶμα μου δικό μου εἶναι, τό κάνω ὅ,τι θέλω… κάνω ἔκτρωση. Εἶναι ἐλευθερία αὐτό; Δουλεία εἶναι. Δουλεία στήν ἁμαρτία. Δέν ἀκοῦμε, ὅμως, τόν Κατασκευαστή μας, ἀκοῦμε τόν ἐχθρό Του καί μετά βέβαια ἔχουμε τίς ὀδυνηρές συνέπειες. «Καί πρέπει νά προσευχηθεῖ κανείς πολύ, γιά νά γλιτώσει ἀπό αὐτή τήν φοβερή δουλεία». Καί ὄχι μόνο νά προσευχηθεῖ. Ὁ Κύριος εἶπε καί κάτι ἀκόμα «τοῦτο τό γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ» (Ματθ. 17,21). Χρειάζεται καί νηστεία. Χρειάζεται δηλαδή καί ἐγκράτεια. Νηστεία ὄχι μόνο ὡς πρός τό φαγητό. Καί ὡς πρός τό φαγητό, ἀλλά καί γενικότερη καί ὡς πρός τά θεάματα καί ὡς πρός τά ἀκούσματα..

 

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

https://hristospanagia3.blogspot.gr/